Τετάρτη 30 Μαρτίου 2016

ΕΥΘΥΝΗ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΔΩΡΕΑΝ ΔΙΚΤΥΟΥ Wi-Fi

Εντός του Μαρτίου 2016, ο γενικός εισαγγελέας M. Szpunar ανέπτυξε ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) τις προτάσεις του στην υπόθεση C-484/14, στην οποία το Δικαστήριο κλήθηκε να διευκρινίσει αν και κατά πόσον ένας επιτηδευματίας, ο οποίος, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του, διατηρεί σε λειτουργία ένα δίκτυο Wi-Fi με ανοικτή και δωρεάν πρόσβαση στο κοινό, μπορεί να ευθύνεται για προσβολή των δικαιωμάτων του δημιουργού εκ μέρους χρήστη του δικτύου αυτού.
Πιο συγκεκριμένα, ως προς το ιστορικό της συγκεκριμένης υπόθεσης, ο Γερμανός Tobias Mc Fadden εκμεταλλεύεται ένα κατάστημα τεχνικού εξοπλισμού εικόνας και ήχου στο Μόναχο, εντός του οποίου προσφέρει ένα δίκτυο Wi-Fi ανοικτό στο κοινό. Το 2010 ένα μουσικό έργο, τα δικαιώματα του οποίου έχει η Sony, προσφέρθηκε παράνομα προς τηλεφόρτωση μέσω του δικτύου αυτού. Το πρωτοδικείο του Μονάχου έκρινε τη διαφορά μεταξύ της Sony και του T. Mc Fadden και εκτίμησε ότι δεν προσέβαλε ο ίδιος τα σχετικά δικαιώματα του δημιουργού. Εξετάζει όμως τη δυνατότητα να θεωρηθεί ότι ο T. Mc Fadden ευθύνεται εμμέσως για την προσβολή αυτή, λόγω της ελλείψεως προστασίας του δικτύου του Wi-Fi. Διατηρώντας πάντως αμφιβολίες ως προς το αν η οδηγία 2000/31/ΕΚ για το ηλεκτρονικό εμπόριο αντιτίθεται σε μια τέτοια έμμεση ευθύνη, το γερμανικό πρωτοδικείο απευθύνθηκε στο ΔΕΕ.
Η εν λόγω οδηγία περιορίζει την ευθύνη των ενδιάμεσων φορέων παροχής υπηρεσιών λόγω παράνομης δραστηριότητας εκ μέρους τρίτου, όταν η παροχή υπηρεσίας τους συνίσταται σε μια «απλή μετάδοση» των πληροφοριών. Ο ως άνω περιορισμός ευθύνης ισχύει υπό την επιφύλαξη ότι πληρούνται τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις, ήτοι ότι 1) ο φορέας παροχής υπηρεσιών δεν πρέπει να αποτελεί την αφετηρία της μεταδόσεως των πληροφοριών, 2) δεν πρέπει να επιλέγει τον αποδέκτη της μεταδόσεως και 3) δεν πρέπει να επιλέγει ούτε να τροποποιεί τις πληροφορίες που αποτελούν το αντικείμενο της μεταδόσεως. Το πρωτοδικείο του Μονάχου θεωρεί ότι αυτές οι προϋποθέσεις πληρούνται εν προκειμένω, αλλά διερωτάται αν ο T. Mc Fadden είναι πράγματι φορέας παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια της οδηγίας.
Ο γενικός εισαγγελέας Szpunar εκτιμά ότι αυτός ο περιορισμός ευθύνης έχει  εφαρμογή και σε πρόσωπο όπως ο T. Mc Fadden, το οποίο διατηρεί σε λειτουργία, παρεπομένως σε σχέση με την κύρια οικονομική του δραστηριότητα, ένα ανοικτό δωρεάν στο κοινό δίκτυο Wi-Fi. Κατ’ αυτόν, δεν είναι αναγκαίο να εμφανίζεται το πρόσωπο αυτό έναντι του κοινού ως φορέας παροχής υπηρεσιών ή ακόμη να προβαίνει εμφανώς σε ενέργειες προωθήσεως της δραστηριότητάς του, απευθυνόμενος σε εν δυνάμει πελάτες.
Ο γενικός εισαγγελέας διευκρινίζει ότι η οδηγία αντιτίθεται σε κάθε διαταγή η οποία απευθύνεται σε πρόσωπο που διατηρεί σε λειτουργία ένα ανοικτό στο κοινό δίκτυο Wi-Fi, παρεπομένως σε σχέση με την κύρια οικονομική του δραστηριότητα, όταν ο αποδέκτης της διαταγής για να συμμορφωθεί προς αυτή, πρέπει 1) να απενεργοποιήσει τη διαδικτυακή σύνδεση ή 2) να την προστατεύσει με κωδικό προσβάσεως ή 3) να ελέγχει κάθε επικοινωνία που διεξάγεται μέσω αυτής της συνδέσεως προκειμένου να εξακριβώνει αν το συγκεκριμένο έργο που προστατεύεται από το δικαίωμα του δημιουργού μεταδίδεται εκ νέου παρανόμως.
Ειδικότερα, ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι η επιβολή υποχρεώσεως προστασίας με κωδικό της προσβάσεως στο δίκτυο Wi-Fi, ως μέθοδος προστασίας του δικαιώματος του δημιουργού εντός του διαδικτύου, δεν θα ήταν σύμφωνη προς την απαίτηση δίκαιης ισορροπίας μεταξύ, αφενός, της προστασίας του δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας, της οποίας απολαύουν οι κάτοχοι του δικαιώματος του δημιουργού, και, αφετέρου, της προστασίας της επιχειρηματικής ελευθερίας η οποία ισχύει για τους φορείς παροχής των σχετικών υπηρεσιών. Περιορισμός της προσβάσεως σε νόμιμες επικοινωνίες θα συνεπαγόταν, επιπλέον, περιορισμό της ελευθερίας εκφράσεως και πληροφορήσεως.
Υπό γενικότερο πρίσμα, η ενδεχόμενη γενίκευση της υποχρεώσεως προστασίας των δικτύων Wi-Fi, ως μέθοδος προστασίας του δικαιώματος του δημιουργού εντός του Διαδικτύου, θα μπορούσε να προκαλέσει μειονεκτήματα για όλη την κοινωνία τα οποία ενδέχεται να υπερβούν το ενδεχόμενο όφελός της για τους κατόχους αυτών των δικαιωμάτων.


ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Το πλήρες κείμενο των εισαγγελικών προτάσεων:

Η οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο:
http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ.do?uri=CELEX:32000L0031:EL:HTML

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΠΙΛΥΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΓΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΟΥΣ

Στις 15 Φεβρουαρίου 2016, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εγκαινίασε τη νέα πλατφόρμα με την οποία οι καταναλωτές και οι έμποροι μπορούν να επιλύουν ηλεκτρονικά τις διαφορές τους για αγορές που έγιναν στο διαδίκτυο. Συνήθως οι καταναλωτές που αντιμετωπίζουν προβλήματα στις ηλεκτρονικές τους αγορές δεν υποβάλλουν καταγγελία, καθώς πιστεύουν ότι η διαδικασία είναι υπερβολικά χρονοβόρα και ότι δεν θα οδηγήσει σε επίτευξη λύσης. Η πλατφόρμα ηλεκτρονικής επίλυσης διαφορών (ΗΕΔ) αποτελεί ένα καινοτόμο εργαλείο που έχει ως σκοπό να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών στις ηλεκτρονικές αγορές και να στηρίξει τις επιχειρήσεις που πραγματοποιούν διασυνοριακές πωλήσεις συμβάλλοντας έτσι στην ευρωπαϊκή ψηφιακή ενιαία αγορά. Η νομική βάση για τη δημιουργία της πλατφόρμας είναι ο κανονισμός για την ηλεκτρονική επίλυση καταναλωτικών διαφορών, ο οποίος στηρίζεται στην οδηγία για την εναλλακτική επίλυση διαφορών.
Η πλατφόρμα ηλεκτρονικής επίλυσης διαφορών  προσφέρει ένα ενιαίο σημείο εισόδου που επιτρέπει στους καταναλωτές και τους εμπόρους στην ΕΕ να διευθετούν τις διαφορές τους τόσο για εγχώριες όσο και για διασυνοριακές ηλεκτρονικές αγορές. Με τη βοήθεια της πλατφόρμας οι διαφορές προωθούνται σε εθνικούς φορείς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών οι οποίοι συνδέονται με την πλατφόρμα, έχουν επιλεγεί από τα κράτη μέλη σύμφωνα με κριτήρια ποιότητας και έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πλατφόρμα δίνει στους χρήστες τη δυνατότητα να διευθετούν τις διαφορές τους μόνο ηλεκτρονικά, αλλά είναι εύχρηστη και προσιτή από κάθε είδους συσκευή. Οι καταναλωτές μπορούν να συμπληρώνουν το δελτίο καταγγελίας στην πλατφόρμα ακολουθώντας τρία απλά βήματα. Επίσης, η πλατφόρμα είναι πολύγλωσση και διαθέτει μεταφραστική στήριξη ώστε να είναι δυνατή η επίλυση διαφορών μεταξύ μερών σε διαφορετικές ευρωπαϊκές χώρες.
Η πρόσβαση σε αυτήν την εναλλακτική επίλυση διαφορών παρέχεται ανεξάρτητα από το προϊόν ή την υπηρεσία που αγοράσθηκε και ανεξάρτητα από το αν ο έμπορος εδρεύει στο ίδιο κράτος μέλος με τον καταναλωτή ή σε άλλο κράτος μέλος. Η εναλλακτική επίλυση διαφορών αποτελεί έναν γρήγορο και οικονομικό τρόπο επίλυσης διαφορών. Δεν αντικαθιστά μεν την προσφυγή στα δικαστήρια, αλλά είναι πολύ λιγότερο δαπανηρή και χρονοβόρα: χρειάζονται το πολύ 90 ημέρες κατά μέσο όρο για να επιλυθεί μια διαφορά. Οι έμποροι θα επωφεληθούν επίσης από τη νέα πλατφόρμα, καθώς οι διαδικασίες εναλλακτικής επίλυσης διαφορών θα τους βοηθήσουν όχι μόνο να αποφύγουν υψηλά δικαστικά έξοδα, αλλά και να διατηρήσουν καλές σχέσεις με τους πελάτες τους.
Μέχρις στιγμής έχουν συνδεθεί με την πλατφόρμα περίπου 117 φορείς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών από 17 κράτη μέλη και η Επιτροπή συνεργάζεται με τα κράτη μέλη, έτσι ώστε να επεκταθεί η κάλυψη το συντομότερο δυνατόν.


ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Η πλατφόρμα ηλεκτρονικής επίλυσης διαφορών:

Ο σχετικός κανονισμός:

Η σχετική οδηγία:

Οι φορείς επίλυσης διαφορών:

Βλ. επίσης:

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

ΣΥΣΤΑΣΗ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΨΗΦΙΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Στις 27 Ιανουαρίου 2016, το υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης έθεσε σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση το σχέδιο νόμου για τη «Σύσταση Γενικής Γραμματείας Ψηφιακής Πολιτικής», καλώντας τους κοινωνικούς εταίρους και κάθε ενδιαφερόμενο να συμμετάσχει καταθέτοντας προτάσεις, προκειμένου να βελτιωθούν οι διατάξεις του νομοσχεδίου.
 Σύμφωνα με το υπουργείο, η σύσταση της Γενικής Γραμματείας Ψηφιακής Πολιτικής (ΓΓΨΠ) έρχεται να επιλύσει προβλήματα που αντιμετωπίζει για περισσότερο από δύο δεκαετίες η Ελληνική Δημόσια Διοίκηση στα θέματα Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ). Επειδή οι τεχνολογίες αυτές εκτείνονται στο σύνολο της οικονομίας και της κοινωνίας, οι επιπτώσεις είναι ευρύτερες. Ειδικότερα, στην εποχή της εξελισσόμενης Πληροφορικής Επανάστασης, οι τεχνολογίες αυτές έχουν κεντρικό ρόλο στην παραγωγική αναδιάρθρωση και ανάπτυξη της χώρας.
Εδώ και τρεις δεκαετίες περίπου έχουν δαπανηθεί στη χώρα μας πολλά δισεκατομμύρια εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων για μελέτες, υποδομές, συστήματα και εφαρμογές πληροφορικής και επικοινωνιών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αλλά το αποτέλεσμα απέχει πολύ από το αναμενόμενο. Επικαλύψεις, επαναλήψεις, ανεπαρκής αξιοποίηση, ελλιπής συνεργασία και διαλειτουργικότητα συστημάτων, πολύ μεγάλο κόστος, προβλήματα ασφάλειας συστημάτων και δεδομένων, καθώς και αναθέσεις των έργων που συνέβαλαν περισσότερο στην αύξηση εσόδων των αναδόχων και στις συνεχείς επεκτάσεις των συμβολαίων, παρά στην επιτυχία των συστημάτων που τους ανατέθηκαν. Συνέπεια είναι οι περιορισμένες σχετικές υπηρεσίες προς τους χρήστες και τον πολίτη.
Όπως προκύπτει από το σχέδιο νόμου, η ΓΓΨΠ θα αποτελεί αυτοτελή επιτελική δημόσια υπηρεσία, υπαγόμενη απευθείας στον Πρωθυπουργό και θα έχει ως αποστολή, μεταξύ άλλων:
- τη χάραξη και εποπτεία υλοποίησης της Εθνικής Ψηφιακής Στρατηγικής, ως προς τις ανάγκες, τους στόχους, τις προτεραιότητες, και τον προσανατολισμό,  συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής για τις ΤΠΕ, την Ψηφιακή Αγορά και Επιχειρηματικότητα, το Ηλεκτρονικό Εμπόριο, τις Τεχνολογίες Πρόσβασης Νέας Γενεάς (Next Generation Access Networks) και την Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση,
- την παρακολούθηση και το συντονισμό των σχετικών δράσεων μεταξύ όλων των Υπουργείων και φορέων για την εφαρμογή και διασφάλιση της συνεκτικότητας της Εθνικής Ψηφιακής Στρατηγικής, την ανάλυση κόστους/ωφέλειας, την προτεραιοποίηση, την ωρίμανση, την αξιολόγηση,
- την κατάθεση προτάσεων στους αρμόδιους Υπουργούς για την βελτίωση και κωδικοποίηση της νομοθεσίας καθώς και την προώθηση δράσεων απλούστευσης διαδικασιών,
- την άσκηση και εφαρμογή της πολιτικής Ηλεκτρονικής και Ανοικτής Διακυβέρνησης στο Δημόσιο Τομέα,
- το σχεδιασμό, την υλοποίηση και την άμεση εποπτεία της λειτουργίας και ασφάλειας συστημάτων, εφαρμογών και υποδομών του Δημοσίου, καθώς και άλλων κρίσιμων υποδομών,
- την εποπτεία, ενσωμάτωση, ή δημιουργία νέων φορέων του Δημοσίου με αντικείμενο τις ΤΠΕ,
Στο πλαίσιο της αποστολής της, η ΓΓΨΠ θα αναλάβει ένα ευρύ πλαίσιο αρμοδιοτήτων, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν οι εξής:
- Κατάρτιση και εποπτεία υλοποίησης πενταετούς Εθνικού Στρατηγικού Σχεδίου για την Ψηφιακή Πολιτική.
- Συνεργασία καθ’ οιονδήποτε τρόπο με διεθνείς οργανισμούς και όργανα ή/και υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλων κρατών για την εκπόνηση, ανάληψη, χρήση, χρηματοδότηση, υλοποίηση προγραμμάτων – στρατηγικών σχεδίων για τις ΤΠΕ και την ψηφιακή ανάπτυξη.
- Συνεργασία με ακαδημαϊκούς και ερευνητικούς φορείς σε θέματα σχετικά με τις αρμοδιότητές της.
- Διατύπωση σύμφωνης γνώμης ως προς την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού με την οποία εγκρίνονται προσκλήσεις για όλες τις δράσεις/πράξεις ένταξης που αφορούν στη ψηφιακή ανάπτυξη.
- Συνεργασία με την Εθνική Αρχή Συντονισμού ΕΣΠΑ με σύμφωνη γνώμη για τα θέματα ΤΠΕ.
- Εποπτεία της Κοινωνίας της Πληροφορίας Α.Ε. και της Μονάδας Τεκμηρίωσης και Καινοτομιών του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης.
- Λειτουργία ως Εθνική Αρχή Συστήματος Ονομάτων Χώρων (Domain Name System – DNS) της Δημόσιας Διοίκησης και ως Εθνικός Καταχωρητής Ονομάτων Χώρου του Ελληνικού Δημοσίου. 
- Λειτουργία ως Εθνική Αρχή Αντιμετώπισης  Περιστατικών Παραβίασης Ασφάλειας Πληροφορικών Συστημάτων (National CERT), και συνεργασία προς τούτο με τις ανάλογες υπηρεσίες του Υπουργείων Εθνικής Άμυνας και Προστασίας Πολίτη.
Επικεφαλής της ΓΓΨΠ θα είναι ο Γενικός Γραμματέας Ψηφιακής Πολιτικής, με πενταετή θητεία που θα μπορεί να ανανεωθεί μόνο μία φορά.


ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Ο ιστότοπος της διαβούλευσης:

Το νομοσχέδιο για τη σύσταση της ΓΓΨΠ:

Η σχετική αιτιολογική έκθεση:
http://www.opengov.gr/ypes/wp-content/uploads/downloads/2016/01/Aitiologiki_Ekthesi.pdf

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

ΥΠΟΘΕΣΗ SCHREMS: Η ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΟΥΣ ΛΙΜΕΝΑ

Στις 6 Οκτωβρίου 2015, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε την υπόθεση C-362/14, Maximillian Schrems κατά Data Protection Commissioner, και αποφάνθηκε ότι η ρύθμιση περί ασφαλούς λιμένα (Safe Harbour) εκ μέρους της Επιτροπής είναι ανίσχυρη. Τούτη η απόφαση έλαβε μεγάλη δημοσιότητα, καθόσον σχετίζεται τόσο με τη χρήση του Facebook όσο και με τις αποκαλύψεις του Edward Snowden για τη δράση των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ, αλλά έχει και ιδιαίτερη νομική σημασία, καθόσον ανατρέπει επί της ουσίας το καθεστώς ασφαλούς λιμένα που ίσχυε έως τώρα για τις ΗΠΑ.

Το καθεστώς ασφαλούς λιμένα
Πιο αναλυτικά, η οδηγία 95/46/ΕΚ περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ορίζει ότι η διαβίβαση προσωπικών δεδομένων από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τρίτη χώρα επιτρέπεται, κατ’ αρχήν, μόνον εφόσον η εν λόγω τρίτη χώρα εξασφαλίζει ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας των δεδομένων. Κατά την ίδια οδηγία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να διαπιστώσει ότι τρίτη χώρα, λόγω της εθνικής της νομοθεσίας ή διεθνών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει, εξασφαλίζει ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας. Στην περίπτωση αυτή επιτρέπεται να διαβιβάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από τα κράτη μέλη, χωρίς να είναι απαραίτητη η παροχή πρόσθετων εγγυήσεων. Τέλος, η οδηγία προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος ορίζει μία ή περισσότερες δημόσιες αρχές (εθνικές αρχές ελέγχου) υπεύθυνες για τον έλεγχο της εφαρμογής, εντός του συγκεκριμένου κράτους, των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται βάσει της οδηγίας αυτής.
Βάσει της οδηγίας 95/46/ΕΚ, λοιπόν, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε στις 26 Ιουλίου 2000 απόφαση (γνωστή ως «απόφαση περί ασφαλούς λιμένα») αναγνωρίζοντας ότι οι αρχές ασϕαλούς λιμένα για την προστασία της ιδιωτικής ζωής που εκδίδονται από το Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ παρέχουν ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας για τη διαβίβαση δεδομένων από την Ένωση στις ΗΠΑ. Ως εκ τούτου, η απόφαση περί ασφαλούς λιμένα επέτρεπε τη μεταφορά προσωπικών πληροφοριών για εμπορικούς σκοπούς από εταιρείες της ΕΕ σε εταιρείες στις ΗΠΑ που τηρούσαν τις εν λόγω αρχές. Η λειτουργία της απόφασης περί ασφαλούς λιμένα στηρίχθηκε σε δεσμεύσεις και αυτοπιστοποίηση των εταιρειών που συμμορφώνονταν προς τις απαιτήσεις της απόφασης. Οι εταιρίες έπρεπε να εγγραφούν σε σχετικό μητρώο, ενημερώνοντας το Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ, ενώ η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου των ΗΠΑ ήταν αρμόδια για την επιβολή των αρχών ασφαλούς λιμένα. Η προσχώρηση σε τούτο το καθεστώς ήταν οικειοθελής, αλλά οι κανόνες είχαν δεσμευτικό χαρακτήρα για όσους υπάγονταν σε αυτό.

Το ιστορικό της υπόθεσης
Ο Αυστριακός Maximillian Schrems είναι χρήστης του Facebook από το 2008. Όπως ισχύει και για τους λοιπούς χρήστες του Facebook που κατοικούν στην Ένωση, τα δεδομένα που παρέχει ο M. Schrems στο Facebook διαβιβάζονται, εν όλω ή εν μέρει, από την ιρλανδική θυγατρική της Facebook σε διακομιστές που βρίσκονται στις ΗΠΑ, όπου τα δεδομένα αυτά αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας. Ο M. Schrems υπέβαλε καταγγελία στην ιρλανδική αρχή ελέγχου, θεωρώντας ότι βάσει των αποκαλύψεων στις οποίες προέβη το 2013 ο E. Snowden σχετικά με τις δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών (ιδίως της National Security Agency, NSA), η νομοθεσία και οι πρακτικές των ΗΠΑ δεν παρέχουν ικανοποιητική προστασία από την παρακολούθηση, εκ μέρους των δημοσίων αρχών, των δεδομένων που διαβιβάζονται προς τις ΗΠΑ. Η ιρλανδική αρχή ελέγχου απέρριψε την καταγγελία, με την αιτιολογία ότι η Επιτροπή, στην από 26 Ιουλίου 2000 απόφασή της έκρινε ότι, στο πλαίσιο του καθεστώτος «ασφαλούς λιμένα» οι Ηνωμένες Πολιτείες εξασφαλίζουν ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας στα διαβιβαζόμενα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.
Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιρλανδίας, το οποίο εξέτασε την υπόθεση, ζήτησε να διευκρινισθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αν η απόφαση αυτή της Επιτροπής εμποδίζει εθνική αρχή ελέγχου να ερευνήσει καταγγελία κατά την οποία τρίτη χώρα δεν εξασφαλίζει ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας, και, εφόσον χρειάζεται, να αναστείλει τη διαβίβαση των επίμαχων δεδομένων.

