Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ: ΠΡΟΤΑΣΗ ΣΗΜΑΝΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΝΙΑΙΑ ΑΓΟΡΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ


Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε, εντός του Σεπτεμβρίου 2013, το πλέον φιλόδοξο σχέδιο των τελευταίων 26 ετών για τη μεταρρύθμιση της αγοράς τηλεπικοινωνιών. Η δέσμη νομοθετικών μέτρων «συνδεδεμένη ήπειρος», όταν εγκριθεί, θα μειώσει το κόστος για τους καταναλωτές, θα περιορίσει τη γραφειοκρατία για τις επιχειρήσεις και θα δημιουργήσει μια σειρά νέων δικαιωμάτων τόσο για τους χρήστες όσο και για τους παρόχους υπηρεσιών.
Ασφαλώς, οι διαδοχικές μεταρρυθμίσεις που έχει υιοθετήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση στον τομέα των τηλεπικοινωνιών έχουν συμβάλει στη μεταμόρφωση του τοπίου των τηλεπικοινωνιών στην ΕΕ, αλλά ο τομέας εξακολουθεί να λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό κατακερματισμένος σε 28 διαφορετικές εθνικές αγορές. Δεν υπάρχει εταιρεία τηλεπικοινωνιών που να λειτουργεί σε όλη την ΕΕ, με αποτέλεσμα να ισχύουν διαφορετικές τιμές και ρυθμίσεις τόσο για τους φορείς εκμετάλλευσης όσο και για τους καταναλωτές.
Για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων, η εν λόγω δέσμη μέτρων προβλέπει κυρίως τα εξής:
- Απλούστευση των κανόνων της ΕΕ για τις εταιρείες τηλεπικοινωνιών
Ενιαία άδεια λειτουργίας και στα 28 κράτη μέλη (αντί για 28 ξεχωριστές άδειες), ένα απαιτητικό νομοθετικό πλαίσιο για τη ρύθμιση των επιμέρους αγορών τηλεπικοινωνιών, και περαιτέρω εναρμόνιση του τρόπου με τον οποίο οι φορείς εκμετάλλευσης ενοικιάζουν πρόσβαση σε δίκτυα που ανήκουν σε άλλες επιχειρήσεις, ώστε να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους.
- Κατάργηση των τελών περιαγωγής
Τα τέλη για τις εισερχόμενες κλήσεις που επιβαρύνουν τους χρήστες που ταξιδεύουν στην ΕΕ αναμένεται να καταργηθούν από την 1η Ιουλίου 2014. Οι εταιρείες θα έχουν την επιλογή είτε 1) να προσφέρουν πακέτα τηλεφωνίας που θα ισχύουν παντού στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η τιμή των οποίων θα καθορίζεται από τον εγχώριο ανταγωνισμό, είτε 2) να επιτρέπουν στους πελάτες τους να «αποσυνδέονται», δηλαδή, να επιλέγουν διαφορετικό πάροχο για την περιαγωγή, ο οποίος θα προσφέρει φθηνότερες τιμές (χωρίς να απαιτείται η αγορά νέας κάρτας SIM). Το μέτρο αυτό βασίζεται στον κανονισμό του 2012 για την περιαγωγή, ο οποίος επιβάλλει στους φορείς εκμετάλλευσης μειώσεις της τιμής χονδρικής κατά 67% για τα δεδομένα μέχρι τον Ιούλιο του 2014.
- Κατάργηση των προσαυξήσεων στις τιμές για τις διεθνείς τηλεφωνικές κλήσεις στο εσωτερικό της Ευρώπης
Σήμερα, οι εταιρείες επιβάλλουν συνήθως προσαυξήσεις στις τιμές για τις κλήσεις σταθερής και κινητής τηλεφωνίας που κάνει ο καταναλωτής από τη χώρα του προς άλλες χώρες της ΕΕ. Σύμφωνα με τη σημερινή πρόταση, οι εταιρείες δεν θα μπορούν να χρεώνουν περισσότερα για μια κλήση σταθερής τηλεφωνίας στο εσωτερικό της ΕΕ από όσα χρεώνουν για μια υπεραστική κλήση στην ίδια χώρα. Για τις κλήσεις από κινητά στο εσωτερικό της ΕΕ, η τιμή δεν θα μπορεί να είναι πάνω από 0,19 ευρώ ανά λεπτό (συν ΦΠΑ). Κατά τον καθορισμό των τιμών, οι εταιρείες θα μπορούν να καλύπτουν αντικειμενικά αιτιολογημένα κόστη, αλλά τα αυθαίρετα κέρδη από τις κλήσεις στο εσωτερικό της ΕΕ θα καταργηθούν.
