Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΕΕυρΔ 4:2005 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2005). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΕΕυρΔ 4:2005 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2005). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2005

ΝΕΟΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ (TLD) .eu

Ο ανωτέρω τίτλος, αν και αρκετά τεχνικός, αποδίδει επισήμως τη δημιουργία της νέας διαδικτυακής κατάληξης ονομάτων χώρου «.eu», που φιλοδοξεί να μεταφέρει το κλίμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης στον κυβερνοχώρο. Καταρχήν πρέπει να διευκρινιστεί ότι με τους όρους «διαδικτυακή κατάληξη», «κατάληξη ονόματος χώρου» ή, ορθότερα, «τομέας ανωτάτου επιπέδου» -σε πιστή μετάφραση του «Τop Level Domain» (εν συντομία «TLD»)- εννοείται το τελευταίο πεδίο μιας διεύθυνσης ιστοσελίδας ή και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Συνεπώς, στο http://www.cieel.gr και στο kdeod@cieel.gr η κατάληξη «.gr» αποτελεί, για παράδειγμα, τον τομέα ανωτάτου επιπέδου (TLD). Σήμερα, οι διαθέσιμοι TLDs διακρίνονται σε εθνικούς ή αλλιώς TLDs κώδικα χώρας (country code ή ccTLDs) και σε γενικού χαρακτήρα TLDs (generic ή gTLDs). Παραδείγματα της πρώτης κατηγορίας αποτελούν οι καταλήξεις .gr, .uk, .de, .fr κλπ. και της δεύτερης η πολύ διαδεδομένη κατάληξη .com αλλά και άλλες όπως .net, .org, .info κλπ. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί πως για την οργάνωση και διαχείριση της ονοματοδοσίας και διευθυνσιοδότησης στο διαδίκτυο υπεύθυνος είναι ο οργανισμός ICANN (Internet Corporation for Assigned Names and Numbers) με έδρα τις Η.Π.Α., ο οποίος έκρινε θετικά το αίτημα για ανάθεση του .eu TLD στην Ευρωπαϊκή Ένωση βάσει του χρησιμοποιούμενου προτύπου ISO 3166. Στο εξής, λοιπόν, οι χρήστες του Διαδικτύου, πολίτες, οργανισμοί και επιχειρήσεις στην Ε.Ε., μπορούν να επιλέξουν για τη διεύθυνση της ιστοσελίδας τους τη νέα κατάληξη «.eu» που δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία της Ε.Ε.. Μεταξύ άλλων, αξίζει να ειπωθεί πως το νέο αυτό ευρωπαϊκό TLD κατηγοριοποιείται ως εθνικό (ccTLD) αλλά είναι το πρώτο, το οποίο διακρίνεται από το χαρακτήρα μιας διευρυμένης εδαφικής ταυτότητας, που ξεπερνώντας τα παραδοσιακά εθνικά όρια χρησιμοποιεί τη νομική οντότητα μιας ένωσης κρατών για να αποκτήσει διαδικτυακό στίγμα.

Όσον αφορά το ιστορικό της δημιουργίας του «.eu», η ιδέα άρχισε να συζητείται το 1997, παίρνοντας πιο ουσιαστική μορφή στις αρχές του 2000 με τη δημοσίευση Εγγράφου Εργασίας (COM (02.02.2000) 153 τελικό) και σχετικής Ανακοίνωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (COM (05.07.2000) 421 τελικό). Στα τέλη του ίδιου έτους η Επιτροπή προχώρησε σε μια πρώτη πρόταση Κανονισμού «για την υλοποίηση του τομέα ανωτάτου επιπέδου “.EU” στο Διαδίκτυο (Internet)» (COM (12.12.2000) 827 τελικό). Η πρόταση αυτή, τροποποιημένη από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (COM (02.10.2001) 535 τελικό), οδήγησε τελικά στην έκδοση του Κανονισμού (ΕΚ) 733/22.04.2002 «για την υλοποίηση του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου». Με τον εν λόγω Κανονισμό χαράχτηκε η πολιτική στρατηγική για τη δημιουργία και το πλαίσιο λειτουργίας ενός «μητρώου», που με τη μορφή μη κερδοσκοπικού οργανισμού αναλαμβάνει την οργάνωση, τη διαχείριση και τη διεύθυνση του .eu TLD. Ακολούθως, την 21η Μαΐου 2003, η Επιτροπή δημοσίευσε Απόφασή της με την οποία ορίζεται ως «μητρώο» ανωτάτου επιπέδου .eu ο «European Registry for Internet Domains» (EURid), ο οποίος επελέγη ύστερα από δημόσια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος και αξιολογική διαδικασία.