Η απόφαση του ΔΕΕ
Με την απόφασή του το ΔΕΕ έκρινε ότι η ύπαρξη απόφασης της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται ότι τρίτη χώρα εξασφαλίζει ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας στα διαβιβαζόμενα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν εξαφανίζει ούτε περιορίζει την εξουσία που έχουν οι εθνικές αρχές ελέγχου βάσει του Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της οδηγίας 95/46/ΕΚ. Επισήμανε ότι καμία διάταξη της οδηγίας δεν εμποδίζει τις εθνικές αρχές να ελέγχουν τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τις τρίτες χώρες για τις οποίες έχει εκδοθεί απόφαση της Επιτροπής. Έτσι, ακόμη και όταν έχει εκδοθεί απόφαση της Επιτροπής, οι εθνικές αρχές ελέγχου στις οποίες έχει υποβληθεί σχετική αίτηση πρέπει να μπορούν να εξετάσουν αμερόληπτα αν η διαβίβαση των δεδομένων κάποιου προσώπου προς τρίτη χώρα πληροί τους όρους που θέτει η οδηγία.
Ωστόσο, το ΔΕΕ είναι το μόνο αρμόδιο να διαπιστώσει την ακυρότητα πράξης της Ένωσης, όπως της απόφασης της Επιτροπής. Εξετάζοντας, λοιπόν, το κύρος της απόφασης περί ασφαλούς λιμένα της Επιτροπής, το ΔΕΕ τόνισε ότι η Επιτροπή όφειλε να διαπιστώσει αν οι ΗΠΑ εξασφαλίζουν πράγματι, λόγω της εθνικής τους νομοθεσίας και των διεθνών δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει, επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων ουσιαστικά ισοδύναμο με αυτό που παρέχεται εντός της Ένωσης. Επισήμανε, συναφώς, ότι η Επιτροπή δεν προέβη σε τέτοια διαπίστωση αλλά αρκέστηκε, απλώς, στην εξέταση του καθεστώτος του ασφαλούς λιμένα.
Το ΔΕΕ, χωρίς να χρειάζεται να εξετάσει αν το καθεστώς αυτό εξασφαλίζει επίπεδο προστασίας ουσιαστικά ισοδύναμο με αυτό που παρέχεται εντός της Ένωσης, υπογράμμισε ότι το εν λόγω καθεστώς εφαρμόζεται μόνο στις αμερικανικές επιχειρήσεις που προσχωρούν σε αυτό, χωρίς να δεσμεύει τις ίδιες τις δημόσιες αρχές των ΗΠΑ. Εξάλλου, οι απαιτήσεις που σχετίζονται με την εθνική ασφάλεια, το δημόσιο συμφέρον και την τήρηση των νόμων των ΗΠΑ υπερέχουν έναντι του καθεστώτος ασφαλούς λιμένα, με αποτέλεσμα οι αμερικανικές επιχειρήσεις να οφείλουν να αποκλίνουν, χωρίς περιορισμό, από τους κανόνες προστασίας που προβλέπει το καθεστώς αυτό, όταν οι εν λόγω αρχές συγκρούονται με τις ανωτέρω απαιτήσεις. Έτσι, το αμερικανικό καθεστώς ασφαλούς λιμένα επιτρέπει επεμβάσεις εκ μέρους των αμερικανικών δημόσιων αρχών στα θεμελιώδη δικαιώματα των προσώπων, δεδομένου ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν αναφέρει ούτε την ύπαρξη κανόνων στις ΗΠΑ για τον περιορισμό τυχόν επεμβάσεων ούτε την ύπαρξη αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας από τις επεμβάσεις αυτές.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ανωτέρω ανάλυση σε σχέση με το συγκεκριμένο καθεστώς ενισχύεται από δύο ανακοινώσεις της Επιτροπής από τις οποίες προκύπτει ότι οι αρχές των ΗΠΑ μπορούν να έχουν πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται από τα κράτη μέλη προς τις ΗΠΑ και να τα επεξεργάζονται κατά τρόπο ασυμβίβαστο με τον σκοπό για τον οποίο διαβιβάστηκαν, καθ’ υπέρβαση αυτού που κατά την Επιτροπή είναι το όριο του απολύτως αναγκαίου και του αναλογικού για την προστασία της εθνικής ασφάλειας. Ομοίως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι για τους ενδιαφερόμενους δεν υπάρχει η δυνατότητα μέσω της διοικητικής ή της δικαστικής οδού να έχουν πρόσβαση στα δεδομένα που τους αφορούν, να εξασφαλίσουν την τροποποίηση ή τη διαγραφή τους.