- Νομική προστασία για ανοιχτό διαδίκτυο (ουδετερότητα δικτύου)
Η παρεμπόδιση και ο περιορισμός της πρόσβασης σε διαδικτυακό περιεχόμενο θα απαγορευτούν, ενώ θα δοθεί στους χρήστες πρόσβαση σε πλήρες και ανοιχτό διαδίκτυο ανεξάρτητα από το κόστος ή την ταχύτητα του πακέτου συνδρομής τους. Οι εταιρείες θα εξακολουθήσουν να παρέχουν «εξειδικευμένες υπηρεσίες» εγγυημένης ποιότητας (όπως IPTV, βίντεο κατόπιν παραγγελίας, εφαρμογές όπως συστήματα ιατρικής απεικόνισης υψηλής ευκρίνειας, εικονικά χειρουργεία, ή εφαρμογές υπολογιστικού νέφους έντασης δεδομένων που είναι ζωτικής σημασίας για τις επιχειρήσεις), εφόσον αυτές δεν επηρεάζουν τις διαδικτυακές ταχύτητες που οι εν λόγω εταιρείες έχουν υποσχεθεί σε άλλους πελάτες. Οι καταναλωτές θα δικαιούνται να ελέγχουν εάν έχουν τις διαδικτυακές ταχύτητες για τις οποίες πληρώνουν και να καταγγέλλουν το συμβόλαιό τους αν οι σχετικές δεσμεύσεις δεν τηρούνται.
- Νέα δικαιώματα για τους καταναλωτές και εναρμόνιση δικαιωμάτων σε όλη την Ευρώπη
Προβλέπονται νέα δικαιώματα, όπως το δικαίωμα για τη σύνταξη συμβολαίων σε απλή γλώσσα και με πιο συγκρίσιμες πληροφορίες, μεγαλύτερα δικαιώματα για αλλαγή παρόχου ή συμβολαίου, το δικαίωμα σύναψης συμβολαίου 12 μηνών εάν ο χρήστης δεν επιθυμεί μεγαλύτερο συμβόλαιο, το δικαίωμα καταγγελίας του συμβολαίου εάν δεν παρέχονται οι διαδικτυακές ταχύτητες που συμφωνήθηκαν, και το δικαίωμα προώθησης των ηλεκτρονικών μηνυμάτων του χρήστη σε μια νέα διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μετά την αλλαγή παρόχου διαδικτύου.
- Συντονισμένη εκχώρηση ραδιοφάσματος
Το μέτρο αυτό θα διασφαλίσει ότι οι Ευρωπαίοι θα έχουν ευρύτερη πρόσβαση σε δίκτυα 4G κινητής τηλεφωνίας και Wi-Fi. Οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας θα είναι σε θέση να υλοποιούν αποτελεσματικότερες και διασυνοριακές επενδύσεις, χάρη σε καλύτερο συντονισμό του χρόνου, της διάρκειας και των λοιπών όρων εκχώρησης του φάσματος. Τα κράτη μέλη θα εξακολουθήσουν να είναι αρμόδια, και να εισπράττουν τα σχετικά τέλη από τους φορείς εκμετάλλευσης κινητής τηλεφωνίας, αν και εντός ενός συνεκτικότερου πλαισίου. Ένα τέτοιο πλαίσιο θα οδηγήσει και στην επέκταση της αγοράς για τον προηγμένο τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό.
- Μεγαλύτερη ασφάλεια για τους επενδυτές
Η Σύσταση για τις μεθόδους κοστολόγησης και αμεροληψίας είναι το δεύτερο στοιχείο αυτής της δέσμης μέτρων, το οποίο συμπληρώνει τον προτεινόμενο κανονισμό και συνδέεται άμεσα με αυτόν. Αποσκοπεί στην αύξηση της ασφάλειας των επενδυτών, στην αύξηση των επενδυτικών επιπέδων και στη μείωση των αποκλίσεων μεταξύ των ρυθμιστικών αρχών. Αυτό συνεπάγεται 1) περαιτέρω κόστη εναρμόνισης και σταθεροποίησης που ενδέχεται να χρεώνουν οι κατεστημένοι φορείς εκμετάλλευσης για να παρέχουν σε άλλους πρόσβαση στα υπάρχοντα δικά τους δίκτυα χαλκού και 2) τη διασφάλιση του ότι οι αιτούντες πρόσβαση έχουν πράγματι ισοδύναμη πρόσβαση στα δίκτυα. Εφόσον διασφαλίζεται η ύπαρξη τέτοιων ανταγωνιστικών περιορισμών και η απουσία διακριτικής μεταχείρισης, οι τιμές χονδρικής για την πρόσβαση σε ευρυζωνικές συνδέσεις της «επόμενης γενιάς» θα καθορίζονται από την αγορά και όχι από τους ρυθμιστικούς φορείς, με αποτέλεσμα να υπάρχει λιγότερη γραφειοκρατία για τις επιχειρήσεις.


ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Σχετική ανακοίνωση της Επιτροπής:

Βλ. επίσης:

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

ΑΔΑΕ: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΑΙ ΑΚΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΔΙΚΤΥΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ


Στις 15 Ιουλίου 2013, δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β’ 1742/2013), ο Κανονισμός για την Ασφάλεια και την Ακεραιότητα Δικτύων και Υπηρεσιών Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ).
Ο κανονισμός αυτός καθορίζει τα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν οι επιχειρήσεις που παρέχουν δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που διατίθενται στο κοινό (οι κοινώς καλούμενοι πάροχοι) για:
α) Την κατάλληλη διαχείριση κινδύνου όσον αφορά στην ασφάλεια των δικτύων και υπηρεσιών, ώστε να εξασφαλίζεται επίπεδο ασφάλειας, ανάλογο προς τον υφιστάμενο κίνδυνο.
β) Την αποτροπή και ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων από περιστατικά ασφάλειας που επηρεάζουν τους χρήστες και τα διασυνδεμένα δίκτυα.
γ) Την ακεραιότητα των δικτύων τους, ώστε να διασφαλίζεται η συνέχεια της παροχής των υπηρεσιών που διανέμονται μέσω των δικτύων αυτών.
Η ισχύς του Κανονισμού αρχίζει έξι μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.


ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Το κείμενο του κανονισμού:

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ: ΕΓΚΡΙΣΗ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ


Οι εγκληματίες του κυβερνοχώρου θα έρθουν αντιμέτωποι με σκληρότερες πανευρωπαϊκές ποινές, σύμφωνα με τη νέα ευρωπαϊκή οδηγία που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 4 Ιουλίου 2013. Οι νέοι κανόνες έχουν ως στόχο να βοηθήσουν επίσης στην πρόληψη των διαδικτυακών επιθέσεων και να ενισχύσουν τη συνεργασία της αστυνομίας με τις δικαστικές αρχές, ενώ προβλέπουν και την άμεση ανταπόκριση, εντός οκτώ ωρών, των χωρών της ΕΕ σε επείγουσες αιτήσεις για βοήθεια.
Το σχέδιο οδηγίας υποχρεώνει τις χώρες της ΕΕ να ορίσουν τις μέγιστες ποινές φυλάκισης σε όχι λιγότερο από δύο χρόνια για εγκλήματα που αφορούν την παράνομη πρόσβαση ή παρεμβολή σε συστήματα πληροφοριών, την παράνομη παρεμβολή σε δεδομένα, την παράνομη υποκλοπή ή την εκ προθέσεως παραγωγή και πώληση εργαλείων που χρησιμοποιούνται για τη διάπραξη αυτών των αδικημάτων. Οι περιπτώσεις "ήσσονος σημασίας" εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και τα κράτη μέλη θα είναι αυτά που θα καθορίζουν τι συνιστά περίπτωση ήσσονος σημασίας σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο και τις εθνικές τους πρακτικές.
Η νέα οδηγία ορίζει ανώτατο όριο φυλάκισης τουλάχιστον τριών ετών για το αδίκημα της δημιουργίας των «botnet», δηλαδή της πράξης της «απόκτησης εξ αποστάσεως ελέγχου σε σημαντικό αριθμό υπολογιστών διά της μόλυνσης τους με κακόβουλο λογισμικό μέσω στοχευμένων επιθέσεων στον κυβερνοχώρο». Οι επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές, όπως για παράδειγμα σε σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, σε δίκτυα μεταφορών και σε κυβερνητικά δίκτυα, θα οδηγούν σε ποινή φυλάκισης έως και πέντε ετών. Το ίδιο θα ισχύει και σε περίπτωση που η επίθεση διαπράχθηκε από εγκληματική οργάνωση ή προκάλεσε σοβαρή ζημιά.
Τα κράτη μέλη θα εξασφαλίζουν ότι διαθέτουν ένα λειτουργικό εθνικό σημείο επαφής το οποίο θα υποχρεούται να απαντάει εντός οκτώ ωρών σε επείγοντα αιτήματα για βοήθεια σε περιπτώσεις επιθέσεων στον κυβερνοχώρο. Στόχος της ρύθμισης αυτής είναι να καταστεί η αστυνομική συνεργασία μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών πιο αποτελεσματική. Επίσης, τα νομικά πρόσωπα, όπως οι επιχειρήσεις, θα είναι υπεύθυνα για αδικήματα που διαπράττονται προς όφελός τους (π.χ. πρόσληψη ενός χάκερ με στόχο την απόκτηση πρόσβασης στη βάση δεδομένων ενός ανταγωνιστή). Οι κυρώσεις θα περιλαμβάνουν από τον αποκλεισμό από δημόσιες παροχές ή ενισχύσεις έως το κλείσιμο των εγκαταστάσεων.
Το νομοθετικό κείμενο, το οποίο εγκρίθηκε με 541 ψήφους υπέρ, 91 κατά και 9 αποχές, αναμένεται να εγκριθεί επίσημα από το Συμβούλιο. Η νέα οδηγία επικαιροποιεί και βασίζεται σε κανόνες που έχουν τεθεί σε ισχύ ήδη από το 2005. Μόλις εγκριθεί, τα κράτη μέλη θα έχουν περιθώριο δύο ετών προκειμένου να μεταφέρουν της διατάξεις της στο εθνικό τους δίκαιο.


ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Το σχετικό ψήφισμα και η θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου:

Η σχετική συζήτηση στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (βίντεο):

Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

ΔΕΕ: ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΣΕ ΕΚΤΥΠΩΤΗ Ή ΣΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ


Κατά την οδηγία 2001/29/ΕΚ, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, τα κράτη μέλη παρέχουν, κατ’ αρχήν, στους δημιουργούς και στους δικαιούχους συγγενικών δικαιωμάτων το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν, την αναπαραγωγή των έργων τους ή άλλου προστατευόμενου υλικού. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν εξαιρέσεις ή περιορισμούς από το αποκλειστικό αυτό δικαίωμα. Έτσι, μπορούν να επιτρέψουν, μεταξύ άλλων i) την πραγματοποίηση αντιγράφων για προσωπική χρήση και ii) αντίγραφα που πραγματοποιούνται σε χαρτί ή σε άλλο ανάλογο υλικό φορέα με τη χρήση οποιουδήποτε είδους φωτογραφικής τεχνικής ή με οποιαδήποτε άλλη μέθοδο που επιφέρει παρόμοια αποτελέσματα. Το κράτος μέλος, όμως, που κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής πρέπει να μεριμνά ώστε οι δικαιούχοι του δικαιώματος του δημιουργού να λαμβάνουν «δίκαιη αποζημίωση». Σκοπός της αποζημιώσεως αυτής είναι να παράσχει αντιστάθμισμα στους δημιουργούς για την αντιγραφή των προστατευόμενων έργων τους που έγινε χωρίς την άδειά τους.
Το Bundesgerichtshof (γερμανικό ομοσπονδιακό δικαστήριο) κλήθηκε να επιλύσει διαφορές σχετικά με τη δίκαιη αποζημίωση για την αναπαραγωγή προστατευόμενων έργων μέσω αλυσίδας συσκευών που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, εκτυπωτή και προσωπικό υπολογιστή, κυρίως όταν αυτές οι συσκευές συνδυάζονται μεταξύ τους. Στο πλαίσιο των διαφορών αυτών, η VG Wort, η εταιρία συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων του δημιουργού η οποία αντιπροσωπεύει τους συγγραφείς και τους εκδότες λογοτεχνικών έργων στη Γερμανία, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εταιρίες Canon, Epson, Fujitsu, Hewlett-Packard, Kyocera και Xerox να της παράσχουν πληροφορίες για τις ποσότητες και το είδος των εκτυπωτών που πωλήθηκαν από το 2001. Επιπλέον, η VG Wort ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι Kyocera, Epson και Xerox οφείλουν να της καταβάλουν αμοιβή, υπό τη μορφή τέλους επιβαλλόμενου στους προσωπικούς υπολογιστές, στους εκτυπωτές και/ή στους σχεδιογράφους που διατέθηκαν στο εμπόριο στη Γερμανία το διάστημα μεταξύ 2001 και 2007. Στο πλαίσιο αυτό, το Bundesgerichtshof ζήτησε από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τις σχετικές διατάξεις του δικαίου της Ένωσης.