Μετά την επιλογή του EURid μεσολάβησαν αρκετοί μήνες προετοιμασίας έως τις 7 Δεκεμβρίου 2005, οπότε και ξεκίνησε η διαδικασία καταχώρισης ονομάτων τομέα στον .eu TLD. Η διαδικασία διέπεται από τις ρυθμίσεις του Κανονισμού (ΕΚ) 874/28.04.2004 «για τη θέσπιση κανόνων δημοσίου συμφέροντος σχετικά με την υλοποίηση και τις λειτουργίες του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου και τις αρχές που διέπουν την καταχώριση». Σύμφωνα με τον Κανονισμό, οι αιτήσεις καταχώρισης δεν υποβάλλονται απευθείας ενώπιον του EURid, αλλά ενώπιον διαπιστευμένων καταχωρητών που εδρεύουν στα κράτη-μέλη και αναλαμβάνουν τη διεκπεραίωση της διαδικασίας για λογαριασμό των ενδιαφερομένων με ανάλογη χρέωση (το ελάχιστο κόστος καταχώρισης ανέρχεται σε 10 €). Ως προς την καταχώριση των ονομάτων ισχύει η αρχή της χρονικής προτεραιότητας υποβολής της αίτησης (first come, first served principle). Παράλληλα προβλέπεται ένα μητρώο ονομάτων που δεν καταχωρίζονται, όπου περιλαμβάνονται για παράδειγμα ονόματα χωρών και εθνικοί κωδικοί (π.χ. «gr» για την Ελλάδα) καθώς επίσης δύνανται να εξαιρεθούν από την καταχώριση, ονόματα με δυσφημιστικό, ρατσιστικό και εν γένει ανάρμοστο περιεχόμενο αν υπάρχει σχετική απόφαση δικαστηρίου κράτους-μέλους.

Βάσει του Κανονισμού (ΕΚ) 874/2004 επιβάλλεται μία πρώτη περίοδος Σταδιακής Καταχώρισης (Sunrise Period), η οποία χωρίζεται σε δύο φάσεις διάρκειας δύο μηνών η καθεμία. Στην πρώτη φάση, το δικαίωμα καταχώρισης αφορά μόνο κατατεθέντα εθνικά και κοινοτικά εμπορικά σήματα καθώς και δημόσιους φορείς των κρατών-μελών. Στη δεύτερη φάση, αιτήσεις καταχώρισης μπορούν να υποβληθούν τόσο από δικαιούχους της πρώτης φάσης όσο και από κατόχους άλλων «προηγούμενων δικαιωμάτων». Τα λοιπά «προηγούμενα δικαιώματα» περιλαμβάνουν π.χ. μη κατατεθέντα εμπορικά σήματα, εμπορικές επωνυμίες, οικογενειακά ονόματα, τίτλους προστατευόμενων καλλιτεχνικών έργων κλπ. στο μέτρο που προστατεύονται από το εθνικό δίκαιο των κρατών-μελών. Στην περίοδο αυτή δεν ισχύει η αρχή της χρονικής προτεραιότητας της αίτησης. Η ύπαρξη προηγούμενου δικαιώματος αποδεικνύεται με έγγραφα, ο έλεγχος των οποίων διενεργείται από την εταιρεία PricewaterhouseCoopers, με εξαίρεση τους δημόσιους φορείς που υποβάλλουν τα νομιμοποιητικά έγγραφα ενώπιον αρμόδιου φορέα επικύρωσης που ορίζει το κάθε κράτος-μέλος. Στην Ελλάδα αρμόδια είναι η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, η οποία νομιμοποιεί ως κατόχους προηγούμενου δικαιώματος μόνο νομικά πρόσωπα του στενού δημόσιου τομέα (π.χ. Υπουργεία, ΟΤΑ, ν.π.δ.δ.).

