Τρίτη 31 Μαΐου 2016

ΝΕΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ

Στις 25 Μαΐου 2016, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσε δέσμη μέτρων που δίνουν τη δυνατότητα στους καταναλωτές και στις επιχειρήσεις να αγοράζουν και να πωλούν προϊόντα και υπηρεσίες στο διαδίκτυο με μεγαλύτερη ευκολία και εμπιστοσύνη παντού στην ΕΕ. Το σχέδιο για την τόνωση του ηλεκτρονικού εμπορίου, αποτελείται από τρεις συνιστώσες: την αντιμετώπιση του γεωγραφικού αποκλεισμού, τη διασυνοριακή παράδοση δεμάτων σε πιο προσιτές τιμές και την αύξηση της εμπιστοσύνης των πελατών χάρη στην καλύτερη προστασία και επιβολή της νομοθεσίας.
- Η πρόληψη του γεωγραφικού αποκλεισμού και άλλων μορφών διακρίσεων λόγω ιθαγένειας ή τόπου κατοικίας
Η Επιτροπή προτείνει νομοθεσία ώστε να διασφαλιστεί ότι οι καταναλωτές που επιθυμούν να αγοράσουν προϊόντα και υπηρεσίες σε άλλη χώρα της ΕΕ, είτε διαδικτυακά είτε αυτοπροσώπως, δεν υφίστανται διακρίσεις όσον αφορά την πρόσβαση σε τιμές, τις πωλήσεις ή τους όρους πληρωμής, εκτός εάν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους όπως ο ΦΠΑ ή ορισμένες νομικές διατάξεις για την κοινή ωφέλεια.
Όταν ο καταναλωτής πηγαίνει να ψωνίσει σε κατάστημα άλλης χώρας της ΕΕ, ο ιδιοκτήτης δεν του ζητά ταυτότητα για να κάνει δεκτή μια αγορά ή να προσαρμόσει τις τιμές ή τους όρους. Ωστόσο, στον κόσμο του διαδικτύου, πολύ συχνά οι καταναλωτές αποκλείονται από την πρόσβαση σε προσφορές σε άλλες χώρες, αφού, για παράδειγμα, ανακατευθύνονται σε δικτυακό τόπο σε συγκεκριμένη χώρα ή πρέπει να πληρώσουν με χρεωστική ή πιστωτική κάρτα συγκεκριμένης χώρας. Τέτοιες διακρίσεις δεν έχουν θέση στην ενιαία αγορά.
Η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων έχει μεν καθιερωθεί ήδη, σύμφωνα με την οδηγία για τις υπηρεσίες, και η Επιτροπή την έχει εφαρμόσει σε τομείς υπηρεσιών, όπως οι εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων ή τα πάρκα αναψυχής, ωστόσο τόσο οι εταιρίες όσο και οι καταναλωτές θα ωφεληθούν από τη μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου σχετικά με ποιες πρακτικές επιτρέπονται και ποιες όχι. Ο κανονισμός θα παράσχει αυτή την ασφάλεια δικαίου και την εκτελεστότητα για προϊόντα και υπηρεσίες που πωλούνται είτε μέσω διαδικτύου είτε εκτός διαδικτύου.
Για να μην θεσπίζονται δυσανάλογες επιβαρύνσεις για τις επιχειρήσεις, ο κανονισμός δεν επιβάλλει υποχρέωση παράδοσης σε ολόκληρη την ΕΕ και εξαιρεί τις μικρές επιχειρήσεις, που εμπίπτουν στο κατώτατο όριο ΦΠΑ σε εθνικό επίπεδο, από ορισμένες διατάξεις.
- Διασυνοριακή παράδοση δεμάτων πιο προσιτή οικονομικά και πιο αποτελεσματική
Με τον προτεινόμενο κανονισμό θα αυξηθεί η διαφάνεια των τιμών και η κανονιστική εποπτεία των υπηρεσιών διασυνοριακής παράδοσης δεμάτων, ούτως ώστε οι καταναλωτές και οι έμποροι λιανικής να μπορούν να επωφεληθούν από οικονομικά προσιτές και βολικές επιλογές παράδοσης και επιστροφής, ακόμη και στις απομακρυσμένες περιφέρειες.
Οι καταναλωτές και οι μικρές επιχειρήσεις διαμαρτύρονται ότι τα προβλήματα που αφορούν την παράδοση δεμάτων, ιδίως τα υψηλά έξοδα αποστολής σε διασυνοριακές αποστολές, τους εμποδίζουν να πραγματοποιούν περισσότερες πωλήσεις ή αγορές σε ολόκληρη την ΕΕ. Οι τιμές που χρεώνονται από φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών για τη διανομή ενός μικρού δέματος σε άλλο κράτος μέλος συχνά είναι έως και 5 φορές υψηλότερες σε σχέση με τις εγχώριες τιμές, χωρίς σαφή συσχέτιση με το πραγματικό κόστος.
