Δευτέρα 2 Ιουλίου 2007

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤHΣ ΕΕΤΤ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ DIALERS

Το πρόβλημα σχετικά με τους dialers, που είχε απασχολήσει παλαιότερα τη στήλη (βλ. ΕΕΕυρΔ 2:2005), είναι πλέον γνωστό στους περισσότερους χρήστες του διαδικτύου. Με δύο λόγια, ωστόσο, να θυμίσουμε πως οι dialers είναι μικρά προγράμματα που εξαιτίας του κακόβουλου χαρακτήρα τους, κατατάσσονται συχνά στην, υπό ευρεία έννοια, κατηγορία των ιών. Εντούτοις, ο αρχικός τους σχεδιασμός αποσκοπούσε στην καθιέρωση ενός εναλλακτικού τρόπου χρέωσης μέσω του τηλεφωνικού λογαριασμού, καταργώντας τη χρήση πιστωτικής κάρτας στις ηλεκτρονικές αγορές κάθε είδους. Η λειτουργία του νέου συστήματος ήταν απλή· το πρόγραμμα-dialer μετά την εγκατάστασή του εκτελούσε τα εξής βήματα: αποσύνδεση του τηλεφωνικού μόντεμ από τον αριθμό κλήσης του παρόχου πρόσβασης και σύνδεση με έναν αριθμό κλήσης υψηλότερης και κυμαινόμενης χρέωσης. Πολύ γρήγορα η χρήση των προγραμμάτων αυτών περιορίστηκε στη χρέωση πορνογραφικού υλικού και τυχερών παιγνίων, χωρίς μάλιστα να διευκρινίζονται στους χρήστες οι όροι της κάθε συναλλαγής. Τελικά, αφού οι dialers ταυτίστηκαν κυρίως με τις λεγόμενες «ροζ» τηλεφωνικές γραμμές ναρκοθετούν πλέον κάθε είδους ιστοσελίδες, καλύπτονται πίσω από χρήσιμες εφαρμογές και μεταδίδονται μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Οι χρήστες συνήθως δεν αντιλαμβάνονται τίποτα μέχρι να λάβουν τον πρώτο διογκωμένο τηλεφωνικό λογαριασμό. Στο σημείο αυτό δε θα είχε νόημα να επαναλάβουμε την κριτική για τους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους και τους τρόπους που επέλεξαν να βοηθήσουν τους καταναλωτές-αποδέκτες των υπηρεσιών τους. Αρκεί να αναφέρουμε πως, σχεδόν πέντε χρόνια μετά την εμφάνιση και σταδιακή έξαρση του φαινομένου, χρειάστηκαν τελικά 2 πρόσφατες αποφάσεις της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων για να ελεγχθεί η εκροή πολλών χιλιάδων ευρώ για ακούσιες χρεώσεις κυρίως από οικιακούς χρήστες του διαδικτύου.

Ήδη από τον Αύγουστο του 2006, λοιπόν, η ΕΕΤΤ μετά από καταγγελίες εκ μέρους καταναλωτών και ενώσεων καταναλωτών εξέδωσε Προσωρινή Διάταξη για την απενεργοποίηση συγκεκριμένων αριθμών κλήσης με πρόθεμα «901» που είχαν εκχωρηθεί σε ημεδαπές και αλλοδαπές εταιρίες παροχής υπηρεσιών τηλεηχοπληροφόρησης (audiotext) και χρησιμοποιούνταν για χρεώσεις μέσω dialers. Με τον τρόπο αυτό σημειώθηκε ομολογουμένως ένα σημαντικό βήμα στην καταπολέμηση της «τηλεπικοινωνιακής απάτης» -όπως ονομάζεται κυρίως από τους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους. Ωστόσο, πολύ γρήγορα κατέστη σαφές πως ο περιορισμός των αριθμών «901» δεν αρκούσε. Πολύ μεγάλο μέρος των dialers χρησιμοποιεί αριθμούς εξωτερικού για την δρομολόγηση των ύποπτων συνδέσεων. Εδώ αξίζει να αναφερθεί πως στην ίδια διαπίστωση οδηγήθηκαν μόλις πρόσφατα και οι αρμόδιες αρχές στη Γερμανία, όπου ήδη από το 2004 είχε τεθεί σε ισχύ ο νόμος «για την καταπολέμηση της κατάχρησης αριθμών κλήσης προστιθέμενης αξίας 0190/0900» («Gesetz zur Bekämpfung des Missbrauchs von 0190er/0900er Mehrwertdiensterufnummern»). Η ρύθμιση αυτή που εστίαζε στο συγκεκριμένο τύπο αριθμών κλήσης, αν και έγκαιρη άφηνε ουσιαστικά εκτεθειμένο τον Γερμανό καταναλωτή στις χρεώσεις μέσω διεθνών κλήσεων. Λαμβάνοντας, πιθανώς, υπόψη τις παραπάνω διαπιστώσεις και παρατηρώντας τις πρακτικές αντιμετώπισης άλλων χωρών, η ΕΕΤΤ προχώρησε τελικά, μέσα στον Απρίλιο, σε μια καίριας σημασίας κίνηση. Πέρα από τις διάφορες δράσεις ενημέρωσης των καταναλωτών που επέβαλε στους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους, αποφάσισε τη φραγή (καταρχήν για έξι μήνες) των απευθείας κλήσεων από σταθερά τηλέφωνα προς τους διεθνείς προορισμούς Nauru (00674), Solomon Islands (00677) και Wallis and Futuna (00681). Η σύνδεση προς τους συγκεκριμένους διεθνείς προορισμούς θα εξυπηρετείται μέσω υπηρεσίας τηλεφωνητή (operator), αποφεύγοντας, με αυτόν τον τρόπο, τις αυτοματοποιημένες κλήσεις μέσω dialers εγκατεστημένων στον υπολογιστή. Η επιλογή των ανωτέρω προορισμών έγινε με βάση στοιχεία που συνέλεξε η ΕΕΤΤ και τα οποία θα ανανεώνονται τροποποιώντας αντιστοίχως την εν λόγω λίστα με τους υπό φραγή αριθμούς κλήσης.

Οι πρόσφατες αυτές πρωτοβουλίες της ΕΕΤΤ καταδεικνύουν βέβαια την αποφασιστικότητα της να αντιμετωπίσει το πρόβλημα και μάλιστα με λειτουργικό και αποτελεσματικό τρόπο. Από την άλλη πλευρά, όμως -παρά τον κίνδυνο να θεωρηθούμε πέραν του δέοντος απαιτητικοί έως και καχύποπτοι- οφείλουμε να πούμε ότι το πρόβλημα βρίσκεται πια στη δύση του καθώς οι ευρυζωνικές συνδέσεις (συνδέσεις ADSL), που είναι απρόσβλητες από τους dialers (διότι δεν χρησιμοποιούν την απλή τηλεφωνική γραμμή), σημειώνουν εντυπωσιακή αύξηση στους οικιακούς χρήστες, τείνοντας να υποκαταστήσουν σταδιακά τις συμβατικές και ευάλωτες συνδέσεις. Συνεπώς, οι αποφάσεις της ΕΕΤΤ, αν και σημαντικές, έρχονται λίγο καθυστερημένα να ξεκαθαρίσουν ένα τοπίο που κρατήθηκε τεχνηέντως θολό, τα τελευταία χρόνια, εις βάρος των καταναλωτών-χρηστών του διαδικτύου.

ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Δελτία τύπου της ΕΕΤΤ:

http://www.eett.gr/opencms/sites/EETT/
NewsReleases/PressReleases/DT_070806.html

http://www.eett.gr/opencms/sites/EETT/NewsReleases/
PressReleases
/DT250407.html

Πέμπτη 26 Απριλίου 2007

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΨΗΦΙΑΚΗ ΕΠΟΧΗ

Εισαγωγικά

Από τη σταδιακή συνειδητοποίηση της ανάγκης προστασίας της διανοητικής δημιουργίας και την πρώτη νομοθετική κατοχύρωση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (First Copyright Act, 1709, Αγγλία) μέχρι τη σημερινή ψηφιακή εποχή, οι εξελίξεις σε επιστημονικό, τεχνολογικό και κοινωνικό επίπεδο υπήρξαν τόσο ανατρεπτικές, που δεν θα μπορούσαν να αφήσουν αναλλοίωτο το τοπίο όσον αφορά τα προϊόντα της ανθρώπινης διάνοιας και τα δικαιώματα επ’ αυτών. Βαθμιαία αναπτύχθηκαν σχετικές εθνικές νομοθεσίες και πολύ γρήγορα αναζητήθηκαν τρόποι ευρύτερης προστασίας μέσω διακρατικών συμφωνιών και διεθνών συμβάσεων (βλ. κυρίως Διεθνή Σύμβαση Βέρνης/Παρισιού, 1886/1971). Οι αυξανόμενες προσβολές των πνευματικών δικαιωμάτων και η άνθηση του φαινομένου της λεγόμενης πνευματικής πειρατείας δημιούργησαν την έντονη επιθυμία για ενοποίηση και διεθνοποίηση του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας οδηγώντας τελικά στην υπογραφή της Παγκόσμιας Σύμβασης της Γενεύης (Universal Copyright Convention), το 1952, με τη συμμετοχή των Η.Π.Α., της τότε Ε.Σ.Σ.Δ, της Κίνας και άλλων κρατών (σήμερα αριθμεί 184 μέλη, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας). Κατ’ επέκταση, το 1967, ιδρύθηκε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Πνευματικής Ιδιοκτησίας (World Intellectual Property Organization, WIPO) με έδρα τη Γενεύη και σκοπό την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας μέσω της συνεργασίας των κρατών. Απαντώντας στις σύγχρονες απαιτήσεις ο Οργανισμός δρομολόγησε την υπογραφή νέων Συμβάσεων προς κάλυψη νομοθετικών ελλείψεων, όπως π.χ. τη Συνθήκη WIPO ή αλλιώς WCT (WIPO Copyright Treaty) του 1996, που προσαρμόζει τους σχετικούς δικαιικούς κανόνες στο ψηφιακό περιβάλλον. Από το 2000, καθιερώθηκε επιπλέον ο εορτασμός της Παγκόσμιας Ημέρας Διανοητικής Ιδιοκτησίας στις 26 Απριλίου, ημερομηνία που εκκίνησε τυπικά η λειτουργία του WIPO.

Στη χώρα μας, το βασικό νομοθέτημα για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας είναι ο νόμος 2121/1993 με τίτλο «Πνευματική ιδιοκτησία, συγγενικά δικαιώματα και Πολιτιστικά θέματα», ο οποίος έχει δεχτεί αλλεπάλληλες τροποποιήσεις και προσθήκες. Η πιο πρόσφατη αλλαγή επήλθε με το νόμο 3524 που εκδόθηκε στις 26 Ιανουαρίου 2007 (ΦΕΚ Α΄ 15) με σκοπό την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς τις κοινοτικές Οδηγίες 2001/84/ΕΚ και 2004/48/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα παρακολούθησης υπέρ του δημιουργού ενός πρωτότυπου έργου τέχνης και την επιβολή των δικαιωμάτων της διανοητικής ιδιοκτησίας αντίστοιχα.

Από τη θέση αυτή και για λόγους οικονομίας της ύλης δε θα προχωρήσουμε, βέβαια, σε μία συνολική θεώρηση του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας και της εξελικτικής του πορείας. Το σκοπό αυτό εξυπηρετούν σημαντικές μονογραφίες και εκτεταμένα επιστημονικά συγγράμματα και εγχειρίδια (ενδεικτικά: Κοτσίρης Λ., Δίκαιο Πνευματικής Ιδιοκτησίας, 4η Έκδοση, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2005, Εκδόσεις Σάκκουλα, Μαρίνος, Μ.-Θ., Πνευματική Ιδιοκτησία, 2η Έκδοση, Αθήνα-Κομοτηνή 2004, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Κουμάντος Γ., Πνευματική Ιδιοκτησία, 8η Έκδοση, Αθήνα-Κομοτηνή 2002, Αντ. Ν. Σάκκουλας· για τον πολύ πρόσφατο νόμο 3524/2007, βλ. σύντομη συνολική παρουσίαση από Δελή Γ. σε ΔίΜΕΕ 1/2007, σ. 58-61). Στόχος μας είναι, κυρίως, να εστιάσουμε στους σύγχρονους τρόπους πνευματικής πειρατείας που εκδηλώνονται στο ψηφιακό περιβάλλον και στις παρενέργειες τους πάνω στη νομοθετική ύλη.

Ψηφιακή Πειρατεία

Με τον ίδιο τρόπο που η ανακάλυψη της τυπογραφίας πυροδότησε ουσιαστικά τις δράσεις για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, έτσι και η πρόοδος της ψηφιακής τεχνολογίας αποτέλεσε σημείο-σταθμό τόσο για την αναζωπύρωση της πνευματικής πειρατείας όσο και για τη μετεξέλιξη των μέτρων προστασίας των πνευματικών έργων. Καταρχήν, η σύγχρονη τεχνολογία πρόσφερε σταδιακά τη δυνατότητα ψηφιοποίησης άνευ ορίου. Με δυο λόγια, όλα τα προϊόντα της ανθρώπινης διάνοιας, ένα απλό κείμενο, μία εικόνα, μία ταινία, μία μελωδία -αυτονόητα ένα πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή- μπορούν πια να αποκτήσουν ψηφιακή κωδικοποίηση και να ενσωματωθούν σε ένα ψηφιακό μέσο αποθήκευσης όπως οι συμπαγείς δίσκοι δεδομένων, ήχου και εικόνας (τα γνωστά CDs και DVDs) αλλά και στον σκληρό δίσκο ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή. Η ψηφιακή μορφή παρείχε πολύ καλύτερη ποιότητα στην αναπαραγωγή των έργων, μηδενικές αλλοιώσεις στο πέρας των ετών και πολλές ευκολίες στη χρήση, με αποτέλεσμα να επικρατήσει πολύ γρήγορα εκτοπίζοντας τα παραδοσιακά μέσα όπως οι δίσκοι βινιλίου και οι μαγνητικές κασέτες ήχου και εικόνας. Στην εξέλιξη αυτή ανθίσταται ακόμη το βιβλίο, αν και οι τίτλοι που κυκλοφορούν σε ψηφιακή μορφή αυξάνονται διαρκώς.

Παρόλο που η χρήση της νέας τεχνολογίας στηρίχτηκε κατεξοχήν από τους μηχανισμούς προώθησης των πνευματικών έργων, όπως οι δισκογραφικές και κινηματογραφικές εταιρίες, αποδείχτηκε τελικά προβληματική για την προστασία των έργων, των δημιουργών τους και των οικονομικών συμφερόντων των εταιριών. Τα ψηφιακά δεδομένα αντιγράφονταν ταχύτατα και με περισσή ευκολία. Σε συνδυασμό με τη διάδοση της χρήσης των προσωπικών Η/Υ και του διαδικτύου, η πειρατεία λογισμικού, μουσικής, κινηματογραφικών ταινιών αλλά και εικόνων, κειμένων, και βιβλίων διάγει περίοδο πλήρους άνθησης.

Παρουσιάζοντας σε γενικές γραμμές την εξέλιξη του φαινομένου μέσα στην τελευταία 15ετία, μπορούμε να ξεκινήσουμε από τα πειρατικά αντίγραφα λογισμικού που κυκλοφορούσαν αφειδώς «από χέρι σε χέρι» στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Περισσότεροι χρήστες οικιακών υπολογιστών εξυπηρετούνταν με ένα μόλις αντίγραφο κάποιου προγράμματος ή παιχνιδιού και δεν εντοπίζονταν ποτέ αφού δε συνδέονταν σε κάποιο δίκτυο. Λίγο αργότερα ακολούθησε η αντιγραφή των μουσικών CDs, πάλι «από χέρι σε χέρι». Το ίδιο συνέβη, με μικρή καθυστέρηση, όταν άρχισαν να κυκλοφορούν ευρέως τα κινηματογραφικά DVDs μετά το 2000. Μέχρι αυτό το σημείο το πρόβλημα βρισκόταν υπό μερικό έλεγχο αφού πειρατικά αντίγραφα κυκλοφορούσαν σε περιορισμένη έκταση και πριν την ψηφιακή εποχή. Στο μεταξύ όμως δύο γεγονότα έμελλε να αλλάξουν ριζικά την κατάσταση. Ήδη από το 1995 αναπτύχθηκε στη Γερμανία μία μορφή ψηφιακής κωδικοποίησης αρχείων ήχου που κατάφερνε να τα συμπιέζει μειώνοντας εντυπωσιακά το μέγεθός τους ενώ η απώλεια ποιότητας ήταν μηδενική. Η νέα μορφή αρχείων ονομάστηκε mp3 και επέτρεπε, λόγω του μικρού μεγέθους, την ταχύτερη αντιγραφή και διάδοση των μουσικών αρχείων. Το 1999 ένας 18χρονος φοιτητής ανέπτυξε και έθεσε σε διαδικτυακή λειτουργία ένα πρόγραμμα που βοηθούσε τους απανταχού δικτυωμένους χρήστες να ανταλλάσσουν αρχεία κάθε είδους και κυρίως τραγούδια σε μορφή mp3, που είχαν αποθηκευμένα στον υπολογιστή τους. Το πρόγραμμα με την ονομασία NAPSTER αποτέλεσε αντικείμενο αλλεπάλληλων δικαστικών διενέξεων καθώς βρέθηκε στο στόχαστρο μεμονωμένων καλλιτεχνών και κυρίως της Ένωσης Δισκογραφικών Εταιριών της Αμερικής (Recording Industry Association of America, RIAA).

Η περίπτωση NAPSTER πήρε μυθικές διαστάσεις, παρά τη βραχύβια λειτουργία του, διότι ουσιαστικά άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου, γεννώντας την ιδέα του διαμοιρασμού αρχείων (filesharing) μεταξύ χρηστών σε απευθείας επικοινωνία (πρόκειται για λεγόμενα δίκτυα «peer to peer» ή απλά «p2p») και μετέτρεψε το διαδίκτυο σε έναν παράδεισο απόκτησης δωρεάν μουσικής. Το NAPSTER διαδέχτηκαν άλλα προγράμματα p2p όπως τα Gnutella, KaZaA, eMule, LimeWire κ.ά. ενώ η σταδιακή αύξηση των ταχύτερων ευρυζωνικών συνδέσεων (ADSL) έδωσε τη δυνατότητα στους χρήστες να ανταλλάσσουν αρχεία χωρίς περιορισμό μεγέθους, όπως κινηματογραφικές ταινίες και μεγάλες εφαρμογές λογισμικού.

Torrents

Σήμερα στην εξέλιξη των δικτύων p2p έχει κυριαρχήσει το πρωτόκολλο BitTorrent. «Torrent» ονομάζεται ένα μικρό αρχείο που λειτουργεί ως ετικέτα και φέρει την περιγραφή του μεγαλύτερου βασικού αρχείου που προσφέρεται από κάποιον χρήστη. Ο χρήστης που προσφέρει ένα αρχείο (seeder) το διατηρεί στον υπολογιστή του και δημιουργεί ένα torrent που το περιγράφει. Εν συνεχεία ανεβάζει (upload) μόνο το συγκεκριμένο αρχείο περιγραφής σε κάποια ιστοσελίδα αρχειοθέτησης ή καταλογοποίησης περισσότερων torrents. Στις ιστοσελίδες αυτές (γνωστές ως torrents trackers) καταφεύγουν οι χρήστες που θέλουν κάποιο αρχείο μουσικής, βίντεο κλπ. αναζητώντας ουσιαστικά το κατάλληλο αρχείο περιγραφής (torrent), το οποίο κατεβάζουν (download) στον υπολογιστή τους για να αποκτήσουν επαφή με το πραγματικό αρχείο που παραμένει αποκλειστικά στον υπολογιστή του χρήστη που το προσφέρει. Η μεταφορά των αρχείων επιτυγχάνεται μέσω ενός προγράμματος-πελάτη (torrent-client) που αναγνωρίζει τα αρχεία περιγραφής και διαχειρίζεται το διαμοιρασμό των βασικών αρχείων. Μία σημαντική παράμετρος εντοπίζεται στο ότι ο λήπτης (leecher) ενός αρχείου είναι συγχρόνως και εν μέρει αποστολέας όσου τμήματος του αρχείου έχει ήδη παραλάβει. Αυτό σημαίνει, στην πράξη, πως κάθε λήπτης λαμβάνει τμήματα του αρχείου από διαφορετικούς χρήστες, ενώ ο αρχικός δότης, μπορεί να κλείσει την επικοινωνία αφήνοντας το αρχείο του να μοιράζεται πλέον από άλλους χρήστες έξω από τον έλεγχό του. Καθ’ όλη αυτή τη διαδικασία, πάντως, το αρχείο δεν ανεβαίνει αυτούσιο σε κάποιον κεντρικό υπολογιστή-διακομιστή (ftp server), ούτε παρέχεται εξ’ ολοκλήρου από έναν μόνο χρήστη σε κάποιον άλλο. Συνεπώς, κάθε χρήστης εκτελεί μια παραδοσιακή μεταφορά «χέρι με χέρι» βάσει της λογικής peer to peer που αφορά όμως επιμέρους τμήματα ενός κατακερματισμένου αρχείου και στο τέλος συγκεντρώνει και ο ίδιος στον υπολογιστή του την ολοκληρωμένη μορφή του αρχείου, του οποίου τα τμήματα έλαβε από περισσότερους χρήστες. Με το σύστημα αυτό διακινούνται στο Ίντερνετ, ανά πάσα στιγμή, χιλιάδες αρχεία κάθε είδους: από προσωπικά έγγραφα και φωτογραφίες, μέχρι βιβλία, λογισμικό, τραγούδια, ταινίες, τηλεοπτικά προγράμματα και οτιδήποτε άλλο σκεφτεί να προσφέρει κάθε χρήστης.

Αντιδράσεις και νομοθετικές ρυθμίσεις

Όπως ήταν φυσικό, οι διαστάσεις που έλαβε το φαινόμενο της πειρατείας, ειδικά με την ευρεία χρήση του διαδικτύου, προκάλεσε άμεσα αντιδράσεις από τους δικαιούχους των πνευματικών δικαιωμάτων και τις ενώσεις τους. Μία από τις πρώτες κινήσεις της δισκογραφικής και κινηματογραφικής βιομηχανίας αλλά και των εταιριών λογισμικού ήταν η υιοθέτηση «τεχνολογικών μέτρων» προστασίας των πνευματικών έργων. Τα μέτρα αυτά χρησιμοποιούν την ψηφιακή τεχνολογία για να κωδικοποιήσουν με τέτοιο τρόπο το περιεχόμενο ενός αρχείου ώστε να αποτρέψουν την αντιγραφή ή την χωρίς δικαίωμα αναπαραγωγή του, διευκολύνοντας γενικότερα τη λεγόμενη «ψηφιακή διαχείριση δικαιωμάτων» (Digital Rights Management, DRM). Με τον όρο DRM εννοείται το σύστημα ηλεκτρονικής ταυτοποίησης των ψηφιακών δεδομένων ώστε να παρέχονται στους δικαιούχους των πνευματικών δικαιωμάτων επαρκείς πληροφορίες για τη νόμιμη ή μη χρήση τους. Οι πιέσεις εκ μέρους της θιγόμενης πλευράς οδήγησαν μάλιστα στη νομοθετική κατοχύρωση των «τεχνολογικών μέτρων» τόσο στη Συνθήκη WIPO (άρθρα 11 και 12) όσο και στην κοινοτική Οδηγία 2001/29/ΕΚ «για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας» (άρθρα 6 και 7). Στον ελληνικό νόμο 2121/1993 η ακεραιότητα των «τεχνολογικών μέτρων» και των λεγόμενων «πληροφοριών για το καθεστώς των δικαιωμάτων» (DRM) προστατεύεται με τα άρθρα 66Α και 66Β.

Η ύπαρξη, ωστόσο των αναφερθέντων μέτρων παράγει προβλήματα στη νόμιμη αναπαραγωγή ενός έργου στο πλαίσιο των περιορισμών των πνευματικών δικαιωμάτων, π.χ, στην περίπτωση της ιδιωτικής χρήσης (άρθρο 18 §1 ν. 2121/1993) ή στην περίπτωση δημιουργίας εφεδρικού αντιγράφου (άρθρο 42 §3 ν. 2121/1993). Καθώς τα τεχνολογικά μέτρα προστασίας είναι απόλυτα, καθιστούν τελικά ανενεργούς τους παραπάνω νόμιμους περιορισμούς του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας. Παρ’ όλα αυτά, οι δημιουργοί και οι δικαιούχοι εν γένει συνεχίζουν να εισπράττουν το τέλος που ενσωματώνεται στις συσκευές αναπαραγωγής και ψηφιακής αντιγραφής, στα αποθηκευτικά μέσα κτλ. (άρθρο 18 §3 ν. 2121/1993) και το οποίο προβλέπεται ως εύλογη αμοιβή υπέρ τους για τις περιπτώσεις της εκ του νόμου ελεύθερης αναπαραγωγής των έργων τους. Δεν είναι δυνατόν όμως την ίδια στιγμή που η ελεύθερη αναπαραγωγή ουσιαστικά ακυρώνεται μέσω των τεχνολογικών μέτρων προστασίας, να εισπράττεται και η αναλογούσα γι’ αυτήν εύλογη αμοιβή. Αυτές οι μάλλον αντιφατικές ρυθμίσεις οδήγησαν στο πλέον υποκριτικό αποτέλεσμα, την ανάπτυξη εφαρμογών λογισμικού που απενεργοποιούν οποιοδήποτε μέτρο προστασίας επιτρέποντας την ψηφιακή αντιγραφή. Φυσικά, το καθ’ όλα νόμιμο λογισμικό που καλύπτεται πίσω από το πρόσχημα της διευκόλυνσης των χρηστών στη δημιουργία μεμονωμένων αντιγράφων ασφαλείας, εξυπηρετεί κατά κύριο λόγο την παραγωγή απεριόριστων πειρατικών αντιγράφων κάθε είδους.

Εκτός, όμως, από τα αμυντικά μέτρα προστασίας, οι μεγάλες ενώσεις δισκογραφικών και κινηματογραφικών εταιριών όπως η RIAA, που ήδη αναφέραμε, η MPAA (Motion Picture Association of America) και η IFPI (International Federation of Phonographic Industry) επιδόθηκαν σε έναν δικαστικό μαραθώνιο, αποσκοπώντας αρχικά στο κλείσιμο συγκεκριμένων ιστοτόπων, όπως του NAPSTER κ.ά.. Στην πορεία όμως έγινε φανερό πως για κάθε ιστοσελίδα που έκλεινε δημιουργούνταν περισσότερες αντίστοιχες, με αποτέλεσμα να υπάρχουν δεκάδες διάδοχοι του παλαιού NAPSTER, που είναι πλέον αδύνατον να ελεγχθούν. Άλλωστε όλοι αυτοί οι ιστοτόποι λειτουργούν στα όρια της νομιμότητας, με τον βάσιμο ισχυρισμό ότι δεν προσφέρουν κανενός είδους αρχεία, παρά μόνο διευκολύνουν την επικοινωνία μεταξύ των χρηστών. Κατά συνέπεια, το επόμενο, αναγκαστικά, βήμα, αν και μη αναμενόμενο από τη διαδικτυακή κοινότητα, ήταν οι κίνηση των εταιριών ενάντια στους μεμονωμένους χρήστες. Πράγματι από το 2004 ξεκίνησαν μαζικές μηνύσεις: μόνο από την RIAA, στις Η.Π.Α., ξεπέρασαν τις 1000 μέσα στους πρώτους τρεις μήνες ενώ στο ίδιο διάστημα η IFPI κινήθηκε εναντίον 247 Ευρωπαίων χρηστών. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις Η.Π.Α. το νομοθέτημα, του 1998, Digital Milennium Copyright Act (DMCA) επέτρεψε στη RIAA να αντλήσει πληροφορίες από τους αμερικανικούς παροχείς υπηρεσιών διαδικτύου για την ταυτότητα ύποπτων συνδρομητών τους, χωρίς καν δικαστική εντολή. Η εξέλιξη των περισσότερων υποθέσεων μέχρι σήμερα εξαντλείτο στην επιβολή προστίμων και σε συμβιβαστικούς διακανονισμούς. Δε συνέβη, ωστόσο, το ίδιο και στην Κίνα, όπου το Μάιο του 2007 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών μηνών στον Chan Nai-Ming, ο οποίος ταύτισε το όνομά του με την πρώτη καταδίκη στον κόσμο για προσφορά ψηφιακού υλικού (τρεις κινηματογραφικές ταινίες) στο δίκτυο BitTorrent.

Όσον αφορά τη χώρα μας, έχουν εκφρασθεί τα τελευταία 2 χρόνια πρωτοβουλίες εναντίον χρηστών από τους αρμόδιους εθνικούς φορείς, χωρίς όμως να γίνουν ουσιαστικές κινήσεις. Η αλήθεια είναι, βέβαια, πως τέτοιου είδους προσπάθειες εμποδίζονται μέχρι στιγμής σε επίπεδο ταυτοποίησης των χρηστών λόγω απορρήτου. Ο εντοπισμός της διαδικτυακής ταυτότητας (ΙΡ-Address) των χρηστών που διακινούν μεγάλο όγκο δεδομένων και κινούν τις υποψίες για ανταλλαγή πειρατικών αρχείων είναι εφικτός και μάλιστα με σχετική ευκολία. Από εκεί και πέρα όμως, η αντιστοίχηση στην πραγματική ταυτότητα και διεύθυνση του χρήστη μέσω του παροχέα της σύνδεσης, δυστυχώς ή ευτυχώς, περιβάλλεται με πολύ περισσότερες εγγυήσεις για τα προσωπικά δεδομένα από ότι στις Η.Π.Α. ή στην Κίνα. Και οι εγγυήσεις αυτές, εντούτοις, φαίνεται να είναι διάτρητες, αφού τους τελευταίους μήνες παρατηρήθηκε η αποστολή ηλεκτρονικών προειδοποιήσεων για διακοπή ανταλλαγής αρχείων στους «προνομιούχους» φοιτητές του κρατικού προγράμματος «Δίοδος» (φθηνό και γρήγορο Ίντερνετ), οι οποίοι απολαμβάνουν προφανώς και το «προνόμιο» παρακολούθησης των διαδικτυακών τους συνηθειών.

Παρά τον, κατά τα λοιπά, δύσκολο εντοπισμό των δικτυοπειρατών στη χώρα μας, με την τελευταία τροποποίηση του ν. 2121/1993 υιοθετήθηκαν επιπλέον κυρώσεις διοικητικού χαρακτήρα προκειμένου να αποτρέψουν τους μελλοντικούς παραβάτες. Έτσι λοιπόν, στο νέο άρθρο 65Α προβλέπεται πρόστιμο 1000 ευρώ για κάθε παράνομο αντίτυπο προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή που ο χρήστης χωρίς δικαίωμα αναπαράγει, πωλεί ή κατ’ άλλον τρόπο διανέμει στο κοινό ή κατέχει με σκοπό διανομής. Σε περίπτωση δε που η προσβολή αφορά μέχρι και 50 προγράμματα, η ανεπιφύλακτη καταβολή του διοικητικού προστίμου επιφέρει την άρση του αξιοποίνου. Στο σημείο αυτό προκύπτουν διάφορα ερμηνευτικά ζητήματα. Καταρχήν φαίνεται να μένει εκτός πεδίου εφαρμογής η απλή κατοχή ενός προγράμματος που μπορεί να βρίσκεται αποθηκευμένο (ούτε καν εγκατεστημένο) στο σκληρό δίσκο ενώ μπορεί να έχει αποκτηθεί πειρατικά μέσα από ένα δίκτυο p2p. Περαιτέρω, αν το εν λόγω πρόγραμμα προσφέρεται συγχρόνως σε δεκάδες συνδεδεμένους χρήστες με τη χρήση torrent, όπως περιγράψαμε πιο πάνω, αν και θα εμπίπτει στην «κατ’ άλλον τρόπο διανομή στο κοινό», ο δότης του αρχείου θα θεωρηθεί ότι διαθέτει μόνο ένα παράνομο αντίτυπο του προγράμματος. Σε περίπτωση δε που είναι και νόμιμος κάτοχος του προγράμματος, το οποίο προσφέρει, πολύ δύσκολα μπορεί να του επιβληθεί πρόστιμο. Πιο ουσιαστική αποδεικνύεται η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 65Α που αφορά τους πλανόδιους πωλητές πειρατικών αντιγράφων. Αν και η περίπτωσή τους δεν εμπίπτει στο πλαίσιο της πειρατείας σε αμιγώς ψηφιακό περιβάλλον, είναι προφανές ότι αρχικά αντλούν το υλικό τους από τις προσφερόμενες ψηφιακές πηγές. Σημαντική παράλειψη εδώ, αποτελεί, βέβαια, η αποκλειστική αναφορά σε «υλικούς φορείς ήχου», δηλαδή CDs και όχι σε DVDs, θέτοντας εκτός της παρούσας ρύθμισης το μεγάλο πλέον πρόβλημα της πειρατείας κινηματογραφικών ταινιών.

Αντί επιλογής

Μια επιφανειακή, έστω, ενασχόληση με τα ζητήματα της πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως εμφανίζονται στο διαδικτυακό περιβάλλον, αρκεί για να οδηγήσει αβίαστα σε ένα επιτακτικό δίλημμα ανάμεσα στην ηρωοποιημένη πειρατεία και τα νόμιμα δικαιώματα των μεγάλων εταιριών. Προσεγγίζοντας το θέμα με την ιδιότητα του νομικού, η επιλογή είναι μάλλον μονόδρομος υπέρ του νόμου. Ωστόσο, οφείλουμε να παραδεχτούμε πως η «λευκή» πειρατεία του διαδικτύου δεν προκαλεί ιδιαίτερα το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Ίσως επειδή όλοι γνωρίζουν κάποιο «δικτυοπειρατή» που περιέργως στερείται εγκληματικού προφίλ ή επειδή καθένας, λίγο έως πολύ, έχει στη διάθεσή του ψηφιακό υλικό αμφισβητούμενης νομιμότητας. Από την άλλη πλευρά, τίθεται ένα ζήτημα ηθικής, πέρα από τις νομοθετικές ρυθμίσεις, όσον αφορά την ανταμοιβή του δημιουργού για το έργο που μας προσφέρει. Βέβαια, δύσκολα συγκινούν οι συχνές διαμαρτυρίες των καλλιτεχνών που εισπράττουν σε μία εμφάνιση τους, τις ετήσιες απολαβές ενός ανειδίκευτου εργάτη, αλλά δεν μπορούμε να ακυρώνουμε τη συνολική προσφορά όλων των δημιουργών εξαιτίας ορισμένων ακριβοπληρωμένων ερμηνευτών. Πολύ περισσότερο, δεν είναι δυνατόν να αξιώνουμε την ανάπτυξη ποιοτικής πνευματικής δημιουργίας μόνο στο πλαίσιο του εθελοντισμού.

Η απάντηση στο αρχικό δίλημμα φαίνεται τώρα ακόμη πιο δύσκολη και ίσως απέχει αρκετά από τις προσφερόμενες επιλογές. Σε κάθε περίπτωση, μέχρι την εξεύρεση μιας μέσης ρεαλιστικής λύσης, η επιλογή ανήκει στον καθένα.

ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Ν. 2121/1993 (ΦΕΚ Α΄ 25) (χωρίς την πρόσφατη τροποποίηση):

http://www.aepi.gr/upload/laws/laws8.pdf

Ν. 3524/2007 (ΦΕΚ Α΄ 15) (πρόσφατη τροποποίηση του Ν. 2121/1993):

http://www.foebus.gr/downloads/nomos35242007.pdf

Οδηγία 2001/29/ΕΚ:

http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/site/el/oj/
2001/l_167/l_16720010622el00100019. pdf

Οδηγία 2001/84/ΕΚ:

http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/site/el/oj/
2001/l_272/l_27220011013el00320036. pdf

Οργανισμός Πνευματικής Ιδιοκτησίας:

http://www.opi.gr

Παγκόσμιος Οργανισμός Πνευματικής Ιδιοκτησίας:

http://www.wipo.int

WIPO Copyright Treaty:

http://www.wipo.int/export/sites/www/treaties/en/
ip/wct/pdf/trtdocs_wo033.pdf

Απλός Οδηγός περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας (αγγλικά):

http://www.wipo.int/freepublications/en/intproperty/
895/wipo_pub_895.pdf

Υπ. Πολιτισμού – Παγκόσμια Ημέρα Διανοητικής Ιδιοκτησίας:

http://www.yppo.gr/2/g22.jsp?obj_id=7570

Βλ. επίσης:

http://www.riaa.com

http://www.mpaa.org

http://www.ifpi.org και http://www.ifpi.gr

Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2007

ΑΡΘΡΟ 342§4 ΠΚ: ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΣΕ ΑΣΕΛΓΕΙΑ (ΜΕΣΩ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ)

Τον Οκτώβριο του 2006 δημοσιεύτηκε ο νόμος 3500 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, περιλαμβάνοντας στις τελευταίες διατάξεις του την αντικατάσταση του άρθρου 342 του Ποινικού Κώδικα για την κατάχρηση ανηλίκων σε ασέλγεια. Ο εν λόγω νόμος και το νέο άρθρο 342 ΠΚ τέθηκαν σε ισχύ από τις 24 Ιανουαρίου του 2007. Ακολούθως παρατίθεται πλήρες το νέο άρθρο του Ποινικού Κώδικα:

Άρθρο 342
Κατάχρηση ανηλίκων σε ασέλγεια
 
1. Ο ενήλικος ο οποίος ενεργεί ασελγείς πράξεις με ανήλικο,
τον οποίον του έχουν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει
ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά, τιμωρείται ως εξής:
α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη
τουλάχιστον δέκα ετών,
β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα, όχι όμως
και τα δεκαοκτώ έτη, με κάθειρξη.
2. Συνιστά επιβαρυντική περίσταση η τέλεση της πράξης
της πρώτης παραγράφου:
α) από οικείο,
β) από πρόσωπο που συνοικεί με τον ανήλικο
ή διατηρεί φιλικές σχέσεις με τους οικείους του,
γ) από εκπαιδευτικό, παιδαγωγό, γυμναστή
ή άλλο πρόσωπο που παραδίδει μαθήματα
στον ανήλικο,
δ) από πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες
του ανηλίκου,
ε) από κληρικό με τον οποίο ο ανήλικος
διατηρεί πνευματική σχέση,
στ) από ψυχολόγο, ιατρό, νοσοκόμο
ή από ειδικό επιστήμονα που παρέχει
τις υπηρεσίες του στον ανήλικο.
3. Ο ενήλικος ο οποίος με χειρονομίες,
με προτάσεις ή με εξιστόρηση, απεικόνιση
ή παρουσίαση πράξεων που αφορούν
τη γενετήσια ζωή προσβάλλει την αιδώ ανηλίκου,
τον οποίον του έχουν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει
ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά,
τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και
αν η πράξη τελείται κατά συνήθεια με φυλάκιση
τουλάχιστον δύο ετών.
Η παράγραφος 2 εφαρμόζεται αναλόγως και στις
περιπτώσεις αυτές.
4. Ο ενήλικος, ο οποίος μέσω διαδικτύου ή άλλου μέσου
επικοινωνίας, αποκτά επαφή με πρόσωπο που δεν συμπλήρωσε
τα δεκαέξι έτη και με προτάσεις ή με εξιστόρηση,
απεικόνιση ή παρουσίαση πράξεων που αφορούν τη γενετήσια
ζωή προσβάλλει την αιδώ του, τιμωρείται με φυλάκιση
τουλάχιστον ενός έτους και αν η πράξη τελείται κατά
συνήθεια με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών.
5. Η παραγραφή των πράξεων των προηγούμενων παραγράφων
αναστέλλεται μέχρι την ενηλικίωση του ανηλίκου.

Από την πρώτη ανάγνωση του άρθρου καθίσταται προφανής ο λόγος για τον οποίο απασχολεί ειδικά μια στήλη Νομικής Πληροφορικής. Στην παράγραφο 4 περιέχεται άμεση αναφορά στο Διαδίκτυο, η οποία μάλιστα είναι η πρώτη και η μοναδική μέχρι στιγμής που μπορούμε να συναντήσουμε στον ελληνικό Ποινικό Κώδικα. Να σημειωθεί ότι η συμπλήρωση του Ποινικού Κώδικα με το νόμο 1805/1988 αφορούσε κυρίως περιπτώσεις διάπραξης εγκλημάτων με ηλεκτρονικό υπολογιστή (βλ. άρθρα 13γ, 370Β, 370Γ, 386Α) καθώς το 1988 το Διαδίκτυο αποτελούσε μάλλον άγνωστο όρο για το νομοθέτη όπως και για τους περισσότερους. Δεν ίσχυε, ωστόσο το ίδιο και το 2002, όταν προστέθηκε το άρθρο 348Α για την πορνογραφία ανηλίκων, με το νόμο 3064/2002. Τότε όμως, ορθά, ο νομοθέτης δεν υιοθέτησε κάποια ειδική αναφορά στο Διαδίκτυο, καλύπτοντας τις σχετικές περιπτώσεις με μια ευρύτερη ρύθμιση, που θα παρουσιαστεί στη στήλη στο άμεσο μέλλον καθώς επιδέχεται γενικότερη ανάλυση και κριτική.

Σήμερα, λοιπόν, ο ποινικός νομοθέτης εισάγει μια διάταξη με σκοπό να τυποποιήσει ως αξιόποινη μία συμπεριφορά που σχετίζεται άμεσα με το περιβάλλον του Διαδικτύου. Η βιασύνη του, όμως, να αποδείξει την ταχύτητα των κοινωνικών αντανακλαστικών του απέναντι στο πρόβλημα της παιδοφιλίας, οδήγησε σε μια, κατά την άποψή μας, πρόχειρη και φοβική έως υπερβολική ρύθμιση.

Ξεκινώντας από τα νομοτεχνικά στοιχεία, διακρίνουμε ότι η βασική μορφή του εγκλήματος, που αφορά την προσβολή της αιδούς των ανηλίκων, εντοπίζεται στην τρίτη παράγραφο, όπου προβλέπονται ποινές φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών και αν η πράξη τελείται κατά συνήθεια τουλάχιστον δύο ετών. Εν συνεχεία, η τέταρτη παράγραφος ανάγει την επίμαχη τέλεση μέσω διαδικτύου ή άλλου μέσου επικοινωνίας σε διακεκριμένη μορφή του εγκλήματος για την οποία διπλασιάζει σχεδόν τα απειλούμενα ελάχιστα όρια των ποινών. Πριν προχωρήσουμε στην κριτική αυτής της επιλογής σε δικαιοπολιτική βάση, αξίζει να αναφερθούμε στην αντεγκληματική χρησιμότητα μιας τέτοιας διάταξης εν γένει. Θα ήταν φυσικά προκλητικό να αμφισβητήσει κανείς το πρόβλημα της παιδοφιλίας και εν πολλοίς υποκριτικό να μην αναγνωρίσει τον ακούσια υποβοηθητικό ρόλο του Διαδικτύου στην αύξηση του φαινομένου. Εντούτοις, μια άστοχα στοχευμένη ρύθμιση, όπως η συγκεκριμένη, δεν μοιάζει ικανή να προσφέρει ικανοποιητικές λύσεις, αφού μάλλον αγνοεί τον τρόπο λειτουργίας των σύγχρονων ψηφιακών υπηρεσιών και πολύ περισσότερο την επικρατούσα κουλτούρα ανεκτικότητας και αυτορρύθμισης των χρηστών. Σε ένα ριζοσπαστικό περιβάλλον επικοινωνίας, τόσο «ανοιχτό», όπως αυτό του Διαδικτύου και με απεριόριστες δυνατότητες ανωνυμίας και παραλλαγής ταυτότητας, η εν λόγω ρύθμιση κινείται μάλλον εκτός λειτουργικής πραγματικότητας του μέσου. Αν πάλι, σκοπός της διάταξης είναι να προσφέρει το κατάλληλο στήριγμα στη δράση των ολοένα και περισσότερων «κυβερνοφυλάκων» (cybercops), που επιδίδονται στην «αλίευση» παιδοφίλων σε ομάδες συζήτησης υψηλού κινδύνου, τότε μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε διπλά άστοχη. Για να στοιχειοθετηθεί η ποινική ευθύνη του δράστη-παιδόφιλου, η ανηλικότητα του θύματος -και μάλιστα κάτω των 16 ετών- αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση, η οποία οφείλει να κρίνεται αντικειμενικά. Με απλά λόγια, δε θα ήταν δυνατή η σύλληψη ενός παιδόφιλου, βάσει του άρθρου 342 §4 ΠΚ, λόγω της συμμετοχής του σε μια ιδιωτική συζήτηση πραγματικού χρόνου (private live chat) με έναν αστυνομικό που υποδύεται τον δεκαπεντάχρονο, ακόμα κι αν η συμπεριφορά του θα ήταν ικανή να προσβάλει την αιδώ ενός ανήλικου.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ακόμη και αν δεχτούμε την ανάγκη ύπαρξης μια τέτοιας ρύθμισης, αυτό που προκαλεί έκπληξη είναι η αντιμετώπιση του εν λόγω εγκλήματος ως διακεκριμένου. Η αναγνώριση υψηλότερης απαξίας στην εξ αποστάσεως εικονική επικοινωνία με ένα άγνωστο πρόσωπο που προσβάλει την αιδώ του ανήλικου σε σχέση με την αντίστοιχη προσβολή από ένα πρόσωπο εμπιστοσύνης που εισέρχεται στο φυσικό χώρο του ανήλικου, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το λιγότερο (τεχνο-)φοβική. Άλλωστε, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός πως η είσοδος στο διαδικτυακό εικονικό κόσμο όπως και στον πραγματικό, ακόμα και για έναν ανήλικο, συνυπάρχει με την εγκατάλειψη ενός κλειστού, προστατευμένου χώρου και την αυτόβουλη έκθεση σε ένα περιβάλλον διευρυμένης επικινδυνότητας. Η κάθε προσβολή σε αυτόν τον ήδη εκτεθειμένο χώρο δεν μπορεί να απαξιώνεται περισσότερο από την προσβολή εντός ενός προστατευμένου περιβάλλοντος, όπου εισέρχεται ο δράστης εκμεταλλευόμενος μια σχέση εμπιστοσύνης.

Εν κατακλείδι, διαφαίνεται ακόμη μια φορά η ανεπάρκεια της νομοπαραγωγικής διαδικασίας να ανταποκριθεί με ακρίβεια στις απαιτήσεις της ψηφιακής εποχής. Με αδέξιους χειρισμούς, άλλοτε σπεύδει και άλλοτε καθυστερεί, γεννώντας πολλές φορές μεγαλύτερη ανασφάλεια από αυτή που προσπαθεί να αντιμετωπίσει.

ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Αιτιολογική Έκθεση της τροπολογίας για την αντιμετώπιση της παιδοφιλίας:

http://www.ministryofjustice.gr/print.php?sid=698

Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου 2006

1ο ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΦΟΡΟΥΜ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ

Όπως είχαμε προαναγγείλει σε παλαιότερο τεύχος (βλ. ΕΕΕυρΔ 2:2006.361), ξεκίνησε στις 30 Οκτωβρίου 2006 στην Αθήνα το πρώτο παγκόσμιο Φόρουμ για τη διακυβέρνηση του Διαδικτύου με τη σημαντική στήριξη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών (ITU). Οι εργασίες του Φόρουμ διήρκεσαν μέχρι τις 2 Νοεμβρίου 2006 και φιλοξένησαν τις απόψεις περισσότερων από 1500 εκπροσώπους κυβερνήσεων, οργανώσεων, ιδιωτικών φορέων, παροχέων υπηρεσιών Ίντερνετ, της ερευνητικής και πανεπιστημιακής κοινότητας και φυσικά των απλών χρηστών-κοινωνών του Διαδικτύου. Εδώ να υπενθυμίσουμε ότι η ιδέα της διοργάνωσης του εν λόγω Φόρουμ γεννήθηκε κατά την προσπάθεια του ΟΗΕ να αποσπάσει ή τουλάχιστον να περιορίσει το συνολικό έλεγχο του Συστήματος Απόδοσης και Διαχείρισης Ονομάτων Χώρου στο Ίντερνετ από τον αρμόδιο Οργανισμό των Η.Π.Α., ICANN, προκειμένου να τον θέσει υπό την εποπτεία της διεθνούς κοινότητας κατά την Παγκόσμια Σύνοδο για την Κοινωνία της Πληροφορίας στην Τύνιδα (βλ. αναλυτικότερα ΕΕΕυρΔ 4:2005.902). Η αποτυχία αυτής της προσπάθειας είχε ως αποτέλεσμα τουλάχιστον την καθιέρωση ενός Φόρουμ διαλόγου σχετικά με τα προβλήματα και τη μελλοντική προοπτική του Διαδικτύου.

Με αφορμή, την επίκαιρη προβληματική του «ψηφιακού χάσματος» μεταξύ ανεπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών, κεντρικός άξονας όλων των συζητήσεων, μπορεί να ειπωθεί ότι αναδείχθηκε η κοινή σκέψη για την εξασφάλιση ενός Διαδικτύου «για όλους». Προς αυτή την κατεύθυνση άλλωστε κινήθηκαν και οι εναρκτήριες ομιλίες του Έλληνα Πρωθυπουργού και του αρμόδιου Υπουργού Μεταφορών και Τηλεπικοινωνιών αλλά και των εκπροσώπων του ΟΗΕ και της ITU, Νιτίν Ντεσάι και Γιόσιο Ουτσούμι, με ειδικότερες αναφορές στην προσπάθεια του καθηγητή του ΜΙΤ, Νίκολας Νεγκροπόντε, για την ανάπτυξη και διάδοση ενός υπολογιστή μόλις 100 δολαρίων, προσιτού σε κάθε παιδί. Ιδιαίτερη σημασία είχε και η παρουσία της Επιτρόπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Βίβιαν Ρέντινγκ, η οποία τόνισε τη διαρκή υποστήριξη που παρέχει η Ε.Ε. σε πρωτοβουλίες με στόχο την απελευθέρωση του Διαδικτύου από τις κυβερνητικές παρεμβάσεις και τη μετάθεση του «στα χέρια των πολιτών, όπου και ανήκει». Δεν παρέλειψε, επίσης, όπως και οι υπόλοιποι ομιλητές, να υπογραμμίσει τη συμβολική σημασία του τόπου διεξαγωγής του Φόρουμ, την Αθήνα, που ως «αρχαίο λίκνο της δημοκρατίας» αναζωογονεί τη συζήτηση αναφορικά με το πλέον δημοκρατικό μέσο επικοινωνίας -ίσως όλων των εποχών.

Στο σημείο αυτό θα ήταν αδύνατον να αναφερθούμε σε όλους τους ομιλητές, συμμετέχοντες ή παρεμβαίνοντες, εκπροσώπους παραγόντων του Διαδικτύου ή απλών χρηστών. Πρέπει όμως απαραίτητα να λεχθεί πως όλες οι προσωπικότητες με βαρύνοντα λόγο για τα διαδικτυακά πράγματα ήταν εκεί, όπως οι πρωτεργάτες του Ίντερνετ, Βίντον Σερφ και Μπομπ Κάαν, που χαιρέτησαν τις εργασίες του Φόρουμ και συμμετείχαν ενεργά σε αυτές με καίριες παρεμβάσεις. Με πίστη στις αρχές της ψηφιακής ελευθερίας ακούστηκαν όλοι, επώνυμοι και ανώνυμοι, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ερωτήθηκαν σχεδόν τα πάντα, έστω και αν δεν απαντήθηκαν όλα. Οφείλουμε, επίσης, να πούμε πως παράλληλα με τις βασικές συνεδρίες, διεξάγονταν και ειδικότερες παρουσιάσεις και συζητήσεις υπό μορφή εργαστηρίων (Workshops) εστιάζοντας σε ποικίλες ειδικότερες θεματικές, όπως την πολιτική anti-spam, την ανάπτυξη πολυγλωσσικών δυνατοτήτων διαδικτυακής επικοινωνίας, τη σχέση πληροφορικής και περιβάλλοντος (Greening IT) κ.ά.. Από τη θέση αυτή θα προσπαθήσουμε να δώσουμε ένα αναγκαστικά μικρό, μα κατά το δυνατόν αντιπροσωπευτικό δείγμα από τις κεντρικές συζητήσεις του Φόρουμ, τις οποίες μπορείτε να βρείτε αναλυτικά στο Ίντερνετ αλλά μόνο στην αγγλική γλώσσα.

Όπως προαναφέρθηκε με άλλα λόγια, κεντρικό άξονα του Φόρουμ αποτέλεσε η σκέψη της ψηφιακής σύγκλισης πάνω στις βάσεις ενός ουσιαστικού «εκδημοκρατισμού» του Διαδικτύου. Στο πλαίσιο αυτό, η κομβική ιδέα με τις πιο συχνές αναφορές εντός του Φόρουμ ήταν η «πολυσυμμετοχικότητα» («multistakeholder policy») σε όλα τα επίπεδα, με στόχο την υιοθέτηση μιας αντίστοιχης αντίληψης για τη συνολική διακυβέρνηση του Διαδικτύου. Η διάθλαση αυτής της «πολυσυμμετοχικής αρχής» μέσα από το διαδικτυακό φίλτρο απέδωσε και τις τέσσερις βασικές θεματικές των εργασιών του Φόρουμ:

- τον Ανοιχτό και Διαφανή χαρακτήρα του Διαδικτύου (Openness),

- την Ασφάλεια (Security),

- την Ποικιλομορφία (Diversity) και

- την Πρόσβαση (Access).

Πριν προχωρήσουμε στην εξέταση καθεμιάς από τις ανωτέρω θεματικές, παρουσιάζοντας τον τρόπο που τις προσέγγισαν οι σύνεδροι, διαπιστώνουμε καταρχήν ότι αντιστοιχούν σε τέσσερις θεμελιακούς πυλώνες στήριξης της αρχής της πολυσυμμετοχικότητας, αποτελώντας τα απαραίτητα συστατικά, προαπαιτούμενα ενός Διαδικτύου «για όλους».

Ειδικότερα, λοιπόν, στη συνεδρία αναφορικά με ένα «Ανοιχτό» Ίντερνετ, η πορεία της συζήτησης πρόσφερε την επιθυμητή οριοθέτηση μιας προβληματικής που από τον τίτλο της δημιούργησε αρχικά μία αβεβαιότητα στους συνέδρους ως προς τη διακριτότητά της από την έννοια της πρόσβασης. Τελικά, ο διάλογος εξελίχθηκε γύρω από τον «ελεύθερο» χαρακτήρα του Ίντερνετ, θίγοντας ζητήματα όπως η απειλή της ελεύθερης έκφρασης και μετάδοσης της πληροφορίας από τις κυβερνητικές παρεμβάσεις. Το ερώτημα αν η ελεύθερη ροή της πληροφορίας εξασφαλίζει τη διαφάνεια και αν κατ’ επέκταση η διαφάνεια απειλεί την εκάστοτε κυβέρνηση κυριάρχησε στην ανταλλαγή απόψεων. Στο προσκήνιο ήρθε η πολιτική λογοκρισίας στην Κίνα (βλ. ΕΕΕυρΔ 1:2006.140), της οποίας ο εκπρόσωπος απέφυγε τεχνηέντως να δώσει σαφείς εξηγήσεις, αρνούμενος ουσιαστικά την ύπαρξη τέτοιας πολιτικής στην πατρίδα του. Παρόμοιας κριτικής, όμως, δεν διέφυγε και η χώρα μας, καθώς τις ημέρες του Φόρουμ συνελήφθη Έλληνας ιδιοκτήτης ιστοσελίδας, επειδή μεταξύ των δημοσιευμάτων που απλά αναπαρήγαγε με αυτοματοποιημένο τρόπο από άλλα μπλόγκς, περιεχόταν και κάποιο που διακωμωδούσε τηλεοπτικό πρόσωπο. Ο εκπρόσωπος Τύπου της ελληνικής κυβέρνησης, που έτυχε να προεδρεύει της συνεδρίας, δήλωσε άγνοια του γεγονότος αφήνοντας μάλλον έκθετη την εικόνα της χώρας μας να συμπλέει με την υποκρισία της Κίνας. Συναφής κριτική ασκήθηκε και εναντίον μεγάλων εταιριών του Διαδικτύου όπως η Yahoo! και η Cisco που υποβοηθούν τους μηχανισμούς λογοκρισίας μέσω των υπηρεσιών τους. Πέραν της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ελεύθερης έκφρασης, η συζήτηση επεκτάθηκε, αναμενόμενα, στον ελεύθερο χαρακτήρα του λογισμικού και στην προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών, συμπεριλαμβάνοντας και τη σχετική προβληματική για τις πατέντες λογισμικού (βλ. ΕΕΕυρΔ 4:2004.847).

Η δεύτερη συνεδρία αφορούσε τη διαδικτυακή Ασφάλεια, με βασικούς ομιλητές κυρίως εκπροσώπους εταιριών διαδικτυακής ασφάλειας και εκπροσώπους μη κυβερνητικών οργανώσεων. Δυστυχώς ελάχιστες φάνηκαν οι αμιγείς νομικές απόψεις που ακούστηκαν, όπως του καθηγητή Κασπέρσεν ως υπευθύνου για τη Σύμβαση για το Κυβερνοέγκλημα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Γενικά επικράτησε σύμπνοια όσον αφορά την ανάγκη ύπαρξης ενός ασφαλούς διαδικτυακού περιβάλλοντος που θα φιλοξενεί χρήστες απαλλαγμένους από τεχνολογικές και δικτυακές φοβίες. Αναγνωρίστηκαν οι σύγχρονοι διαδικτυακοί κίνδυνοι, κυρίως κερδοσκοπικού χαρακτήρα (π.χ. phishing) και άλλα προβλήματα που απαιτούν αντιμετώπιση, όπως το σπαμ. Αν και η συζήτηση αναλώθηκε σε μεγάλο βαθμό στην τεχνολογική ετοιμότητα αντιμετώπισης των κινδύνων, συζητήθηκε επίσης η υιοθέτηση και διαχείριση, ακόμα και από το ίδιο το Φόρουμ, ενός Κώδικα Δεοντολογίας για όλους τους μετέχοντες στη κοινότητα του Ίντερνετ καθώς και η αμφιλεγόμενη σκέψη για την καθιέρωση ενός τύπου «διπλώματος διαδικτυακής οδήγησης», που θα έπρεπε να διαθέτουν όλοι οι χρήστες.

Σε κάθε περίπτωση, κατέστη σαφές πως για την κατοχύρωση ενός διαδικτυακού χώρου ασφάλειας και ελευθερίας απαιτείται μια συναινετική πολιτική, που θα βασίζεται σε ένα κοινά αποδεκτό νομικό πλαίσιο εξίσου διεθνοποιημένου χαρακτήρα με αυτόν του Διαδικτύου. Εντούτοις, όπως τόνισε ο καθηγητής Χοσέιν, η γενικότερη συμφωνία που παρατηρείται πάνω στα νομικά θέματα έχει να κάνει ακριβώς με την αόριστη αντιμετώπισή τους. Με άλλα λόγια, όλοι συμφωνούν γενικά στην ανάγκη διεθνούς συνεργασίας και στην υιοθέτηση κοινών νομικών κανόνων αλλά στην πράξη δεν προχωράει τίποτα, διότι κάθε κράτος διαθέτει διαφορετική αντίληψη αδίκου και ξεχωριστή κουλτούρα ασφάλειας. Αυτό που απαιτείται, λοιπόν, είναι περισσότερη, πιο συνειδητοποιημένη και πιο συγκεκριμένη δουλειά στο πεδίο της διεθνούς συνεργασίας.

Την τρίτη ενότητα του Φόρουμ απασχόλησε το ζήτημα της Ποικιλομορφίας στο Διαδίκτυο. Βασικό σημείο αναφοράς αποτέλεσε η γλώσσα που χρησιμοποιείται για τη μετάδοση του περιεχομένου, της πληροφορίας στο Ίντερνετ, δεδομένου ότι το 90% από τις 6000 γλώσσες που ομιλούνται πάνω στη Γη δεν εκπροσωπείται στον κυβερνοχώρο. Η αγγλική γλώσσα και οι λατινικοί χαρακτήρες κυριαρχούν στον ψηφιακό κόσμο, αφήνοντας στο περιθώριο μεγάλο μέρος του πληθυσμού, αποστερώντας του τη συμμετοχή στην πληροφορία και τη γνώση. Η διεθνοποίηση των Ονομάτων Χώρου (Domain Names) -δυνατότητα που παρέχεται για την ελληνική γλώσσα (βλ. ΕΕΕυρΔ 3:2005.690)- αναγνωρίστηκε ως ένα πρώτο βήμα για την υποδοχή όλο και περισσότερων γλωσσών στη διαδικτυακή κοινότητα. Επιπλέον, ο Βίντον Σερφ αναφέρθηκε και στις περιπτώσεις ανθρώπων που δεν χρησιμοποιούν καν γραπτή γλώσσα, τονίζοντας την ανάγκη αύξησης του προφορικού περιεχομένου στις σελίδες του Παγκόσμιου Ιστού. Αξίζει να σημειωθεί πως ο συγκεκριμένος κύκλος συζήτησης είχε πολλούς ομιλητές και παρεμβαίνοντες, ο καθένας από τους οποίους έθεσε το προσωπικό του στίγμα σε μία καθ’ όλα πολυπολιτισμική και πολυγλωσσική συνύπαρξη με σκοπό τη σύγκλιση του ψηφιακού χάσματος μέσω της προηγούμενης γεφύρωσης του γλωσσικού χάσματος. Σίγουρα αξίζει να μελετήσει κανείς αναλυτικότερα τις εν λόγω τοποθετήσεις, αποκομίζοντας, εν γένει, ένα καθαρό μήνυμα σεβασμού της διαφορετικότητας.

Η τελευταία συνεδρία ήταν αφιερωμένη στην Πρόσβαση, εστιάζοντας κυρίως στην έλλειψη υποδομών και τη σχεδόν μηδενική ψηφιακή διείσδυση σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες. Συγκεκριμένα, στα 6 δισεκατομμύρια του πληθυσμού του πλανήτη μας μόνο το 1 δισεκατομμύριο έχει πρόσβαση στο Ίντερνετ. Παρ’ όλα αυτά σύμφωνα με τους ερευνητές που έλαβαν το λόγο σημειώνεται διαρκής πρόοδος και προβλέπεται γρήγορα οι χρήστες του Διαδικτύου να αγγίξουν τα 2 δισεκατομμύρια, λαμβάνοντας υπόψη ότι τουλάχιστον 500 εκατομμύρια κάτοικοι της Κίνας θα αποκτήσουν άμεσα ψηφιακή πρόσβαση. Οι προβλέψεις αυτές βέβαια τέθηκαν υπό αμφισβήτηση ενώ παραλληλίστηκαν και με τη διείσδυση της κινητής τηλεφωνίας που μετράει σχεδόν 3 δισεκατομμύρια χρήστες. Κοινή ανησυχία των ομιλητών αποτέλεσε η ελλιπής τεχνολογική εξέλιξη στην αφρικανική ήπειρο ενώ συμφωνία υπήρξε ως προς την ανάγκη ενδυνάμωσης του ανταγωνισμού και ενίσχυσης των επενδύσεων του τηλεπικοινωνιακού τομέα. Η ανάπτυξη τεχνολογικών υποδομών στις αναπτυσσόμενες χώρες και η ευρεία παροχή πρόσβασης στις ψηφιακές υπηρεσίες θα προσέφερε εκρηκτικές δυνατότητες στους τομείς της εργασίας, της εκπαίδευσης, της υγείας κτλ. ανοίγοντας και μία νέα αγορά με απεριόριστες δυνατότητες.

Μέσα από αυτή την παρουσίαση αποδόθηκαν σε πολύ γενικές γραμμές οι εργασίες του πρώτου παγκόσμιου Φόρουμ για τη διακυβέρνηση του Ίντερνετ. Το μωσαϊκό των απόψεων που ακούστηκαν και δεν αναφέρονται όλες εδώ είναι πραγματικά εντυπωσιακό και φυσικά δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα ή στην υιοθέτηση σαφώς καθορισμένων πολιτικών. Τουλάχιστον όχι ακόμα. Υπό αυτό το πρίσμα ίσως να μην ενοχλεί ιδιαίτερα η έλλειψη αποφασιστικής ή δεσμευτικής αρμοδιότητας του Φόρουμ. Μια τέτοια ιδιότητα ίσως επιβάρυνε μάταια τις εργασίες του, αλλοιώνοντας το αληθινά ελεύθερο κλίμα ανταλλαγής κάθε λογής απόψεων. Το κλίμα αυτό που εξίσωσε όλους τους συμμετέχοντες, δημιουργώντας, όπως είπε και ο Νιτίν Ντεσάι, την ατμόσφαιρα μιας «Αρχαίας Αγοράς», δομημένης αλλά άναρχης, μη ιεραρχικής αλλά πειθαρχημένης, πάνω από όλα αυτορρυθμιζόμενης. Μα κάπως έτσι λειτουργεί και το Διαδίκτυο. Η παραδοσιακή κοινωνικοπολιτική προσέγγιση εξουσιαστικού ελέγχου με μηχανισμούς έξω από την «ανοιχτή» λογική του φαίνεται καταδικασμένη να αποτύχει. Ίσως λοιπόν το «πολυσυμμετοχικό» πρότυπο που προωθήθηκε με μεγάλη επιτυχία από το Φόρουμ να αποτελεί την πολυπόθητη απάντηση στην αναζήτηση ενός μοντέλου Διακυβέρνησης του Διαδικτύου.

Το 2ο Παγκόσμιο Φόρουμ για τη Διακυβέρνηση του Διαδικτύου θα διεξαχθεί στο Ρίο ντε Τζανέιρο από 12 έως 15 Νοεμβρίου 2007.

ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

http://www.intgovforum.org/meeting.htm

http://www.igfgreece2006.gr