Με ανακοίνωση του EURid, η περίοδος της Σταδιακής Καταχώρισης εκτείνεται χρονικά από 7 Δεκεμβρίου 2005 έως 6 Απριλίου 2006. Μετά τη λήξη της, έχει δυνατότητα οποιοσδήποτε είναι εγκατεστημένος στην Ε.Ε. να υποβάλλει αίτηση καταχώρησης ονόματος τομέα στον .eu TLD. Ήδη, πάντως, ο μεγάλος αριθμός των αιτήσεων στην περίοδο Σταδιακής Καταχώρισης καταδεικνύει τη μεγάλη ζήτηση για τις νέες διευθύνσεις με κατάληξη «.eu». Είναι ενδεικτικό πως τις δύο πρώτες μέρες συγκεντρώθηκαν συνολικά 117.424 αιτήσεις για 86.122 ονόματα τομέα από τους 800 περίπου διαπιστευμένους καταχωρητές όλων των κρατών-μελών. Το μεγαλύτερο δε ενδιαφέρον συγκέντρωσε το όνομα «sex.eu» με 227 αιτούντες να το διεκδικούν. Σύμφωνα και με την Ευρωπαία Επίτροπο για την Κοινωνία της Πληροφορίας και τα Μέσα Επικοινωνίας, κ. Βίβιαν Ρέντινγκ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ευελπιστεί ότι ο τομέας ανωτάτου επιπέδου .eu θα καταστεί εξίσου σημαντικός με τον .com (dot com), προσφέροντας, ιδιαίτερα στις επιχειρήσεις, προστασία βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας απέναντι σε καταληψίες του κυβερνοχώρου.

ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

http://europa.eu.int/information_society/policy/doteu/background/index_en.htm

http://www.eurid.eu/en/registrant

http://www.eu-domain-names-resource.com

http://www.icann.org/minutes/prelim-report-25sep00.htm#00.74

http://eu.domeny.cz/?inc=historie

http://www.infoworld.com/article/05/12/07/HNsex.eu_1.html

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2005

ΝΕΑ ΟΔΗΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

Τον Απρίλιο του 2004, με πρωτοβουλία της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ιρλανδίας, του Βασιλείου της Σουηδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου προτάθηκε στους κόλπους της Ε.Ε. μια απόφαση-πλαίσιο «για τη διατήρηση δεδομένων που υποβάλλονται σε επεξεργασία και αποθηκεύονται σε συνάρτηση με την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμων στο κοινό, ή δεδομένων που περιλαμβάνονται σε δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, με σκοπό την πρόληψη, τη διερεύνηση, τον εντοπισμό και τη δίωξη του εγκλήματος και των εν γένει ποινικών αδικημάτων, στα οποία περιλαμβάνεται και η τρομοκρατία». Το επίμαχο σχέδιο απόφασης-πλαισίου συνάντησε πολλές αντιδράσεις αναφορικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων και την περιφρούρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και απορρίφθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά τη διαδικασία διαβούλευσης. Μετά από μερικούς μήνες, υπό την Προεδρία του Ηνωμένου Βασιλείου και με αφορμή το τρομοκρατικό χτύπημα της 7ης Ιουλίου 2005 στο μετρό του Λονδίνου, ο Βρετανός Υπουργός Εσωτερικών ζήτησε τη στήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αλλά και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με σκοπό την ενίσχυση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας ενάντια στην τρομοκρατική απειλή. Η ανταπόκριση της Επιτροπής ήταν άμεση: τον Σεπτέμβριο του 2005 κατέθεσε πρόταση Οδηγίας «σχετικά με τη διατήρηση των δεδομένων τα οποία υποβλήθηκαν σε επεξεργασία σχετική με την παροχή δημόσιων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και για την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ». Μετά από αρκετές αλλαγές η πρόταση εγκρίθηκε τελικά με τη συναπόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που στις 14 Δεκεμβρίου 2005 την υπερψήφισε με 378 ψήφους έναντι 197.

Η νέα Οδηγία, που αναμένεται να δημοσιευτεί, αν και ικανοποίησε τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών, την Επιτροπή και την πλειοψηφία των ευρωβουλευτών προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια στην κοινή γνώμη γεννώντας ένα ακόμα ακτιβιστικό μέτωπο. Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της Οδηγίας, επιβάλλεται στους οργανισμούς τηλεπικοινωνιών και στους παροχείς υπηρεσιών Ίντερνετ η διατήρηση τηλεπικοινωνιακών δεδομένων κίνησης και θέσης των χρηστών, φυσικών ή νομικών προσώπων, για ορισμένο διάστημα με σκοπό τη διευκόλυνση της έρευνας, του εντοπισμού και της δίωξης σοβαρών εγκλημάτων. Όσον αφορά το είδος των δεδομένων, παρατίθεται αναλυτικός κατάλογος που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων, ως προς τη σταθερή και κινητή τηλεφωνία, τον τηλεφωνικό αριθμό καλούντος και καλούμενου, τη διάρκεια, την ημέρα και την ώρα κλήσης για περαιωμένες ή αναπάντητες κλήσεις καθώς και τον αριθμό αποστολέα και λήπτη γραπτών μηνυμάτων (SMS), ενώ αναφορικά με τις διαδικτυακές υπηρεσίες, προβλέπεται η καταγραφή της ταυτότητας του χρήστη, της διεύθυνσης ΙΡ, του είδους σύνδεσης, του αριθμού τηλεφωνικής γραμμής και της ταυτότητας των συμμετεχόντων σε κλήσεις VoIP (Voice over IP ή κοινώς «ιντερνετική τηλεφωνία»). Όπως προκύπτει, λοιπόν, η εποπτεία των δεδομένων, αν και ευρεία, δεν επεκτείνεται, προς το παρόν τουλάχιστον, σε παρακολούθηση του περιεχομένου αλλά καλύπτει μόνο τα περιγραφικά στοιχεία χρήσης. Το χρονικό διάστημα διατήρησης των δεδομένων, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια κάθε κράτους-μέλους, που πρέπει όμως να κινηθεί μέσα σε ένα όριο 6 έως 24 μηνών από την ημερομηνία της επικοινωνίας. Επιπλέον, η πρόσβαση στα δεδομένα επιτρέπεται αποκλειστικά για την έρευνα «σοβαρών εγκλημάτων», ο ορισμός των οποίων εναπόκειται και πάλι στη βούληση του εθνικού νομοθέτη, ο οποίος όμως παραπέμπεται διευκρινιστικά στον κατάλογο εγκλημάτων που εμπεριέχεται στην απόφαση-πλαίσιο για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Από το τελικό κείμενο της Οδηγίας απουσιάζει, επίσης, κάποια πρόβλεψη σχετικά με την κάλυψη του κόστους που θα επωμιστούν οι εταιρίες τηλεπικοινωνιών και παροχής Ίντερνετ για τη διατήρηση αυτού του μεγάλου όγκου δεδομένων. Σύμφωνα και με γνωμοδότηση της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς, η διατήρηση δεδομένων θα επιβαρύνει οικονομικά σε σημαντικό βαθμό την ευρωπαϊκή βιομηχανία επικοινωνιών. Το γεγονός αυτό δημιουργεί τον κίνδυνο εμπορικής εκμετάλλευσης των συλλεχθέντων δεδομένων από τους παρόχους προς αντιστάθμιση των αυξημένων εξόδων τους. Στην περίπτωση αυτή, βέβαια, καταργείται κάθε έννοια προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Δικαιολογημένα, οι πολίτες της Ένωσης αντιμετωπίζουν τη νέα Οδηγία, ως προσπάθεια αστυνόμευσης της προσωπικής ζωής και περιορισμού της ατομικής ελευθερίας. Μόλις τρία χρόνια έχουν περάσει, άλλωστε, από τότε που ο Ευρωπαίος νομοθέτης ενίσχυσε την προστασία των προσωπικών δεδομένων με την Οδηγία 2002/58/ΕΚ και επανέρχεται σήμερα με μια γενική τροποποιητική διάταξη, που φιλοξενείται στη νέα Οδηγία, απασφαλίζοντας ουσιαστικά την προστασία της ιδιωτικής ζωής. Όπως αναφέρει και ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων στη σχετική γνωμοδότησή του, «η Οδηγία έχει σημαντικό αντίκτυπο στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα […] και παρά τη μεταβολή των περιστάσεων δεν πείθει για την αναγκαιότητα της διατήρησης των δεδομένων κίνησης και θέσης προς το σκοπό της επιβολής του νόμου». Εν κατακλείδι, αναμένεται με ενδιαφέρον η προσαρμογή των νέων κοινοτικών ρυθμίσεων στην ελληνική νομοθεσία. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς πως ακόμη εκκρεμεί η ενσωμάτωση της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ «για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στη ηλεκτρονικές επικοινωνίες». Ίσως, βέβαια, τα αντανακλαστικά του Έλληνα νομοθέτη αποδειχθούν ταχύτερα στην προσπάθεια παρακολούθησης του ιδιωτικού βίου σε σχέση με τις πρωτοβουλίες περιφρούρησής του.


ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Σχέδιο απόφασης πλαισίου:

http://www.europarl.eu.int/meetdocs/2004_2009/documents/cls/
cons
_cons(2004)08958_/cons_cons(2004)08958_el.pdf

Πρόταση Οδηγίας:

http://europa.eu.int/information_society/policy/ecomm/doc/
info_centre/communic_reports/data_retention/retention_proposal_en_com_2005_0438.pdf (αρχική)

http://www.ispai.ie/051202EUDR.pdf (τελική)

Γνωμοδότηση Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων:

http://europa.eu.int/eur-lex/lex/LexUriServ/site/el/oj/2005/
c
_298/c_29820051129el00010012.pdf

Σχέδιο γνωμοδότησης Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς:

http://www.europarl.eu.int/meetdocs/2004_2009/documents/cls/
cons
_cons(2004)08958_/cons_cons(2004)08958_el.pdf

Δελτία τύπου:

http://europa.eu.int/rapid/pressReleasesAction.do?reference=MEMO/
05/328&format=HTML&aged=0&language=EN&guiLanguage=en

http://news.com.com/Europe+passes+tough+new+data+retention+laws/
2100-7350_3-5995089.html

Αντιδράσεις Ακτιβιστών:

http://www.dataretentionisnosolution.com/index.php?lang=el

http://wiki.ffii.de/DataRet0512En

http://www.epic.org/privacy/intl/data_retention.html

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2005

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ

Από τις 16 έως τις 18 Νοεμβρίου 2005, οργανώθηκε στην Τύνιδα, με πρωτοβουλία του Ο.Η.Ε. και υπό την εποπτεία της Διεθνούς Τηλεπικοινωνιακής Ένωσης (International Telecommunications Union, ITU), η Παγκόσμια Σύνοδος Κορυφής για την Κοινωνία της Πληροφορίας (World Summit on the Information Society, WSIS). Αποτελώντας λογική συνέχεια της 1ης Συνόδου που πραγματοποιήθηκε στη Γενεύη στις 10-12 Δεκεμβρίου 2003, η Σύνοδος αυτή εστίασε στην προβληματική του λεγόμενου «ψηφιακού χάσματος» ανάμεσα στις αναπτυγμένες και στις αναπτυσσόμενες χώρες. Εντούτοις, πολύ πριν από την έναρξη των εργασιών της, το ενδιαφέρον των κυβερνήσεων και της κοινής γνώμης φάνηκε να απορροφά η συζήτηση γύρω από τον έλεγχο του Ίντερνετ και τη δημιουργία νέων διαδικτυακών ηγεμονιών.

Ίσως δημιουργεί απορία η αναφορά σε ελεγκτικούς μηχανισμούς ενός μέσου που ορίζεται ως μη ιεραρχικό δίκτυο και λειτουργεί σε αποκεντρωμένη βάση. Ωστόσο, πέρα από την άναρχη δομή που καθιστά ανέφικτο τον έλεγχό του, το Διαδίκτυο υπόκειται σε μία εποπτεία όσον αφορά τις διευθύνσεις του αχανούς Παγκόσμιου Ιστού (WWW). Ειδικότερα, η διαχείριση του μητρώου διευθύνσεων IP (Internet Protocol address), του συστήματος ονομάτων τομέα, DNS (Domain Name System) καθώς και η απόδοση τομέων ανωτάτου επιπέδου, TLD (Top Level Domain) ρυθμίζεται από τον, διεθνούς στελέχωσης, μη κερδοσκοπικό Οργανισμό ιδιωτικού δικαίου ICANN (Internet Corporation for Assigned Names and Numbers). Ο Οργανισμός λειτουργεί από το 1998 με έδρα το Λος Άντζελες, υπάγεται στο Υπουργείο Εμπορίου των Η.Π.Α. και υπόκειται στο νομικό καθεστώς τους. Ως προς την τεχνική δομή του, ο ICANN αποτελείται από 13 διακομιστές βάσης (root servers), εκ των οποίων 10 βρίσκονται στις Η.Π.Α., 2 στην Ευρώπη και 1 στην Ιαπωνία θωρακίζοντας τη λειτουργική σταθερότητα του Δικτύου. Ο ρόλος του ICANN μπορεί να θεωρηθεί τεχνικός, αλλά έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς εξασφαλίζει στην πράξη τη διαρκή ενημέρωση των φυλλομετρητών (browser, π.χ. Internet Explorer) και των προγραμμάτων e-mail για την ορθή και ταχεία διακίνηση των δεδομένων στον Ιστό. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 η λειτουργία του ICANN υπό την εποπτεία της κυβέρνησης των Η.Π.Α. μπορούσε να θεωρηθεί αυτονόητη, τουλάχιστον λόγω της καταγωγής του Ίντερνετ που γεννήθηκε και εξελίχθηκε σε αμερικανικό έδαφος. Παρ’ όλα αυτά, λίγα χρόνια αργότερα, η απότομη εξάπλωση του Διαδικτύου ως πολυμεσικού φορέα γνώσης και επικοινωνίας με πρωτοφανή δυναμική και παγκόσμια εμβέλεια, τροφοδότησε ένα κλίμα αντιπαράθεσης μεταξύ κρατών για τη διεκδίκηση των ελεγκτικών μηχανισμών του. Πιο απλά, η αύξηση της ισχύος του διαδικτυακού μέσου αυξάνει αυτόματα τη δύναμη του διαχειριστή του και κατ’ επέκταση ωθεί όλο και περισσότερες δυνάμεις στη διεκδίκηση αυτού του ρόλου.

Πριν από τη Σύνοδο της Τύνιδας, η ειδικά συσταθείσα Ομάδα Εργασίας του Ο.Η.Ε. για τη Διακυβέρνηση του Ίντερνετ (Working Group on Internet Governance, WGIG) γνωστοποίησε τέσσερις προτάσεις για το μέλλον του Διαδικτύου, κινούμενη από το σενάριο διατήρησης της υπάρχουσας κατάστασης μέχρι την πλήρη ανατροπή της και τη δημιουργία ενός Διεθνούς Συμβουλίου Ίντερνετ προς αντικατάσταση του ICANN. Παράλληλα η κυβέρνηση των Η.Π.Α. κατέστησε σαφές ότι δεν σκόπευε να παραχωρήσει το διαχειριστικό της ρόλο, ενώ οι ηγεσίες, κυρίως, των αναπτυσσόμενων χωρών πήραν ανοιχτά θέση ενάντια στις ηγεμονικές τάσεις των Η.Π.Α. Η Βραζιλία, η Κίνα, η Ινδία, το Ιράν και η Κούβα συνασπίστηκαν υπέρ της ανάληψης των αρμοδιοτήτων του ICANN από έναν νέο οργανισμό υπό την εποπτεία του Ο.Η.Ε. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεπερνώντας τους αρχικούς δισταγμούς, επέλεξε μια συμβιβαστική λύση, προτείνοντας την αποδέσμευση του ICANN από την αμερικανική εποπτεία και τη σταδιακή αντικατάσταση του Οργανισμού από μία διακυβερνητική επιτροπή τεχνοκρατών. Εντέλει, η απάντηση για τη διακυβέρνηση του Ίντερνετ δόθηκε μέσα από τη Διακήρυξη της Τύνιδας. Ο ICANN διατήρησε την τεχνική διαχείριση του Διαδικτύου αλλά αποφασίστηκε η δημιουργία ενός διεθνούς forum, (Internet Governance Forum, IGF), όπου θα συζητούνται από εκπροσώπους του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα σημαντικά προβλήματα της λειτουργίας του Διαδικτύου, όπως το spamming ή το κυβερνοέγκλημα. Ωστόσο, οι αποφάσεις του forum -η πρώτη σύνοδος του οποίου αναμένεται μέσα στο 2006 στην Αθήνα- δεν θα έχουν καμία δεσμευτική ισχύ. Με τον τρόπο αυτό, το ζήτημα της διακυβέρνησης του Διαδικτύου φαίνεται να αναβάλλεται επ’ αόριστο αφήνοντας όμως σαφή ερωτηματικά σχετικά με το θεμιτό ή μη της αλλαγής του δεδομένου καθεστώτος. Πιο συγκεκριμένα τίθεται το ερώτημα αν υπάρχει η ανάγκη αυτής της αλλαγής ή επιδιώκεται η διόρθωση ενός μη υπαρκτού προβλήματος, αυξάνοντας τον κίνδυνο δυσμενών συνεπειών (π.χ. εμπλοκή παρεμβατικών καθεστώτων στην διαχείριση του Διαδικτύου με αποτέλεσμα τη σταδιακή επιβολή περιορισμών σε επίπεδο ελευθερίας έκφρασης, βλ. πρόσφατο κλείσιμο αντικυβερνητικών ιστοσελίδων στην Κίνα).

Τελικά, στο περιθώριο όλων αυτών των διαφωνιών για τη διακυβέρνηση του Ίντερνετ, η μόνη ουσιαστική πρωτοβουλία για τον περιορισμό του «ψηφιακού χάσματος» προήλθε από τον, ελληνικής καταγωγής, καθηγητή στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (Μ.Ι.Τ.), Νίκολας Νεγροπόντε. Ενώπιον αντιπροσώπων 176 χωρών και με τη στήριξη του Γ.Γ. του Ο.Η.Ε. Κόφι Ανάν, ο Νεγροπόντε παρουσίασε το πρωτότυπο μοντέλο ενός φορητού υπολογιστή με κόστος χαμηλότερο των 100 δολαρίων, που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος «100 Dollar Laptop» του Εργαστηρίου Μέσων (Media Lab) του Μ.Ι.Τ. Για την προώθηση του εν λόγω υπολογιστή έχει συσταθεί η μη κερδοσκοπική οργάνωση «One laptop per Child» (Ένας φορητός υπολογιστής για κάθε παιδί), αποσκοπώντας να προσφέρει στα παιδιά των αναπτυσσόμενων κρατών το απαραίτητο εφόδιο για να αποκτήσουν πρόσβαση στην Κοινωνία της Πληροφορίας.

ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

http://www.itu.int/wsis

http://www.icann.org/wsis/icann-wsis-11nov05.htm

http://www.icann.org/announcements/announcement-21nov05-2.htm

http://www.washingtonpost.com/wp-dyn/content/article/2005/11/04/ AR2005110401431.html

http://news.com.com/Internet+showdown+in+Tunis/2008-1012_3-5945200.html

http://www.theregister.co.uk/2005/11/16/us_wins_net_governance

http://news.bbc.co.uk/1/hi/technology/4441544.stm

http://laptop.media.mit.edu