Ο κανονισμός θα ενθαρρύνει τον ανταγωνισμό, εισάγοντας μεγαλύτερη διαφάνεια τιμών. Η Επιτροπή δεν προτείνει ανώτατο όριο στις τιμές παράδοσης. Η ρύθμιση των τιμών αποτελεί μόνο έσχατο μέσο, όποτε ο ανταγωνισμός δεν φέρνει ικανοποιητικά αποτελέσματα. Το 2019 η Επιτροπή θα προβεί σε απολογισμό της προόδου που σημειώθηκε και θα εκτιμήσει εάν απαιτούνται περαιτέρω μέτρα.
Ο κανονισμός θα παρέχει στις εθνικές ταχυδρομικές ρυθμιστικές αρχές τα δεδομένα που χρειάζονται για την παρακολούθηση των διασυνοριακών αγορών και τον έλεγχο της οικονομικής προσιτότητας και του προσανατολισμού των τιμών στο κόστος. Θα ενθαρρύνει επίσης τον ανταγωνισμό απαιτώντας τη διαφανή και χωρίς διακρίσεις πρόσβαση τρίτων μερών στις διασυνοριακές υπηρεσίες παράδοσης δεμάτων και στις υποδομές. Η Επιτροπή θα δημοσιεύει τις τιμές του τιμολογίου υπηρεσιών των φορέων παροχής καθολικής υπηρεσίας με σκοπό να αυξήσει τον ανταγωνισμό μεταξύ ομόλογων φορέων και τη διαφάνεια των τιμών.
Η πρόταση συμπληρώνει πρωτοβουλίες αυτορρύθμισης από φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών για τη βελτίωση της ποιότητας και για τη διευκόλυνση των υπηρεσιών παράδοσης δεμάτων διασυνοριακά.
- Αύξηση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών στο ηλεκτρονικό εμπόριο
Η προτεινόμενη αναθεώρηση του κανονισμού σχετικά με τη συνεργασία για την προστασία των καταναλωτών θα δώσει περισσότερες αρμοδιότητες στις εθνικές αρχές με σκοπό την καλύτερη επιβολή των δικαιωμάτων των καταναλωτών. Θα είναι σε θέση:
-να ελέγχουν εάν οι ιστότοποι εφαρμόζουν γεωαποκλεισμό καταναλωτών ή προσφέρουν όρους μετά την πώληση οι οποίοι δεν συμβαδίζουν με τους κανόνες της ΕΕ (π.χ. δικαιώματα υπαναχώρησης)·
-να διατάζουν την άμεση απόσυρση των ιστοτόπων που φιλοξενούν απάτες·
-να ζητούν πληροφορίες από υπηρεσίες καταχώρισης τομέων και από τράπεζες για τον εντοπισμό της ταυτότητας του υπεύθυνου επιχειρηματία.
Σε περίπτωση παραβιάσεων των δικαιωμάτων των καταναλωτών σε επίπεδο ΕΕ, η Επιτροπή θα είναι σε θέση να συντονίζει κοινές δράσεις με τις εθνικές αρχές επιβολής του νόμου για τη διακοπή αυτών των πρακτικών. Θα εξασφαλίζει ταχύτερη προστασία των καταναλωτών, ενώ θα εξοικονομείται χρόνος και πόροι για τα κράτη μέλη και τις επιχειρήσεις.
Η Επιτροπή δημοσιεύει επίσης επικαιροποιημένες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, μεταξύ άλλων, για να ανταποκριθεί στις προκλήσεις που θέτει ο ψηφιακός κόσμος. Αποσαφηνίζει την εφαρμογή της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Για παράδειγμα, οποιαδήποτε διαδικτυακή πλατφόρμα που μπορεί να χαρακτηριστεί «εμπορική» και προωθεί ή πωλεί αγαθά, υπηρεσίες ή ψηφιακό περιεχόμενο στους καταναλωτές πρέπει να εξασφαλίζει ότι οι εμπορικές πρακτικές που εφαρμόζει συμμορφώνονται πλήρως με το καταναλωτικό δίκαιο της ΕΕ. Οι πλατφόρμες πρέπει να αναφέρουν σαφώς ότι οι κανόνες για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων δεν ισχύουν για ιδιώτες που πωλούν προϊόντα, ενώ οι μηχανές αναζήτησης θα πρέπει να κάνουν σαφή διάκριση μεταξύ πληρωμένων καταχωρίσεων και αποτελεσμάτων φυσικής αναζήτησης.
Οι αναθεωρημένες κατευθυντήριες γραμμές περιλαμβάνουν επίσης δύο σειρές αρχών αυτορρύθμισης που συμφωνήθηκαν μεταξύ των ενδιαφερομένων: η μία σειρά θα υποστηρίζει εργαλεία σύγκρισης για την καλύτερη συμμόρφωση με την οδηγία και η άλλη θα συμβάλει στην επιβολή των κανόνων για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και την καταπολέμηση των παραπλανητικών και αβάσιμων περιβαλλοντικών ισχυρισμών.


ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Σχετική Ανακοίνωση:

Πρόταση κανονισμού σχετικά με την αντιμετώπιση του αδικαιολόγητου γεωγραφικού αποκλεισμού και άλλων μορφών διακρίσεων με βάση τον τόπο κατοικίας ή εγκατάστασης ή την ιθαγένεια εντός της ενιαίας αγοράς:

Πρόταση κανονισμού σχετικά με τις διασυνοριακές υπηρεσίες παράδοσης δεμάτων:

Πρόταση αναθεώρησης του κανονισμού για τη συνεργασία όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών:

Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές:

Παρασκευή 15 Απριλίου 2016

ΕΥΘΥΝΗ ΛΟΓΩ ΥΠΕΡΣΥΝΔΕΣΜΟΥ

Στις 7 Απριλίου 2016, ο γενικός εισαγγελέας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Melchior Wathelet ανέπτυξε τις προτάσεις του επί της υποθέσεως C-160/15 GS Media BV κατά Sanoma Media Netherlands BV, εκτιμώντας ότι η εισαγωγή σε ιστότοπο υπερσυνδέσμου παραπέμποντος σε άλλον ιστότοπο στον οποίο έχουν δημοσιευθεί φωτογραφίες άνευ αδείας δεν στοιχειοθετεί, αυτή καθεαυτή, προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού. Πρέπει να σημειωθεί ότι δυνάμει της οδηγίας 2001/29, για οποιαδήποτε «πράξη παρουσιάσεως» έργου στο κοινό απαιτείται η άδεια του κατόχου του δικαιώματος του δημιουργού.
Όσον αφορά το ιστορικό της υπόθεσης, η Sanoma, εκδότρια μηνιαίου περιοδικού, παρήγγειλε σε φωτογράφο φωτογραφικό αφιέρωμα σε γνωστή τηλεπαρουσιάστρια των Κάτω Χωρών. Η GS Media, η οποία διαχειρίζεται τον ιστότοπο GeenStijl, δημοσίευσε ανακοινώσεις και ανήρτησε υπερσύνδεσμο ο οποίος οδηγούσε τους αναγνώστες σε αυστραλιανό ιστότοπο, στον οποίο οι επίμαχες φωτογραφίες διετίθεντο χωρίς τη συναίνεση της Sanoma. Παρά τις οχλήσεις της Sanoma, η GS Media αρνήθηκε να καταργήσει τον εν λόγω υπερσύνδεσμο. Όταν, κατ’ απαίτηση της Sanoma, ο αυστραλιανός ιστότοπος απέσυρε τις φωτογραφίες, ο GeenStijl προέβη σε νέα δημοσίευση η οποία συνοδευόταν ομοίως από υπερσύνδεσμο προς άλλον ιστότοπο, στον οποίο ο επισκέπτης μπορούσε να έχει πρόσβαση στις επίμαχες φωτογραφίες. Κατ’ απαίτηση της Sanoma, ο τελευταίος αυτός ιστότοπος απέσυρε ομοίως τις φωτογραφίες. Τα μέλη του forum του ιστοτόπου GeenStijl εισήγαγαν εν συνεχεία στον εν λόγω ιστότοπο νέους συνδέσμους οι οποίοι οδηγούσαν σε άλλους ιστοτόπους, στους οποίους ήταν διαθέσιμες οι φωτογραφίες. Κατά την άποψη της Sanoma, η GS Media προσέβαλε το δικαίωμα του δημιουργού.