Όσον αφορά το επίπεδο προστασίας που είναι ουσιαστικά ισοδύναμο με τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες που προστατεύονται εντός της Ένωσης, το ΔΕΕ επισήμανε ότι στο δίκαιο της Ένωσης μια ρύθμιση δεν περιορίζεται στο αναγκαίο μέτρο όταν επιτρέπει κατά γενικό τρόπο τη διατήρηση όλων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όλων των προσώπων των οποίων τα δικαιώματα διαβιβάζονται από την Ένωση προς τις ΗΠΑ χωρίς καμία διαφοροποίηση, περιορισμό ή εξαίρεση σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και χωρίς να προβλέπονται αντικειμενικά κριτήρια για την οριοθέτηση της πρόσβασης των δημόσιων αρχών στα δεδομένα και τη μεταγενέστερη χρήση τους. Πρόσθεσε, επίσης, ότι ρύθμιση που επιτρέπει στις δημόσιες αρχές την πρόσβαση κατά γενικευμένο τρόπο στο περιεχόμενο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών πρέπει να θεωρηθεί ότι προσβάλλει το ουσιαστικό περιεχόμενο του θεμελιώδους δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής.
Κατά το ΔΕΕ, ρύθμιση που δεν προβλέπει ένδικα βοηθήματα προκειμένου ο ενδιαφερόμενος να έχει πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν ή να επιτύχει την τροποποίηση ή την κατάργηση τέτοιων δεδομένων, προσβάλλει το ουσιαστικό περιεχόμενο του θεμελιώδους δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, καθόσον η πρόβλεψη μιας τέτοιας δυνατότητας είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την ύπαρξη κράτους δικαίου. Έκρινε, λοιπόν, ότι η επίμαχη απόφαση της Επιτροπής στερεί από τις εθνικές αρχές ελέγχου τις εξουσίες τους, σε περίπτωση που κάποιο πρόσωπο αμφισβητεί τη συμφωνία της απόφασης με την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, αλλά η Επιτροπή δεν είχε την αρμοδιότητα να περιορίσει κατ’ αυτόν τον τρόπο τις εξουσίες των εθνικών αρχών ελέγχου.
Κατά συνέπεια, το ΔΕΕ αποφάνθηκε ότι η από 26 Ιουλίου 2000 απόφαση της Επιτροπής είναι ανίσχυρη. Ως εκ τούτου, η ιρλανδική αρχή ελέγχου οφείλει να εξετάσει την καταγγελία του M. Schrems με τη δέουσα επιμέλεια και σε αυτήν απόκειται, κατά την ολοκλήρωση της έρευνάς της, να κρίνει αν βάσει της οδηγίας πρέπει να αναστείλει τη διαβίβαση δεδομένων των Ευρωπαίων χρηστών του Facebook προς τις ΗΠΑ, με την αιτιολογία ότι η χώρα αυτή δεν εξασφαλίζει ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Οι συνέπειες της απόφασης
Η ανωτέρω απόφαση οδήγησε την Επιτροπή σε άμεση επανεξέταση του καθεστώτος ασφαλούς λιμένα, με σκοπό να εξασφαλίσει στην πράξη ένα επαρκές επίπεδο προστασίας των δεδομένων. Η Επιτροπή, λοιπόν, επιτάχυνε τις διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ για τη διαμόρφωση νέου πλαισίου διαβίβασης προσωπικών δεδομένων. Στο πλαίσιο αυτό, ήδη στις 15 Οκτωβρίου, οι αρμόδιοι επίτροποι συναντήθηκαν με εκπροσώπους των επιχειρήσεων και της βιομηχανίας, οι οποίοι ζήτησαν μια σαφή και ομοιόμορφη ερμηνεία της απόφασης, καθώς και μεγαλύτερη σαφήνεια σχετικά με τα μέσα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν για τη διαβίβαση δεδομένων. Στόχος της Επιτροπής είναι η ολοκλήρωση των συζητήσεων εντός τριών μηνών. Στο μεταξύ, οι εταιρείες πρέπει να συμμορφωθούν με την απόφαση και να βασίζονται σε εναλλακτικά εργαλεία διαβίβασης όπου αυτό είναι δυνατό. Η Επιτροπή έχει εκδώσει οδηγίες για τις δυνατότητες διαβίβασης διατλαντικών δεδομένων σύμφωνα με την απόφαση έως ότου τεθεί σε εφαρμογή το νέο πλαίσιο. Σε επεξηγηματική ανακοίνωση αναλύονται οι συνέπειες της απόφασης και καθορίζονται εναλλακτικοί μηχανισμοί για τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων στις ΗΠΑ.
Πιο συγκεκριμένα, στη σχετική ανακοίνωση επισημαίνεται ότι η ρύθμιση περί ασφαλούς λιμένα δεν μπορεί να αποτελεί πλέον τη νομική βάση για τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων στις ΗΠΑ και ότι η Επιτροπή θα συνεχίσει και θα ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις για ένα ανανεωμένο και ασφαλές πλαίσιο για τις διατλαντικές διαβιβάσεις προσωπικών δεδομένων, το οποίο πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις της απόφασης του Δικαστηρίου, ιδίως όσον αφορά τους περιορισμούς και τις διασφαλίσεις για την πρόσβαση των δημοσίων αρχών των ΗΠΑ σε προσωπικά δεδομένα. Επίσης, άλλες αντίστοιχες αποφάσεις περί επαρκούς προστασίας θα πρέπει να τροποποιηθούν, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων θα παραμείνουν ελεύθερες να διερευνούν καταγγελίες που ασκούνται από ιδιώτες.
Τέλος, στην ανακοίνωση παρατίθενται και εναλλακτικές δυνατότητες για τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων στις ΗΠΑ, με την επιφύλαξη της ανεξαρτησίας και της εξουσίας των εθνικών αρχών προστασίας δεδομένων να εξετάζουν τη νομιμότητα κάθε τέτοιας διαβίβασης. Οι επιχειρήσεις μπορούν να διαβιβάζουν επί του παρόντος δεδομένα με βάση:
-Συμβατικές λύσεις: οι συμβατικοί κανόνες πρέπει να επιβάλλουν την τήρηση ορισμένων υποχρεώσεων, όπως η θέσπιση μέτρων ασφαλείας, η ενημέρωση του ατόμου το οποίο αφορούν τα δεδομένα, η παροχή διασφαλίσεων σε περίπτωση διαβίβασης ευαίσθητων δεδομένων κ.λπ.
-Δεσμευτικούς εταιρικούς κανόνες για διαβίβαση δεδομένων εντός του ίδιου ομίλου: οι κανόνες αυτοί επιτρέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία προσωπικών δεδομένων μεταξύ των διαφόρων υποκαταστημάτων πολυεθνικής εταιρείας. Η κυκλοφορία αυτή πρέπει να εγκρίνεται από την αρχή προστασίας δεδομένων κάθε κράτους μέλους από το οποίο η πολυεθνική εταιρεία επιθυμεί τη διαβίβαση δεδομένων.
-Παρεκκλίσεις: αυτές προβλέπονται με σκοπό τη σύναψη ή εκτέλεση σύμβασης, π.χ. διαβίβαση προσωπικών δεδομένων για κράτηση ξενοδοχείο των ΗΠΑ, τη θεμελίωση, άσκηση ή υπεράσπιση νομικών αξιώσεων, καθώς και σε περίπτωση ελεύθερης και συνειδητής συναίνεσης του ατόμου.

ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Το κείμενο της απόφασης Schrems:

Η οδηγία 95/46/ΕΚ:

Η απόφαση περί ασφαλούς λιμένα:

Οι οδηγίες εκ μέρους της Επιτροπής:

Βλ. επίσης:
http://verfassungsblog.de/the-force-awakens-the-schrems-case-from-a-german-perspective/