Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

Νέα Οδηγία της ΕΕ για την ενίσχυση της διαδικτυακής ασφάλειας

Η κοινωνία μας στηρίζεται όλο και περισσότερο στα ηλεκτρονικά δίκτυα και τα πληροφοριακά συστήματα. Ταυτόχρονα, έχουν αυξηθεί τα κρούσματα ηλεκτρονικής απάτης και πλαστογραφίας. Η κλοπή ταυτότητας, οι πλαστές τραπεζικές ιστοσελίδες και η βιομηχανική κατασκοπεία αποτελούν μόνο μερικά από τα εγκλήματα που διαπράττονται στο διαδίκτυο και έχουν στόχο προσωπικούς λογαριασμούς, επιχειρήσεις και δημόσιες αρχές. Οι επιθέσεις στο διαδίκτυο μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές ζημιές σε κρίσιμες υπηρεσίες, όπως είναι η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος ή ο έλεγχος της εναέριας κυκλοφορίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, η ΕΕ συμφώνησε στη δημιουργία κανόνων ασφαλείας στον κυβερνοχώρο.
Στις 6 Ιουλίου 2016, η ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενέκρινε την Οδηγία 2016/1148 για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών (ΝΙS). Η Οδηγία αποσκοπεί στην εναρμόνιση της νομοθεσίας σχετικά με την ασφάλειας στον κυβερνοχώρο σε όλη την ΕΕ και τη βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, όταν υπάρχουν επιθέσεις. Σύμφωνα με τους νέους κανόνες, εταιρίες που παρέχουν σημαντικές υπηρεσίες, όπως ενέργεια, μεταφορές, τραπεζικές υπηρεσίες και υπηρεσίες υγείας, καθώς και ψηφιακές υπηρεσίες όπως μηχανές αναζήτησης και υπηρεσίες cloud computing, πρέπει να μπορούν να αντιμετωπίζουν ενδεχόμενες επιθέσεις στον κυβερνοχώρο και να αναφέρουν σοβαρά περιστατικά παραβίασης των συστημάτων ασφαλείας τους στις αρχές. Επίσης, προβλέπεται ενδυνάμωση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα της ασφάλειας στο διαδίκτυο. Οι ρυθμίσεις για τα κοινά πρότυπα ασφάλειας στον κυβερνοχώρο και η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών θα ενισχύσει την προστασία των επιχειρήσεων και θα βοηθήσει στην πρόληψη επιθέσεων σε διασυνδεδεμένες υποδομές των χωρών της ΕΕ.
Ειδικότερα, η νέα ευρωπαϊκή Οδηγία ορίζει τις υποχρεώσεις για την τήρηση συγκεκριμένων επιπέδων ασφάλειας και την υποβολή εκθέσεων για «φορείς εκμετάλλευσης βασικών υπηρεσιών» σε τομείς, όπως η ενέργεια, οι μεταφορές, η υγεία, οι τραπεζικές υπηρεσίες και η παροχή νερού. Τα κράτη μέλη της ΕΕ θα είναι εκείνα που θα ορίσουν ποιοι φορείς ανήκουν σε αυτούς τους τομείς, χρησιμοποιώντας συγκεκριμένα κριτήρια, όπως π.χ. εάν η παρεχόμενη υπηρεσία είναι ζωτικής σημασίας για την κοινωνία και την οικονομία και το κατά πόσον ένα περιστατικό παραβίασης ασφαλείας θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στην παροχή της συγκεκριμένης υπηρεσίας. Ορισμένοι πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών, όπως οι διαδικτυακές αγορές, οι μηχανές αναζήτησης και οι υπηρεσίες cloud computing, θα υποχρεωθούν επίσης να λάβουν επιπρόσθετα μέτρα, προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα επιθυμητό επίπεδο ασφαλείας για τις υποδομές τους, ενώ θα υποχρεούνται να αναφέρουν στις εθνικές αρχές τα όποια συμβάντα παραβιάσεων των συστημάτων ασφαλείας τους. Οι απαιτήσεις, ωστόσο, για τους παρόχους ψηφιακών υπηρεσιών θα είναι μικρότερες, ενώ θα εξαιρεθούν οι πολύ μικρές επιχειρήσεις.
Επιπλέον, θα συγκροτηθεί ομάδα συνεργασίας με σκοπό την υποστήριξη και τη διευκόλυνση της στρατηγικής συνεργασίας και της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών. Όλες οι χώρες της ΕΕ θα εφαρμόσουν μια εθνική στρατηγική για την αντιμετώπιση των απειλών στον κυβερνοχώρο. Τα κράτη μέλη θα δημιουργήσουν επίσης ένα δίκτυο «ομάδων απόκρισης για συμβάντα που αφορούν την ασφάλεια υπολογιστών (CSIRT)», οι οποίες θα χειρίζονται περιστατικά και απειλές, θα συζητούν διασυνοριακά ζητήματα ασφάλειας και θα προωθούν την ταχεία και αποτελεσματική επιχειρησιακή συνεργασία. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών (ENISA) θα διαδραματίσει καίριο ρόλο στην εφαρμογή της Οδηγίας, ιδίως σε ό, τι αφορά τη συνεργασία μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών. Το ζήτημα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων περιλαμβάνεται επίσης σε πολλές διατάξεις της Οδηγίας.
Η νέα Οδηγία σχετικά με τα μέτρα για υψηλό κοινό επίπεδο ασφάλειας συστημάτων δικτύου και πληροφοριών σε ολόκληρη την Ένωση πρέπει να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών έως τον Μάιο του 2018, ενώ προβλέπεται διάστημα έξι επιπλέον μηνών, προκειμένου τα κράτη μέλη να καθορίσουν τους εθνικούς «φορείς εκμετάλλευσης βασικών υπηρεσιών».
Παράλληλα, εντός του Ιουλίου του 2016, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχώρησε στην υπογραφή συμφωνίας με τον κλάδο της κυβερνοασφάλειας, με σκοπό την ένταση της προσπάθειας αντιμετώπισης των κυβερνοαπειλών. Πρόκειται για μια νέα σύμπραξη δημόσιου-ιδιωτικού τομέα για την κυβερνοασφάλεια, η οποία αναμένεται να προσελκύσει επενδύσεις ύψους 1,8 δις ευρώ έως το 2020. Η σύμπραξη αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο των νέων πρωτοβουλιών για καλύτερη θωράκιση της Ευρώπης έναντι των κυβερνοεπιθέσεων και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του κλάδου της κυβερνοασφάλειας. Η ΕΕ θα επενδύσει 450 εκατ. ευρώ στη σύμπραξη αυτή, στο πλαίσιο του προγράμματος έρευνας και καινοτομίας «Ορίζοντας 2020». Στόχος είναι η ανάπτυξη στενότερης συνεργασίας στα αρχικά στάδια της διαδικασίας έρευνας και καινοτομίας και η εξεύρεση λύσεων για θέματα κυβερνοασφάλειας σε διάφορους τομείς, όπως η ενέργεια, η υγεία, οι μεταφορές και ο χρηματοπιστωτικός κλάδος.
Τέλος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε διάφορα μέτρα για να αντιμετωπιστεί ο κατακερματισμός της ευρωπαϊκής αγοράς κυβερνοασφάλειας. Επί του παρόντος, μια εταιρεία πληροφορικής πρέπει να ακολουθεί διαφορετικές διαδικασίες πιστοποίησης για να μπορεί να πωλεί τα προϊόντα και τις υπηρεσίες της σε περισσότερες από μία χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γι’ αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα εξετάσει την πιθανότητα δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού πλαισίου πιστοποίησης των προϊόντων ασφάλειας στον τομέα της πληροφορικής. Πολυάριθμες καινοτόμες, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις στην Ευρώπη διακρίνονται στις εξειδικευμένες αγορές (π.χ. κρυπτογράφηση), καθώς και σε πατροπαράδοτες αγορές με νέα επιχειρηματικά μοντέλα (π.χ. αντιϊκό λογισμικό), αλλά συχνά δεν μπορούν να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους. Σκοπός της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι να διευκολύνει την πρόσβαση στη χρηματοδότηση για τις μικρές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της κυβερνοασφάλειας και να εξετάσει διάφορες εναλλακτικές λύσεις στο πλαίσιο του επενδυτικού σχεδίου της ΕΕ.
Σχετικά links:
Το κείμενο της Οδηγίας:
Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Οδηγία:
Βλ. επίσης:

Τρίτη 28 Ιουνίου 2016

ΔΑΝΕΙΣΜΟΣ ΨΗΦΙΑΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Στα μέσα Ιουνίου του 2016, ο γενικός εισαγγελέας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης M. Szpunar ανέπτυξε τις προτάσεις του στην υπόθεση C-174/15 και τάχθηκε υπέρ της εξομοίωσης του καθεστώτος δανεισμού ψηφιακών βιβλίων και παραδοσιακών βιβλίων.
Η οδηγία 2006/115 σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης και το δικαίωμα δανεισμού βιβλίων προβλέπει ότι το αποκλειστικό δικαίωμα συναίνεσης ή απαγόρευσης για την εν λόγω εκμίσθωση και για τον εν λόγω δανεισμό ανήκει στον δημιουργό του έργου. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από το αποκλειστικό αυτό δικαίωμα όσον αφορά τον δημόσιο δανεισμό, υπό την προϋπόθεση ότι τουλάχιστον οι δημιουργοί λαμβάνουν εύλογη αμοιβή.
Στις Κάτω Χώρες, ο δανεισμός ψηφιακών βιβλίων από τις δημόσιες βιβλιοθήκες δεν υπάγεται στο καθεστώς αυτό. Εντούτοις, η Vereniging Openbare Bibliotheken, ένωση στην οποία μετέχουν όλες οι δημόσιες βιβλιοθήκες των Κάτω Χωρών («VOB»), υποστηρίζει ότι το καθεστώς αυτό πρέπει να εφαρμόζεται και στον ψηφιακό δανεισμό. Στο πλαίσιο αυτό, άσκησε αγωγή κατά του Stichting Leenrecht, ιδρύματος επιφορτισμένου με την είσπραξη της αμοιβής που οφείλεται στους δημιουργούς, με αίτημα την έκδοση αναγνωριστικής δικαστικής αποφάσεως προς την κατεύθυνση αυτή. Η αγωγή της VOB αφορά τον δανεισμό που πραγματοποιείται σύμφωνα με το μοντέλο «one copy one user»: κατά το χρονικό διάστημα του δανεισμού ο χρήστης μπορεί να μεταφορτώνει το διατιθέμενο από τη βιβλιοθήκη ψηφιακό βιβλίο, ενώ κατά το ίδιο διάστημα το βιβλίο δεν είναι προσιτό σε άλλους χρήστες της βιβλιοθήκης. Με τη λήξη της εν λόγω περιόδου δανεισμού, η μεταφόρτωση του βιβλίου καθίσταται αυτομάτως αδύνατη για τον οικείο χρήστη και συνεπώς το βιβλίο είναι δυνατόν να το δανειστεί άλλος χρήστης.
Με τις προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας υποστηρίζει ότι η διάθεση στο κοινό, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, ψηφιακών βιβλίων από τις δημόσιες βιβλιοθήκες μπορεί πράγματι να εμπίπτει στις διατάξεις της οδηγίας σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης και το δικαίωμα δανεισμού. Εκτιμά ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν είχε σκεφτεί να συμπεριλάβει τον δανεισμό ψηφιακών βιβλίων στην κατά την οδηγία έννοια του «δανεισμού», διότι η εμπορικώς αξιοποιήσιμη τεχνολογία των ψηφιακών βιβλίων βρισκόταν τότε μόλις σε πρώιμο στάδιο. Προτείνει ως εκ τούτου μια «δυναμική» ή «εξελικτική» ερμηνεία της οδηγίας, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι ο δανεισμός ψηφιακών βιβλίων είναι ένα σύγχρονο ισοδύναμο του δανεισμού έντυπων βιβλίων. Κατά τον γενικό εισαγγελέα, μόνο η ερμηνεία αυτή είναι ικανή να διασφαλίσει την αποτελεσματικότητα της οικείας ρυθμίσεως απέναντι στην ταχεία τεχνολογική και οικονομική εξέλιξη.
Ο γενικός εισαγγελέας υπενθυμίζει επίσης ότι κύριος σκοπός του δικαιώματος του δημιουργού είναι η προστασία των συμφερόντων των δημιουργών. Εντούτοις, επί του παρόντος, οι βιβλιοθήκες προβαίνουν πράγματι στον δανεισμό βιβλίων ψηφιακής μορφής, βάσει συμβάσεων παραχωρήσεως δικαιωμάτων που συνάπτονται μεταξύ των βιβλιοθηκών και των εκδοτών, με αποτέλεσμα να ωφελούνται πρωτίστως οι εκδότες ή οι άλλοι μεσάζοντες του εμπορίου ψηφιακών βιβλίων, ενώ οι δημιουργοί δεν λαμβάνουν εύλογη αμοιβή. Αντίθετα, αν γινόταν δεκτό ότι ο ψηφιακός δανεισμός εμπίπτει στις διατάξεις της οδηγίας, οι δημιουργοί θα λάμβαναν, ως εκ τούτου, εύλογη αμοιβή, η οποία θα προστίθετο στην αμοιβή τους από την πώληση των βιβλίων και θα ήταν ανεξάρτητη από τις συμβάσεις που συνάπτονται με τους εκδότες. Περαιτέρω, η ερμηνεία της έννοιας του δανεισμού κατά τρόπον ώστε αυτή να περιλαμβάνει τον δανεισμό ψηφιακών βιβλίων δεν είναι αντίθετη ούτε προς τον σκοπό ούτε προς το γράμμα της οδηγίας. Εξάλλου, μια τέτοια ερμηνεία ουδόλως είναι ασύμβατη ή ασυνεπής και προς τις διάφορες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης στον τομέα του δικαιώματος του δημιουργού ή προς τις διεθνείς υποχρεώσεις της ΕΕ.
Τέλος, ο γενικός εισαγγελέας φρονεί ότι τα κράτη μέλη, όταν εφαρμόζουν την παρέκκλιση για τον δημόσιο δανεισμό ψηφιακών βιβλίων, μπορούν να απαιτούν τα βιβλία αυτά να έχουν προηγουμένως διατεθεί στο κοινό από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του και να προέρχονται από νόμιμες πηγές. Αντίθετα, ο μηχανισμός της αναλώσεως του δικαιώματος διανομής δεν έχει, κατά την άποψή του, σχέση με το δικαίωμα δανεισμού.


ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Το πλήρες κείμενο των εισαγγελικών προτάσεων:

Η οδηγία για το δικαίωμα δανεισμού:
http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32006L0115&qid=1470656449402&from=EL

Τρίτη 31 Μαΐου 2016

ΝΕΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ

Στις 25 Μαΐου 2016, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσε δέσμη μέτρων που δίνουν τη δυνατότητα στους καταναλωτές και στις επιχειρήσεις να αγοράζουν και να πωλούν προϊόντα και υπηρεσίες στο διαδίκτυο με μεγαλύτερη ευκολία και εμπιστοσύνη παντού στην ΕΕ. Το σχέδιο για την τόνωση του ηλεκτρονικού εμπορίου, αποτελείται από τρεις συνιστώσες: την αντιμετώπιση του γεωγραφικού αποκλεισμού, τη διασυνοριακή παράδοση δεμάτων σε πιο προσιτές τιμές και την αύξηση της εμπιστοσύνης των πελατών χάρη στην καλύτερη προστασία και επιβολή της νομοθεσίας.
- Η πρόληψη του γεωγραφικού αποκλεισμού και άλλων μορφών διακρίσεων λόγω ιθαγένειας ή τόπου κατοικίας
Η Επιτροπή προτείνει νομοθεσία ώστε να διασφαλιστεί ότι οι καταναλωτές που επιθυμούν να αγοράσουν προϊόντα και υπηρεσίες σε άλλη χώρα της ΕΕ, είτε διαδικτυακά είτε αυτοπροσώπως, δεν υφίστανται διακρίσεις όσον αφορά την πρόσβαση σε τιμές, τις πωλήσεις ή τους όρους πληρωμής, εκτός εάν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους όπως ο ΦΠΑ ή ορισμένες νομικές διατάξεις για την κοινή ωφέλεια.
Όταν ο καταναλωτής πηγαίνει να ψωνίσει σε κατάστημα άλλης χώρας της ΕΕ, ο ιδιοκτήτης δεν του ζητά ταυτότητα για να κάνει δεκτή μια αγορά ή να προσαρμόσει τις τιμές ή τους όρους. Ωστόσο, στον κόσμο του διαδικτύου, πολύ συχνά οι καταναλωτές αποκλείονται από την πρόσβαση σε προσφορές σε άλλες χώρες, αφού, για παράδειγμα, ανακατευθύνονται σε δικτυακό τόπο σε συγκεκριμένη χώρα ή πρέπει να πληρώσουν με χρεωστική ή πιστωτική κάρτα συγκεκριμένης χώρας. Τέτοιες διακρίσεις δεν έχουν θέση στην ενιαία αγορά.
Η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων έχει μεν καθιερωθεί ήδη, σύμφωνα με την οδηγία για τις υπηρεσίες, και η Επιτροπή την έχει εφαρμόσει σε τομείς υπηρεσιών, όπως οι εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων ή τα πάρκα αναψυχής, ωστόσο τόσο οι εταιρίες όσο και οι καταναλωτές θα ωφεληθούν από τη μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου σχετικά με ποιες πρακτικές επιτρέπονται και ποιες όχι. Ο κανονισμός θα παράσχει αυτή την ασφάλεια δικαίου και την εκτελεστότητα για προϊόντα και υπηρεσίες που πωλούνται είτε μέσω διαδικτύου είτε εκτός διαδικτύου.
Για να μην θεσπίζονται δυσανάλογες επιβαρύνσεις για τις επιχειρήσεις, ο κανονισμός δεν επιβάλλει υποχρέωση παράδοσης σε ολόκληρη την ΕΕ και εξαιρεί τις μικρές επιχειρήσεις, που εμπίπτουν στο κατώτατο όριο ΦΠΑ σε εθνικό επίπεδο, από ορισμένες διατάξεις.
- Διασυνοριακή παράδοση δεμάτων πιο προσιτή οικονομικά και πιο αποτελεσματική
Με τον προτεινόμενο κανονισμό θα αυξηθεί η διαφάνεια των τιμών και η κανονιστική εποπτεία των υπηρεσιών διασυνοριακής παράδοσης δεμάτων, ούτως ώστε οι καταναλωτές και οι έμποροι λιανικής να μπορούν να επωφεληθούν από οικονομικά προσιτές και βολικές επιλογές παράδοσης και επιστροφής, ακόμη και στις απομακρυσμένες περιφέρειες.
Οι καταναλωτές και οι μικρές επιχειρήσεις διαμαρτύρονται ότι τα προβλήματα που αφορούν την παράδοση δεμάτων, ιδίως τα υψηλά έξοδα αποστολής σε διασυνοριακές αποστολές, τους εμποδίζουν να πραγματοποιούν περισσότερες πωλήσεις ή αγορές σε ολόκληρη την ΕΕ. Οι τιμές που χρεώνονται από φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών για τη διανομή ενός μικρού δέματος σε άλλο κράτος μέλος συχνά είναι έως και 5 φορές υψηλότερες σε σχέση με τις εγχώριες τιμές, χωρίς σαφή συσχέτιση με το πραγματικό κόστος.
Ο κανονισμός θα ενθαρρύνει τον ανταγωνισμό, εισάγοντας μεγαλύτερη διαφάνεια τιμών. Η Επιτροπή δεν προτείνει ανώτατο όριο στις τιμές παράδοσης. Η ρύθμιση των τιμών αποτελεί μόνο έσχατο μέσο, όποτε ο ανταγωνισμός δεν φέρνει ικανοποιητικά αποτελέσματα. Το 2019 η Επιτροπή θα προβεί σε απολογισμό της προόδου που σημειώθηκε και θα εκτιμήσει εάν απαιτούνται περαιτέρω μέτρα.
Ο κανονισμός θα παρέχει στις εθνικές ταχυδρομικές ρυθμιστικές αρχές τα δεδομένα που χρειάζονται για την παρακολούθηση των διασυνοριακών αγορών και τον έλεγχο της οικονομικής προσιτότητας και του προσανατολισμού των τιμών στο κόστος. Θα ενθαρρύνει επίσης τον ανταγωνισμό απαιτώντας τη διαφανή και χωρίς διακρίσεις πρόσβαση τρίτων μερών στις διασυνοριακές υπηρεσίες παράδοσης δεμάτων και στις υποδομές. Η Επιτροπή θα δημοσιεύει τις τιμές του τιμολογίου υπηρεσιών των φορέων παροχής καθολικής υπηρεσίας με σκοπό να αυξήσει τον ανταγωνισμό μεταξύ ομόλογων φορέων και τη διαφάνεια των τιμών.
Η πρόταση συμπληρώνει πρωτοβουλίες αυτορρύθμισης από φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών για τη βελτίωση της ποιότητας και για τη διευκόλυνση των υπηρεσιών παράδοσης δεμάτων διασυνοριακά.
- Αύξηση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών στο ηλεκτρονικό εμπόριο
Η προτεινόμενη αναθεώρηση του κανονισμού σχετικά με τη συνεργασία για την προστασία των καταναλωτών θα δώσει περισσότερες αρμοδιότητες στις εθνικές αρχές με σκοπό την καλύτερη επιβολή των δικαιωμάτων των καταναλωτών. Θα είναι σε θέση:
-να ελέγχουν εάν οι ιστότοποι εφαρμόζουν γεωαποκλεισμό καταναλωτών ή προσφέρουν όρους μετά την πώληση οι οποίοι δεν συμβαδίζουν με τους κανόνες της ΕΕ (π.χ. δικαιώματα υπαναχώρησης)·
-να διατάζουν την άμεση απόσυρση των ιστοτόπων που φιλοξενούν απάτες·
-να ζητούν πληροφορίες από υπηρεσίες καταχώρισης τομέων και από τράπεζες για τον εντοπισμό της ταυτότητας του υπεύθυνου επιχειρηματία.
Σε περίπτωση παραβιάσεων των δικαιωμάτων των καταναλωτών σε επίπεδο ΕΕ, η Επιτροπή θα είναι σε θέση να συντονίζει κοινές δράσεις με τις εθνικές αρχές επιβολής του νόμου για τη διακοπή αυτών των πρακτικών. Θα εξασφαλίζει ταχύτερη προστασία των καταναλωτών, ενώ θα εξοικονομείται χρόνος και πόροι για τα κράτη μέλη και τις επιχειρήσεις.
Η Επιτροπή δημοσιεύει επίσης επικαιροποιημένες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, μεταξύ άλλων, για να ανταποκριθεί στις προκλήσεις που θέτει ο ψηφιακός κόσμος. Αποσαφηνίζει την εφαρμογή της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Για παράδειγμα, οποιαδήποτε διαδικτυακή πλατφόρμα που μπορεί να χαρακτηριστεί «εμπορική» και προωθεί ή πωλεί αγαθά, υπηρεσίες ή ψηφιακό περιεχόμενο στους καταναλωτές πρέπει να εξασφαλίζει ότι οι εμπορικές πρακτικές που εφαρμόζει συμμορφώνονται πλήρως με το καταναλωτικό δίκαιο της ΕΕ. Οι πλατφόρμες πρέπει να αναφέρουν σαφώς ότι οι κανόνες για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων δεν ισχύουν για ιδιώτες που πωλούν προϊόντα, ενώ οι μηχανές αναζήτησης θα πρέπει να κάνουν σαφή διάκριση μεταξύ πληρωμένων καταχωρίσεων και αποτελεσμάτων φυσικής αναζήτησης.
Οι αναθεωρημένες κατευθυντήριες γραμμές περιλαμβάνουν επίσης δύο σειρές αρχών αυτορρύθμισης που συμφωνήθηκαν μεταξύ των ενδιαφερομένων: η μία σειρά θα υποστηρίζει εργαλεία σύγκρισης για την καλύτερη συμμόρφωση με την οδηγία και η άλλη θα συμβάλει στην επιβολή των κανόνων για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και την καταπολέμηση των παραπλανητικών και αβάσιμων περιβαλλοντικών ισχυρισμών.


ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Σχετική Ανακοίνωση:

Πρόταση κανονισμού σχετικά με την αντιμετώπιση του αδικαιολόγητου γεωγραφικού αποκλεισμού και άλλων μορφών διακρίσεων με βάση τον τόπο κατοικίας ή εγκατάστασης ή την ιθαγένεια εντός της ενιαίας αγοράς:

Πρόταση κανονισμού σχετικά με τις διασυνοριακές υπηρεσίες παράδοσης δεμάτων:

Πρόταση αναθεώρησης του κανονισμού για τη συνεργασία όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών:

Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές:

Παρασκευή 15 Απριλίου 2016

ΕΥΘΥΝΗ ΛΟΓΩ ΥΠΕΡΣΥΝΔΕΣΜΟΥ

Στις 7 Απριλίου 2016, ο γενικός εισαγγελέας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Melchior Wathelet ανέπτυξε τις προτάσεις του επί της υποθέσεως C-160/15 GS Media BV κατά Sanoma Media Netherlands BV, εκτιμώντας ότι η εισαγωγή σε ιστότοπο υπερσυνδέσμου παραπέμποντος σε άλλον ιστότοπο στον οποίο έχουν δημοσιευθεί φωτογραφίες άνευ αδείας δεν στοιχειοθετεί, αυτή καθεαυτή, προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού. Πρέπει να σημειωθεί ότι δυνάμει της οδηγίας 2001/29, για οποιαδήποτε «πράξη παρουσιάσεως» έργου στο κοινό απαιτείται η άδεια του κατόχου του δικαιώματος του δημιουργού.
Όσον αφορά το ιστορικό της υπόθεσης, η Sanoma, εκδότρια μηνιαίου περιοδικού, παρήγγειλε σε φωτογράφο φωτογραφικό αφιέρωμα σε γνωστή τηλεπαρουσιάστρια των Κάτω Χωρών. Η GS Media, η οποία διαχειρίζεται τον ιστότοπο GeenStijl, δημοσίευσε ανακοινώσεις και ανήρτησε υπερσύνδεσμο ο οποίος οδηγούσε τους αναγνώστες σε αυστραλιανό ιστότοπο, στον οποίο οι επίμαχες φωτογραφίες διετίθεντο χωρίς τη συναίνεση της Sanoma. Παρά τις οχλήσεις της Sanoma, η GS Media αρνήθηκε να καταργήσει τον εν λόγω υπερσύνδεσμο. Όταν, κατ’ απαίτηση της Sanoma, ο αυστραλιανός ιστότοπος απέσυρε τις φωτογραφίες, ο GeenStijl προέβη σε νέα δημοσίευση η οποία συνοδευόταν ομοίως από υπερσύνδεσμο προς άλλον ιστότοπο, στον οποίο ο επισκέπτης μπορούσε να έχει πρόσβαση στις επίμαχες φωτογραφίες. Κατ’ απαίτηση της Sanoma, ο τελευταίος αυτός ιστότοπος απέσυρε ομοίως τις φωτογραφίες. Τα μέλη του forum του ιστοτόπου GeenStijl εισήγαγαν εν συνεχεία στον εν λόγω ιστότοπο νέους συνδέσμους οι οποίοι οδηγούσαν σε άλλους ιστοτόπους, στους οποίους ήταν διαθέσιμες οι φωτογραφίες. Κατά την άποψη της Sanoma, η GS Media προσέβαλε το δικαίωμα του δημιουργού.
Με τις προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας αναγνωρίζει ότι οι υπερσύνδεσμοι που εισάγονται σε ιστότοπο διευκολύνουν σημαντικά την ανακάλυψη άλλων ιστοτόπων καθώς και προστατευομένων έργων διαθέσιμων στους ιστοτόπους αυτούς, προσφέροντας, συνεπώς, στους επισκέπτες του πρώτου ιστοτόπου τη δυνατότητα ταχύτερης και πιο άμεσης προσβάσεως στα εν λόγω έργα. Εντούτοις, οι υπερσύνδεσμοι που οδηγούν, ακόμη και απευθείας, σε προστατευόμενα έργα δεν τα «καθιστούν προσιτά» σε κοινό στην περίπτωση κατά την οποία τα έργα αυτά είναι ήδη ελευθέρως προσβάσιμα σε άλλον ιστότοπο, αλλά διευκολύνουν απλώς τον εντοπισμό τους. Η πράξη που συνιστά την πραγματική «διάθεση στο κοινό» είναι αυτή του προσώπου που προέβη στην αρχική παρουσίαση.
Συνεπώς, οι υπερσύνδεσμοι που εισάγονται σε ιστότοπο και παραπέμπουν σε προστατευόμενα έργα ελευθέρως προσβάσιμα σε άλλον ιστότοπο δεν δύνανται να χαρακτηρισθούν «πράξη παρουσιάσεως» κατά την έννοια της οδηγίας. Συγκεκριμένα, η παρέμβαση του διαχειριστή του ιστοτόπου στον οποίο εισάγεται ο υπερσύνδεσμος, εν προκειμένω της GS Media, δεν είναι αναγκαία για τη θέση των επίμαχων φωτογραφιών στη διάθεση των χρηστών του Διαδικτύου, συμπεριλαμβανομένων των επισκεπτών του ιστοτόπου GeenStijl. Στο πλαίσιο αυτό, τα κίνητρα της GS Media και το γεγονός ότι αυτή γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η αρχική παρουσίαση των φωτογραφιών στους άλλους ιστοτόπους είχε χωρήσει άνευ της αδείας της Sanoma ή ότι οι εν λόγω φωτογραφίες δεν είχαν κατά το παρελθόν τεθεί στη διάθεση του κοινού με τη συναίνεση της Sanoma δεν ασκούν επιρροή.
Κατά τον γενικό εισαγγελέα, οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία της έννοιας «παρουσίαση στο κοινό» θα παρεκώλυε σοβαρά τη λειτουργία του Διαδικτύου και θα υπονόμευε έναν εκ των κύριων σκοπών της οδηγίας 2001/29, ήτοι την ανάπτυξη της κοινωνίας της πληροφορίας στην Ευρώπη. Συγκεκριμένα, μολονότι οι περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως είναι ιδιαιτέρως σαφείς, ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι, κατά κανόνα, οι χρήστες του Διαδικτύου δεν γνωρίζουν και δεν διαθέτουν τα μέσα για να εξακριβώνουν εάν η αρχική παρουσίαση στο κοινό προστατευόμενου έργου ελευθέρως προσβάσιμου στο Διαδίκτυο πραγματοποιήθηκε με ή χωρίς τη συναίνεση του κατόχου του δικαιώματος του δημιουργού. Εάν, οσάκις εισήγαν υπερσύνδεσμο προς έργα ελευθέρως προσβάσιμα σε άλλον ιστότοπο, οι χρήστες του Διαδικτύου κινδύνευαν να εναχθούν για προσβολή των δικαιωμάτων του δημιουργού, αυτοί θα ήταν πολύ πιο επιφυλακτικοί στην εισαγωγή τέτοιων υπερσυνδέσμων, τούτο δε εις βάρος της εύρυθμης λειτουργίας και της ίδιας της δομής του Διαδικτύου, καθώς και εις βάρος της αναπτύξεως της κοινωνίας της πληροφορίας.


ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Οι προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα:

Η οδηγία για το δικαίωμα του δημιουργού στην κοινωνία της πληροφορίας:
http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?qid=1470656584661&uri=CELEX:32001L0029