Με τις προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας αναγνωρίζει ότι οι υπερσύνδεσμοι που εισάγονται σε ιστότοπο διευκολύνουν σημαντικά την ανακάλυψη άλλων ιστοτόπων καθώς και προστατευομένων έργων διαθέσιμων στους ιστοτόπους αυτούς, προσφέροντας, συνεπώς, στους επισκέπτες του πρώτου ιστοτόπου τη δυνατότητα ταχύτερης και πιο άμεσης προσβάσεως στα εν λόγω έργα. Εντούτοις, οι υπερσύνδεσμοι που οδηγούν, ακόμη και απευθείας, σε προστατευόμενα έργα δεν τα «καθιστούν προσιτά» σε κοινό στην περίπτωση κατά την οποία τα έργα αυτά είναι ήδη ελευθέρως προσβάσιμα σε άλλον ιστότοπο, αλλά διευκολύνουν απλώς τον εντοπισμό τους. Η πράξη που συνιστά την πραγματική «διάθεση στο κοινό» είναι αυτή του προσώπου που προέβη στην αρχική παρουσίαση.
Συνεπώς, οι υπερσύνδεσμοι που εισάγονται σε ιστότοπο και παραπέμπουν σε προστατευόμενα έργα ελευθέρως προσβάσιμα σε άλλον ιστότοπο δεν δύνανται να χαρακτηρισθούν «πράξη παρουσιάσεως» κατά την έννοια της οδηγίας. Συγκεκριμένα, η παρέμβαση του διαχειριστή του ιστοτόπου στον οποίο εισάγεται ο υπερσύνδεσμος, εν προκειμένω της GS Media, δεν είναι αναγκαία για τη θέση των επίμαχων φωτογραφιών στη διάθεση των χρηστών του Διαδικτύου, συμπεριλαμβανομένων των επισκεπτών του ιστοτόπου GeenStijl. Στο πλαίσιο αυτό, τα κίνητρα της GS Media και το γεγονός ότι αυτή γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η αρχική παρουσίαση των φωτογραφιών στους άλλους ιστοτόπους είχε χωρήσει άνευ της αδείας της Sanoma ή ότι οι εν λόγω φωτογραφίες δεν είχαν κατά το παρελθόν τεθεί στη διάθεση του κοινού με τη συναίνεση της Sanoma δεν ασκούν επιρροή.
Κατά τον γενικό εισαγγελέα, οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία της έννοιας «παρουσίαση στο κοινό» θα παρεκώλυε σοβαρά τη λειτουργία του Διαδικτύου και θα υπονόμευε έναν εκ των κύριων σκοπών της οδηγίας 2001/29, ήτοι την ανάπτυξη της κοινωνίας της πληροφορίας στην Ευρώπη. Συγκεκριμένα, μολονότι οι περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως είναι ιδιαιτέρως σαφείς, ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι, κατά κανόνα, οι χρήστες του Διαδικτύου δεν γνωρίζουν και δεν διαθέτουν τα μέσα για να εξακριβώνουν εάν η αρχική παρουσίαση στο κοινό προστατευόμενου έργου ελευθέρως προσβάσιμου στο Διαδίκτυο πραγματοποιήθηκε με ή χωρίς τη συναίνεση του κατόχου του δικαιώματος του δημιουργού. Εάν, οσάκις εισήγαν υπερσύνδεσμο προς έργα ελευθέρως προσβάσιμα σε άλλον ιστότοπο, οι χρήστες του Διαδικτύου κινδύνευαν να εναχθούν για προσβολή των δικαιωμάτων του δημιουργού, αυτοί θα ήταν πολύ πιο επιφυλακτικοί στην εισαγωγή τέτοιων υπερσυνδέσμων, τούτο δε εις βάρος της εύρυθμης λειτουργίας και της ίδιας της δομής του Διαδικτύου, καθώς και εις βάρος της αναπτύξεως της κοινωνίας της πληροφορίας.


ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Οι προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα:

Η οδηγία για το δικαίωμα του δημιουργού στην κοινωνία της πληροφορίας:
http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?qid=1470656584661&uri=CELEX:32001L0029

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2016

ΕΥΘΥΝΗ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΔΩΡΕΑΝ ΔΙΚΤΥΟΥ Wi-Fi

Εντός του Μαρτίου 2016, ο γενικός εισαγγελέας M. Szpunar ανέπτυξε ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) τις προτάσεις του στην υπόθεση C-484/14, στην οποία το Δικαστήριο κλήθηκε να διευκρινίσει αν και κατά πόσον ένας επιτηδευματίας, ο οποίος, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του, διατηρεί σε λειτουργία ένα δίκτυο Wi-Fi με ανοικτή και δωρεάν πρόσβαση στο κοινό, μπορεί να ευθύνεται για προσβολή των δικαιωμάτων του δημιουργού εκ μέρους χρήστη του δικτύου αυτού.
Πιο συγκεκριμένα, ως προς το ιστορικό της συγκεκριμένης υπόθεσης, ο Γερμανός Tobias Mc Fadden εκμεταλλεύεται ένα κατάστημα τεχνικού εξοπλισμού εικόνας και ήχου στο Μόναχο, εντός του οποίου προσφέρει ένα δίκτυο Wi-Fi ανοικτό στο κοινό. Το 2010 ένα μουσικό έργο, τα δικαιώματα του οποίου έχει η Sony, προσφέρθηκε παράνομα προς τηλεφόρτωση μέσω του δικτύου αυτού. Το πρωτοδικείο του Μονάχου έκρινε τη διαφορά μεταξύ της Sony και του T. Mc Fadden και εκτίμησε ότι δεν προσέβαλε ο ίδιος τα σχετικά δικαιώματα του δημιουργού. Εξετάζει όμως τη δυνατότητα να θεωρηθεί ότι ο T. Mc Fadden ευθύνεται εμμέσως για την προσβολή αυτή, λόγω της ελλείψεως προστασίας του δικτύου του Wi-Fi. Διατηρώντας πάντως αμφιβολίες ως προς το αν η οδηγία 2000/31/ΕΚ για το ηλεκτρονικό εμπόριο αντιτίθεται σε μια τέτοια έμμεση ευθύνη, το γερμανικό πρωτοδικείο απευθύνθηκε στο ΔΕΕ.
Η εν λόγω οδηγία περιορίζει την ευθύνη των ενδιάμεσων φορέων παροχής υπηρεσιών λόγω παράνομης δραστηριότητας εκ μέρους τρίτου, όταν η παροχή υπηρεσίας τους συνίσταται σε μια «απλή μετάδοση» των πληροφοριών. Ο ως άνω περιορισμός ευθύνης ισχύει υπό την επιφύλαξη ότι πληρούνται τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις, ήτοι ότι 1) ο φορέας παροχής υπηρεσιών δεν πρέπει να αποτελεί την αφετηρία της μεταδόσεως των πληροφοριών, 2) δεν πρέπει να επιλέγει τον αποδέκτη της μεταδόσεως και 3) δεν πρέπει να επιλέγει ούτε να τροποποιεί τις πληροφορίες που αποτελούν το αντικείμενο της μεταδόσεως. Το πρωτοδικείο του Μονάχου θεωρεί ότι αυτές οι προϋποθέσεις πληρούνται εν προκειμένω, αλλά διερωτάται αν ο T. Mc Fadden είναι πράγματι φορέας παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια της οδηγίας.
Ο γενικός εισαγγελέας Szpunar εκτιμά ότι αυτός ο περιορισμός ευθύνης έχει  εφαρμογή και σε πρόσωπο όπως ο T. Mc Fadden, το οποίο διατηρεί σε λειτουργία, παρεπομένως σε σχέση με την κύρια οικονομική του δραστηριότητα, ένα ανοικτό δωρεάν στο κοινό δίκτυο Wi-Fi. Κατ’ αυτόν, δεν είναι αναγκαίο να εμφανίζεται το πρόσωπο αυτό έναντι του κοινού ως φορέας παροχής υπηρεσιών ή ακόμη να προβαίνει εμφανώς σε ενέργειες προωθήσεως της δραστηριότητάς του, απευθυνόμενος σε εν δυνάμει πελάτες.
Ο γενικός εισαγγελέας διευκρινίζει ότι η οδηγία αντιτίθεται σε κάθε διαταγή η οποία απευθύνεται σε πρόσωπο που διατηρεί σε λειτουργία ένα ανοικτό στο κοινό δίκτυο Wi-Fi, παρεπομένως σε σχέση με την κύρια οικονομική του δραστηριότητα, όταν ο αποδέκτης της διαταγής για να συμμορφωθεί προς αυτή, πρέπει 1) να απενεργοποιήσει τη διαδικτυακή σύνδεση ή 2) να την προστατεύσει με κωδικό προσβάσεως ή 3) να ελέγχει κάθε επικοινωνία που διεξάγεται μέσω αυτής της συνδέσεως προκειμένου να εξακριβώνει αν το συγκεκριμένο έργο που προστατεύεται από το δικαίωμα του δημιουργού μεταδίδεται εκ νέου παρανόμως.
Ειδικότερα, ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι η επιβολή υποχρεώσεως προστασίας με κωδικό της προσβάσεως στο δίκτυο Wi-Fi, ως μέθοδος προστασίας του δικαιώματος του δημιουργού εντός του διαδικτύου, δεν θα ήταν σύμφωνη προς την απαίτηση δίκαιης ισορροπίας μεταξύ, αφενός, της προστασίας του δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας, της οποίας απολαύουν οι κάτοχοι του δικαιώματος του δημιουργού, και, αφετέρου, της προστασίας της επιχειρηματικής ελευθερίας η οποία ισχύει για τους φορείς παροχής των σχετικών υπηρεσιών. Περιορισμός της προσβάσεως σε νόμιμες επικοινωνίες θα συνεπαγόταν, επιπλέον, περιορισμό της ελευθερίας εκφράσεως και πληροφορήσεως.
Υπό γενικότερο πρίσμα, η ενδεχόμενη γενίκευση της υποχρεώσεως προστασίας των δικτύων Wi-Fi, ως μέθοδος προστασίας του δικαιώματος του δημιουργού εντός του Διαδικτύου, θα μπορούσε να προκαλέσει μειονεκτήματα για όλη την κοινωνία τα οποία ενδέχεται να υπερβούν το ενδεχόμενο όφελός της για τους κατόχους αυτών των δικαιωμάτων.


ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Το πλήρες κείμενο των εισαγγελικών προτάσεων:

Η οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο:
http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ.do?uri=CELEX:32000L0031:EL:HTML

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΠΙΛΥΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΓΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΟΥΣ

Στις 15 Φεβρουαρίου 2016, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εγκαινίασε τη νέα πλατφόρμα με την οποία οι καταναλωτές και οι έμποροι μπορούν να επιλύουν ηλεκτρονικά τις διαφορές τους για αγορές που έγιναν στο διαδίκτυο. Συνήθως οι καταναλωτές που αντιμετωπίζουν προβλήματα στις ηλεκτρονικές τους αγορές δεν υποβάλλουν καταγγελία, καθώς πιστεύουν ότι η διαδικασία είναι υπερβολικά χρονοβόρα και ότι δεν θα οδηγήσει σε επίτευξη λύσης. Η πλατφόρμα ηλεκτρονικής επίλυσης διαφορών (ΗΕΔ) αποτελεί ένα καινοτόμο εργαλείο που έχει ως σκοπό να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών στις ηλεκτρονικές αγορές και να στηρίξει τις επιχειρήσεις που πραγματοποιούν διασυνοριακές πωλήσεις συμβάλλοντας έτσι στην ευρωπαϊκή ψηφιακή ενιαία αγορά. Η νομική βάση για τη δημιουργία της πλατφόρμας είναι ο κανονισμός για την ηλεκτρονική επίλυση καταναλωτικών διαφορών, ο οποίος στηρίζεται στην οδηγία για την εναλλακτική επίλυση διαφορών.
Η πλατφόρμα ηλεκτρονικής επίλυσης διαφορών  προσφέρει ένα ενιαίο σημείο εισόδου που επιτρέπει στους καταναλωτές και τους εμπόρους στην ΕΕ να διευθετούν τις διαφορές τους τόσο για εγχώριες όσο και για διασυνοριακές ηλεκτρονικές αγορές. Με τη βοήθεια της πλατφόρμας οι διαφορές προωθούνται σε εθνικούς φορείς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών οι οποίοι συνδέονται με την πλατφόρμα, έχουν επιλεγεί από τα κράτη μέλη σύμφωνα με κριτήρια ποιότητας και έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πλατφόρμα δίνει στους χρήστες τη δυνατότητα να διευθετούν τις διαφορές τους μόνο ηλεκτρονικά, αλλά είναι εύχρηστη και προσιτή από κάθε είδους συσκευή. Οι καταναλωτές μπορούν να συμπληρώνουν το δελτίο καταγγελίας στην πλατφόρμα ακολουθώντας τρία απλά βήματα. Επίσης, η πλατφόρμα είναι πολύγλωσση και διαθέτει μεταφραστική στήριξη ώστε να είναι δυνατή η επίλυση διαφορών μεταξύ μερών σε διαφορετικές ευρωπαϊκές χώρες.
Η πρόσβαση σε αυτήν την εναλλακτική επίλυση διαφορών παρέχεται ανεξάρτητα από το προϊόν ή την υπηρεσία που αγοράσθηκε και ανεξάρτητα από το αν ο έμπορος εδρεύει στο ίδιο κράτος μέλος με τον καταναλωτή ή σε άλλο κράτος μέλος. Η εναλλακτική επίλυση διαφορών αποτελεί έναν γρήγορο και οικονομικό τρόπο επίλυσης διαφορών. Δεν αντικαθιστά μεν την προσφυγή στα δικαστήρια, αλλά είναι πολύ λιγότερο δαπανηρή και χρονοβόρα: χρειάζονται το πολύ 90 ημέρες κατά μέσο όρο για να επιλυθεί μια διαφορά. Οι έμποροι θα επωφεληθούν επίσης από τη νέα πλατφόρμα, καθώς οι διαδικασίες εναλλακτικής επίλυσης διαφορών θα τους βοηθήσουν όχι μόνο να αποφύγουν υψηλά δικαστικά έξοδα, αλλά και να διατηρήσουν καλές σχέσεις με τους πελάτες τους.
Μέχρις στιγμής έχουν συνδεθεί με την πλατφόρμα περίπου 117 φορείς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών από 17 κράτη μέλη και η Επιτροπή συνεργάζεται με τα κράτη μέλη, έτσι ώστε να επεκταθεί η κάλυψη το συντομότερο δυνατόν.


ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Η πλατφόρμα ηλεκτρονικής επίλυσης διαφορών:

Ο σχετικός κανονισμός:

Η σχετική οδηγία:

Οι φορείς επίλυσης διαφορών:

Βλ. επίσης: