Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

Ηλεκτρονικό Αστυνομικό Τμήμα


Στις 17 Οκτωβρίου 2016 τέθηκε σε λειτουργία το λεγόμενο «Ηλεκτρονικό Αστυνομικό Τμήμα», μια διαδικτυακή πύλη της Ελληνικής Αστυνομίας, με σκοπό την ταχύτερη ηλεκτρονική εξυπηρέτηση φυσικών και νομικών προσώπων. Η πλατφόρμα αυτή δίνει τη δυνατότητα σε πολίτες, επιχειρήσεις και λοιπούς φορείς να υποβάλουν αιτήματα διοικητικού και δικαστικού χαρακτήρα, καθώς και καταγγελίες για περιπτώσεις ηλεκτρονικού εγκλήματος. Στόχος είναι η εξυπηρέτηση των πολιτών μέσα από την ταχύτερη διεκπεραίωση των σχετικών αιτημάτων τους και τη μείωση των γραφειοκρατικών διαδικασιών, ενώ παράλληλα εξοικονομούνται και ανθρώπινοι πόροι.
Πιο συγκεκριμένα, στο Ηλεκτρονικό Αστυνομικό Τμήμα, οι χρήστες έχουν, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα να υποβάλουν αιτήσεις ηλεκτρονικής ταυτοποίησης (π.χ. για έκδοση άδειας εισόδου αλλοδαπών στην χώρα) και αιτήσεις για θέματα διοικητικού και δικαστικού χαρακτήρα (π.χ. αίτηση χορήγησης άδειας κατοχής κυνηγετικών όπλων ή έκδοσης άδειας κυκλοφορίας μοτοποδηλάτου). Ηλεκτρονικές αιτήσεις μπορούν να υποβάλουν και διάφοροι φορείς για θέματα διοικητικού και δικαστικού χαρακτήρα (π.χ. αίτηση χορήγησης αντιγράφου ποινικής κατάστασης πολίτη για νόμιμη χρήση οπλοφορίας).
Τέλος, το νέο Ηλεκτρονικό Αστυνομικό Τμήμα θα δέχεται και καταγγελίες εκ μέρους πολιτών και επιχειρήσεων για ηλεκτρονικά εγκλήματα. Ενδεικτικά σημειώνονται περιπτώσεις όπως απατηλές διατραπεζικές συναλλαγές μέσω του διαδικτύου, απάτες στο πλαίσιο του ηλεκτρονικού εμπορίου και οι γνωστές ως νιγηριανές απάτες. Καταγγελία μπορούν να υποβάλουν και άτομα που εντοπίζουν π.χ. παιδόφιλους ή χρήστες του διαδικτύου οι οποίοι έχουν πρόθεση αυτοκτονίας.
Για τη χρήση των παρεχόμενων υπηρεσιών απαιτείται ταυτοποίηση των χρηστών μέσω του συστήματος TaxisNet της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων.

Σχετικά links:
Η διαδικτυακή Πύλη του Ηλεκτρονικού Αστυνομικού Τμήματος:

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2016

Κατάργηση τελών περιαγωγής στην ΕΕ

Τα τελευταία χρόνια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει συστηματικά τη μείωση των επιπλέον χρεώσεων που επιβάλλουν οι πάροχοι τηλεπικοινωνιών στους πελάτες τους, χρήστες κινητής τηλεφωνίας, όταν αυτοί βρίσκονται σε άλλη χώρα για διακοπές ή για επαγγελματικούς λόγους. Η προσπάθεια αυτή που ξεκίνησε το 2007 είχε ως αποτέλεσμα τα λεγόμενα τέλη περιαγωγής να υποστούν σημαντική μείωση (άνω του 90%). Ο τελικός σκοπός όμως συνίσταται στον εκμηδενισμό των τελών αυτών και συνοψίζεται στο κεντρικό σύνθημα της σχετικής εκστρατείας: «Περιαγωγή σαν στο σπίτι σας». Δηλαδή, χρήση κινητής τηλεφωνίας σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ταξιδεύει ο καταναλωτής με την ίδια χρέωση που θα ίσχυε και στο κράτος μέλος της μόνιμης κατοικίας του. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενέκριναν ήδη σχετική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την κατάργηση των τελών περιαγωγής για όλους τους Ευρωπαίους ταξιδιώτες από τον Ιούνιο του 2017.
Σύμφωνα με το σχέδιο κανόνων που συζητήθηκε στην Επιτροπή, στα μέσα Σεπτεμβρίου του 2016, σταθμίζεται η αρχή της εύλογης χρήσης και προβλέπονται ισχυρές διασφαλίσεις για την προστασία των παρόχων από δυνητικές καταχρήσεις. Συμφωνήθηκε εν γένει ότι δεν πρέπει να επιβάλλεται στους καταναλωτές κανένα όριο στη διάρκεια ή στη συχνότητα χρήσης των κινητών τους συσκευών, όταν βρίσκονται σε άλλη χώρα της ΕΕ. Συγχρόνως όμως θα αποτρέπονται οι καταχρήσεις, λαμβανομένης υπόψη της χώρας μόνιμης κατοικίας των καταναλωτών.
Ειδικότερα, οι ταξιδιώτες με κινητή συσκευή η οποία έχει κάρτα SIM του κράτους μέλους όπου κατοικούν ή με το οποίο διατηρούν σταθερούς δεσμούς, θα μπορούν να την χρησιμοποιούν σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της ΕΕ, με τις ίδιες χρεώσεις που ισχύουν στη χώρα τους. Ως σταθεροί δεσμοί νοούνται, παραδείγματος χάρη, οι δεσμοί που διατηρούν με ένα άλλο κράτος μέλος όσοι ταξιδεύουν για επαγγελματικούς λόγους, ή οι φοιτητές του προγράμματος Erasmus. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι Ευρωπαίοι καταναλωτές θα χρεώνονται για κλήσεις, SMS ή χρήση διαδικτύου μέσω κινητών δικτύων με την εγχώρια τιμή και θα έχουν δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν πλήρως τα συνδρομητικά πακέτα που έχουν συμφωνήσει με τον πάροχό τους (π.χ. όγκος δεδομένων ή χρόνος ομιλίας).
Από την άλλη πλευρά, οι διασφαλίσεις για την προστασία των συμφερόντων των παρόχων έχουν ως εξής:
1. Διασφαλίσεις έναντι καταχρήσεων
Οι σχετικοί κανόνες δίνουν στους παρόχους τη δυνατότητα να ελέγχουν το είδος της χρήσης, προς αποφυγή καταχρήσεως. Δηλαδή, όταν διαπιστώνεται ασήμαντη εγχώρια κίνηση σε σύγκριση με την κίνηση περιαγωγής ή μεγάλη περίοδος αδράνειας μιας συγκεκριμένης κάρτας SIM σε συνδυασμό με τη χρήση της κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, με περιαγωγή και όταν υπάρχει συνδρομή και διαδοχική χρήση πολλαπλών καρτών SIM από τον ίδιο πελάτη, με περιαγωγή, οι πάροχοι θα πρέπει να ειδοποιούν τους χρήστες τους. Στις περιπτώσεις αυτές, οι πάροχοι θα μπορούν να επιβάλλουν μικρές προσαυξήσεις. Σε περίπτωση διαφωνίας, πρέπει να κινούνται διαδικασίες καταγγελίας από τον πάροχο. Ο πελάτης μπορεί να προσφύγει στην εθνική ρυθμιστική αρχή για τη διευθέτηση της διαφοράς.
2. Διασφαλίσεις σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων.
Εάν αυξηθούν οι τιμές σε μια συγκεκριμένη αγορά, οι πάροχοι θα μπορούν να εξέλθουν από τον μηχανισμό «Περιαγωγή σαν στο σπίτι σας» και, κατόπιν εγκρίσεως από την εθνική ρυθμιστική αρχή, να εφαρμόζουν προσωρινά μικρές προσαυξήσεις. Τούτο όμως υπό την προϋπόθεση ότι θα αποδεικνύουν, βάσει στοιχείων, ότι το εγχώριο μοντέλο τιμολόγησης απειλείται με αποσταθεροποίηση λόγω εφαρμογής του μηχανισμού «Περιαγωγή σαν στο σπίτι σας».
Η Επιτροπή θα εγκρίνει την τελική πρόταση μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου 2016, κατόπιν διαβουλεύσεως με τον Φορέα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC), τα κράτη μέλη και όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.
Σχετικά links:
Βλ. επίσης:
http://europa.eu/rapid/press-release_IP-15-5265_en.htm