Με την απόφαση της 27ης Ιουνίου 2013, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-457/11 έως C-460/11, το Δικαστήριο έκρινε ότι η έννοια της «αναπαραγωγής που πραγματοποιείται με τη χρήση οποιουδήποτε είδους φωτογραφικής τεχνικής ή με οποιαδήποτε άλλη μέθοδο που επιφέρει παρόμοια αποτελέσματα» περιλαμβάνει τις αναπαραγωγές που πραγματοποιούνται με εκτυπωτή και προσωπικό υπολογιστή, όταν οι συσκευές αυτές συνδυάζονται μεταξύ τους. Στην περίπτωση αυτή, νομίμως τα κράτη μέλη θεσπίζουν σύστημα βάσει του οποίου η δίκαιη αποζημίωση καταβάλλεται από τα πρόσωπα που διαθέτουν μία συσκευή η οποία χρησιμοποιείται κατά μη αυτόνομο τρόπο στην ενιαία διαδικασία αναπαραγωγής σε συγκεκριμένο υπόθεμα του έργου ή άλλου προστατευόμενου υλικού, στον βαθμό που τα εν λόγω πρόσωπα έχουν τη δυνατότητα να μετακυλίσουν το κόστος του τέλους στους πελάτες τους, εξυπακουομένου ότι το συνολικό ποσό της δίκαιης αποζημιώσεως που οφείλεται ως αντιστάθμιση της ζημίας που υπέστη ο δημιουργός λόγω αυτής της ενιαίας διαδικασίας, δεν πρέπει να είναι διαφορετικό, κατ’ ουσίαν, από αυτό που ορίσθηκε για την αναπαραγωγή μέσω μίας μόνο συσκευής.
Εξάλλου, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ενδεχόμενη πράξη, με την οποία ο δικαιούχος παρέχει άδεια αναπαραγωγής του έργου του ή άλλου προστατευόμενου υλικού, ουδεμία επιρροή ασκεί στη δίκαιη αποζημίωση.
Επιπλέον, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι η μη εφαρμογή τεχνολογικών μέτρων που αποσκοπούν στο να εμποδίσουν ή να περιορίσουν τη μη επιτρεπόμενη αναπαραγωγή δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό του δικαιώματος δίκαιης αποζημιώσεως για ιδιωτική αντιγραφή. Πράγματι, η εφαρμογή, εκ μέρους των δικαιούχων, τέτοιων μέτρων έχει εκούσιο χαρακτήρα. Εντούτοις, το οικείο κράτος μέλος μπορεί να εξαρτήσει το συγκεκριμένο επίπεδο της αποζημίωσης που οφείλεται στους δικαιούχους από την εφαρμογή των εν λόγω τεχνολογικών μέτρων, προκειμένου να ενθαρρύνει τους δικαιούχους να λάβουν τα μέτρα αυτά και να συμβάλουν οικειοθελώς στην ορθή εφαρμογή της εξαιρέσεως της ιδιωτικής αντιγραφής.
Τέλος, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η οδηγία 2001/29/ΕΚ, που τέθηκε σε ισχύ στις 22 Ιουνίου 2001 και την οποία τα κράτη μέλη όφειλαν να μεταφέρουν στην εσωτερική έννομη τάξη το αργότερο στις 22 Δεκεμβρίου 2002, δεν έχει εφαρμογή στις πράξεις χρησιμοποίησης των έργων και άλλου προστατευόμενου υλικού που έγιναν πριν από την εν λόγω ημερομηνία.


ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Σχετική απόφαση:
http://curia.europa.eu/juris/celex.jsf?celex=62011CJ0457&lang1=en&lang2=EL&type=NOT&ancre=