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2016

Το ΔΕΕ έκρινε σχετικά με την πώληση Η/Υ με προεγκατεστημένο λογισμικό

Στην απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2016, στην υπόθεση C-310/15, το ΔΕΕ απάντησε σε προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το γαλλικό ακυρωτικό δικαστήριο σε σχέση με το αν η πώληση ηλεκτρονικού υπολογιστή με προεγκατεστημένο λογισμικό συνιστά αθέμιτη εμπορική πρακτική.
Ειδικότερα, η υπόθεση αφορούσε την περίπτωση ενός Γάλλου πολίτη ο οποίος το 2008 αγόρασε στη Γαλλία έναν φορητό υπολογιστή γνωστής εταιρίας εξοπλισμένο με προεγκατεστημένα λογισμικά, ιδίως με συγκεκριμένο λειτουργικό σύστημα. Κατά την πρώτη χρήση του εν λόγω υπολογιστή, ο αγοραστής δεν αποδέχθηκε τη «Σύμβαση Άδειας Χρήσης Τελικού Χρήστη» του λειτουργικού συστήματος και ζήτησε από την εταιρία να του επιστρέψει τμήμα της τιμής αγοράς ανάλογο της αξίας του προεγκατεστημένου λογισμικού. Η εταιρία δεν συμφώνησε και πρότεινε αντιστροφή της πώλησης. Ο αγοραστής δεν δέχθηκε την αντιστροφή της πώλησης και ενήγαγε την εταιρία ζητώντας κατ’ αποκοπήν αποζημίωση 450 ευρώ για τα προεγκατεστημένα λογισμικά και 2.500 ευρώ προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω αθέμιτων εμπορικών πρακτικών. Σημειωτέον ότι η Οδηγία 2005/29/ΕΚ της Ένωσης απαγορεύει τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, οι οποίες στρεβλώνουν την οικονομική συμπεριφορά των καταναλωτών και είναι αντίθετες προς τις απαιτήσεις της επαγγελματικής ευσυνειδησίας, όπως, μεταξύ άλλων, τις παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές και τις επιθετικές εμπορικές πρακτικές.
Το γαλλικό ακυρωτικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση, ζήτησε από το ΔΕΕ να διευκρινίσει αν τέτοια εμπορική πρακτική (πώληση συγκεκριμένου μοντέλου υπολογιστή μόνο με προεγκατεστημένα λογισμικά χωρίς δυνατότητα άλλης επιλογής) συνιστά αθέμιτη εμπορική πρακτική και αν, στο πλαίσιο αυτό, η μη αναγραφή της τιμής κάθε προεγκατεστημένου λογισμικού συνιστά παραπλανητική εμπορική πρακτική.
Το ΔΕΕ αποφάνθηκε ότι η πώληση υπολογιστή με προεγκατεστημένα λογισμικά δεν συνιστά από μόνη της αθέμιτη εμπορική πρακτική, εφόσον η προσφορά αυτή δεν είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις της επαγγελματικής ευσυνειδησίας και δεν στρεβλώνει την οικονομική συμπεριφορά των καταναλωτών. Για τον έλεγχο αυτών των προϋποθέσεων στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αρμόδιο το εθνικό δικαστήριο. Το ΔΕΕ επισήμανε, πάντως, ότι η πώληση τέτοιων υπολογιστών μπορεί να πληροί τις απαιτήσεις της επαγγελματικής ευσυνειδησίας, καθόσον καλύπτει τις προσδοκίες πολλών καταναλωτών και διότι ο ενάγων της κύριας δίκης, αφενός, είχε ενημερωθεί επαρκώς για τα χαρακτηριστικά του υπολογιστή που αγόρασε και, αφετέρου, είχε τη δυνατότητα να υπαναχωρήσει από την πώληση μετά την αγορά του (μη αποδεχόμενος τη «Σύμβαση Άδειας Χρήσης Τελικού Χρήστη» κατά την πρώτη χρήση του υπολογιστή).
Περαιτέρω, κατά το ΔΕΕ, το εθνικό δικαστήριο είναι επίσης αρμόδιο να εξακριβώσει αν περιορίζεται σημαντικά η ικανότητα του καταναλωτή να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση συναλλαγής, όταν αυτός έχει ενημερωθεί δεόντως πριν προβεί στην αγορά, ότι ο συγκεκριμένος τύπος υπολογιστή δεν είναι διαθέσιμος χωρίς προεγκατεστημένο λογισμικό και, επομένως μπορεί να επιλέξει άλλον τύπο υπολογιστή, ο οποίος διατίθεται χωρίς προεγκατεστημένο λογισμικό.
Τέλος, ως προς το ζήτημα της παραπλανητικής εμπορικής πρακτικής, το ΔΕΕ έκρινε ότι η μη αναγραφή της τιμής για κάθε προεγκατεστημένο λογισμικό δεν μπορεί να εμποδίσει τον καταναλωτή να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση συναλλαγής, ούτε ενδέχεται να τον οδηγήσει σε απόφαση συναλλαγής την οποία δεν θα έπαιρνε σε άλλη περίπτωση. Με άλλα λόγια, η τιμή κάθε λογισμικού δεν συνιστά ουσιώδη πληροφορία και, ως εκ τούτου, η μη αναγραφή της τιμής των επιμέρους προεγκατεστημένων λογισμικών δεν συνιστά παραπλανητική εμπορική πρακτική.
Σχετικά links:
Το κείμενο της απόφασης:
Η Οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές:

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

Νέα Οδηγία της ΕΕ για την ενίσχυση της διαδικτυακής ασφάλειας

Η κοινωνία μας στηρίζεται όλο και περισσότερο στα ηλεκτρονικά δίκτυα και τα πληροφοριακά συστήματα. Ταυτόχρονα, έχουν αυξηθεί τα κρούσματα ηλεκτρονικής απάτης και πλαστογραφίας. Η κλοπή ταυτότητας, οι πλαστές τραπεζικές ιστοσελίδες και η βιομηχανική κατασκοπεία αποτελούν μόνο μερικά από τα εγκλήματα που διαπράττονται στο διαδίκτυο και έχουν στόχο προσωπικούς λογαριασμούς, επιχειρήσεις και δημόσιες αρχές. Οι επιθέσεις στο διαδίκτυο μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές ζημιές σε κρίσιμες υπηρεσίες, όπως είναι η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος ή ο έλεγχος της εναέριας κυκλοφορίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, η ΕΕ συμφώνησε στη δημιουργία κανόνων ασφαλείας στον κυβερνοχώρο.
Στις 6 Ιουλίου 2016, η ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενέκρινε την Οδηγία 2016/1148 για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών (ΝΙS). Η Οδηγία αποσκοπεί στην εναρμόνιση της νομοθεσίας σχετικά με την ασφάλειας στον κυβερνοχώρο σε όλη την ΕΕ και τη βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, όταν υπάρχουν επιθέσεις. Σύμφωνα με τους νέους κανόνες, εταιρίες που παρέχουν σημαντικές υπηρεσίες, όπως ενέργεια, μεταφορές, τραπεζικές υπηρεσίες και υπηρεσίες υγείας, καθώς και ψηφιακές υπηρεσίες όπως μηχανές αναζήτησης και υπηρεσίες cloud computing, πρέπει να μπορούν να αντιμετωπίζουν ενδεχόμενες επιθέσεις στον κυβερνοχώρο και να αναφέρουν σοβαρά περιστατικά παραβίασης των συστημάτων ασφαλείας τους στις αρχές. Επίσης, προβλέπεται ενδυνάμωση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα της ασφάλειας στο διαδίκτυο. Οι ρυθμίσεις για τα κοινά πρότυπα ασφάλειας στον κυβερνοχώρο και η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών θα ενισχύσει την προστασία των επιχειρήσεων και θα βοηθήσει στην πρόληψη επιθέσεων σε διασυνδεδεμένες υποδομές των χωρών της ΕΕ.
Ειδικότερα, η νέα ευρωπαϊκή Οδηγία ορίζει τις υποχρεώσεις για την τήρηση συγκεκριμένων επιπέδων ασφάλειας και την υποβολή εκθέσεων για «φορείς εκμετάλλευσης βασικών υπηρεσιών» σε τομείς, όπως η ενέργεια, οι μεταφορές, η υγεία, οι τραπεζικές υπηρεσίες και η παροχή νερού. Τα κράτη μέλη της ΕΕ θα είναι εκείνα που θα ορίσουν ποιοι φορείς ανήκουν σε αυτούς τους τομείς, χρησιμοποιώντας συγκεκριμένα κριτήρια, όπως π.χ. εάν η παρεχόμενη υπηρεσία είναι ζωτικής σημασίας για την κοινωνία και την οικονομία και το κατά πόσον ένα περιστατικό παραβίασης ασφαλείας θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στην παροχή της συγκεκριμένης υπηρεσίας. Ορισμένοι πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών, όπως οι διαδικτυακές αγορές, οι μηχανές αναζήτησης και οι υπηρεσίες cloud computing, θα υποχρεωθούν επίσης να λάβουν επιπρόσθετα μέτρα, προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα επιθυμητό επίπεδο ασφαλείας για τις υποδομές τους, ενώ θα υποχρεούνται να αναφέρουν στις εθνικές αρχές τα όποια συμβάντα παραβιάσεων των συστημάτων ασφαλείας τους. Οι απαιτήσεις, ωστόσο, για τους παρόχους ψηφιακών υπηρεσιών θα είναι μικρότερες, ενώ θα εξαιρεθούν οι πολύ μικρές επιχειρήσεις.
Επιπλέον, θα συγκροτηθεί ομάδα συνεργασίας με σκοπό την υποστήριξη και τη διευκόλυνση της στρατηγικής συνεργασίας και της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών. Όλες οι χώρες της ΕΕ θα εφαρμόσουν μια εθνική στρατηγική για την αντιμετώπιση των απειλών στον κυβερνοχώρο. Τα κράτη μέλη θα δημιουργήσουν επίσης ένα δίκτυο «ομάδων απόκρισης για συμβάντα που αφορούν την ασφάλεια υπολογιστών (CSIRT)», οι οποίες θα χειρίζονται περιστατικά και απειλές, θα συζητούν διασυνοριακά ζητήματα ασφάλειας και θα προωθούν την ταχεία και αποτελεσματική επιχειρησιακή συνεργασία. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών (ENISA) θα διαδραματίσει καίριο ρόλο στην εφαρμογή της Οδηγίας, ιδίως σε ό, τι αφορά τη συνεργασία μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών. Το ζήτημα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων περιλαμβάνεται επίσης σε πολλές διατάξεις της Οδηγίας.
Η νέα Οδηγία σχετικά με τα μέτρα για υψηλό κοινό επίπεδο ασφάλειας συστημάτων δικτύου και πληροφοριών σε ολόκληρη την Ένωση πρέπει να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών έως τον Μάιο του 2018, ενώ προβλέπεται διάστημα έξι επιπλέον μηνών, προκειμένου τα κράτη μέλη να καθορίσουν τους εθνικούς «φορείς εκμετάλλευσης βασικών υπηρεσιών».
Παράλληλα, εντός του Ιουλίου του 2016, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχώρησε στην υπογραφή συμφωνίας με τον κλάδο της κυβερνοασφάλειας, με σκοπό την ένταση της προσπάθειας αντιμετώπισης των κυβερνοαπειλών. Πρόκειται για μια νέα σύμπραξη δημόσιου-ιδιωτικού τομέα για την κυβερνοασφάλεια, η οποία αναμένεται να προσελκύσει επενδύσεις ύψους 1,8 δις ευρώ έως το 2020. Η σύμπραξη αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο των νέων πρωτοβουλιών για καλύτερη θωράκιση της Ευρώπης έναντι των κυβερνοεπιθέσεων και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του κλάδου της κυβερνοασφάλειας. Η ΕΕ θα επενδύσει 450 εκατ. ευρώ στη σύμπραξη αυτή, στο πλαίσιο του προγράμματος έρευνας και καινοτομίας «Ορίζοντας 2020». Στόχος είναι η ανάπτυξη στενότερης συνεργασίας στα αρχικά στάδια της διαδικασίας έρευνας και καινοτομίας και η εξεύρεση λύσεων για θέματα κυβερνοασφάλειας σε διάφορους τομείς, όπως η ενέργεια, η υγεία, οι μεταφορές και ο χρηματοπιστωτικός κλάδος.
Τέλος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε διάφορα μέτρα για να αντιμετωπιστεί ο κατακερματισμός της ευρωπαϊκής αγοράς κυβερνοασφάλειας. Επί του παρόντος, μια εταιρεία πληροφορικής πρέπει να ακολουθεί διαφορετικές διαδικασίες πιστοποίησης για να μπορεί να πωλεί τα προϊόντα και τις υπηρεσίες της σε περισσότερες από μία χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γι’ αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα εξετάσει την πιθανότητα δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού πλαισίου πιστοποίησης των προϊόντων ασφάλειας στον τομέα της πληροφορικής. Πολυάριθμες καινοτόμες, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις στην Ευρώπη διακρίνονται στις εξειδικευμένες αγορές (π.χ. κρυπτογράφηση), καθώς και σε πατροπαράδοτες αγορές με νέα επιχειρηματικά μοντέλα (π.χ. αντιϊκό λογισμικό), αλλά συχνά δεν μπορούν να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους. Σκοπός της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι να διευκολύνει την πρόσβαση στη χρηματοδότηση για τις μικρές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της κυβερνοασφάλειας και να εξετάσει διάφορες εναλλακτικές λύσεις στο πλαίσιο του επενδυτικού σχεδίου της ΕΕ.
Σχετικά links:
Το κείμενο της Οδηγίας:
Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Οδηγία:
Βλ. επίσης: