Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

ΣΥΣΤΑΣΗ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΨΗΦΙΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Στις 27 Ιανουαρίου 2016, το υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης έθεσε σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση το σχέδιο νόμου για τη «Σύσταση Γενικής Γραμματείας Ψηφιακής Πολιτικής», καλώντας τους κοινωνικούς εταίρους και κάθε ενδιαφερόμενο να συμμετάσχει καταθέτοντας προτάσεις, προκειμένου να βελτιωθούν οι διατάξεις του νομοσχεδίου.
 Σύμφωνα με το υπουργείο, η σύσταση της Γενικής Γραμματείας Ψηφιακής Πολιτικής (ΓΓΨΠ) έρχεται να επιλύσει προβλήματα που αντιμετωπίζει για περισσότερο από δύο δεκαετίες η Ελληνική Δημόσια Διοίκηση στα θέματα Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ). Επειδή οι τεχνολογίες αυτές εκτείνονται στο σύνολο της οικονομίας και της κοινωνίας, οι επιπτώσεις είναι ευρύτερες. Ειδικότερα, στην εποχή της εξελισσόμενης Πληροφορικής Επανάστασης, οι τεχνολογίες αυτές έχουν κεντρικό ρόλο στην παραγωγική αναδιάρθρωση και ανάπτυξη της χώρας.
Εδώ και τρεις δεκαετίες περίπου έχουν δαπανηθεί στη χώρα μας πολλά δισεκατομμύρια εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων για μελέτες, υποδομές, συστήματα και εφαρμογές πληροφορικής και επικοινωνιών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αλλά το αποτέλεσμα απέχει πολύ από το αναμενόμενο. Επικαλύψεις, επαναλήψεις, ανεπαρκής αξιοποίηση, ελλιπής συνεργασία και διαλειτουργικότητα συστημάτων, πολύ μεγάλο κόστος, προβλήματα ασφάλειας συστημάτων και δεδομένων, καθώς και αναθέσεις των έργων που συνέβαλαν περισσότερο στην αύξηση εσόδων των αναδόχων και στις συνεχείς επεκτάσεις των συμβολαίων, παρά στην επιτυχία των συστημάτων που τους ανατέθηκαν. Συνέπεια είναι οι περιορισμένες σχετικές υπηρεσίες προς τους χρήστες και τον πολίτη.
Όπως προκύπτει από το σχέδιο νόμου, η ΓΓΨΠ θα αποτελεί αυτοτελή επιτελική δημόσια υπηρεσία, υπαγόμενη απευθείας στον Πρωθυπουργό και θα έχει ως αποστολή, μεταξύ άλλων:
- τη χάραξη και εποπτεία υλοποίησης της Εθνικής Ψηφιακής Στρατηγικής, ως προς τις ανάγκες, τους στόχους, τις προτεραιότητες, και τον προσανατολισμό,  συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής για τις ΤΠΕ, την Ψηφιακή Αγορά και Επιχειρηματικότητα, το Ηλεκτρονικό Εμπόριο, τις Τεχνολογίες Πρόσβασης Νέας Γενεάς (Next Generation Access Networks) και την Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση,
- την παρακολούθηση και το συντονισμό των σχετικών δράσεων μεταξύ όλων των Υπουργείων και φορέων για την εφαρμογή και διασφάλιση της συνεκτικότητας της Εθνικής Ψηφιακής Στρατηγικής, την ανάλυση κόστους/ωφέλειας, την προτεραιοποίηση, την ωρίμανση, την αξιολόγηση,
- την κατάθεση προτάσεων στους αρμόδιους Υπουργούς για την βελτίωση και κωδικοποίηση της νομοθεσίας καθώς και την προώθηση δράσεων απλούστευσης διαδικασιών,
- την άσκηση και εφαρμογή της πολιτικής Ηλεκτρονικής και Ανοικτής Διακυβέρνησης στο Δημόσιο Τομέα,
- το σχεδιασμό, την υλοποίηση και την άμεση εποπτεία της λειτουργίας και ασφάλειας συστημάτων, εφαρμογών και υποδομών του Δημοσίου, καθώς και άλλων κρίσιμων υποδομών,
- την εποπτεία, ενσωμάτωση, ή δημιουργία νέων φορέων του Δημοσίου με αντικείμενο τις ΤΠΕ,
Στο πλαίσιο της αποστολής της, η ΓΓΨΠ θα αναλάβει ένα ευρύ πλαίσιο αρμοδιοτήτων, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν οι εξής:
- Κατάρτιση και εποπτεία υλοποίησης πενταετούς Εθνικού Στρατηγικού Σχεδίου για την Ψηφιακή Πολιτική.
- Συνεργασία καθ’ οιονδήποτε τρόπο με διεθνείς οργανισμούς και όργανα ή/και υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλων κρατών για την εκπόνηση, ανάληψη, χρήση, χρηματοδότηση, υλοποίηση προγραμμάτων – στρατηγικών σχεδίων για τις ΤΠΕ και την ψηφιακή ανάπτυξη.
- Συνεργασία με ακαδημαϊκούς και ερευνητικούς φορείς σε θέματα σχετικά με τις αρμοδιότητές της.
- Διατύπωση σύμφωνης γνώμης ως προς την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού με την οποία εγκρίνονται προσκλήσεις για όλες τις δράσεις/πράξεις ένταξης που αφορούν στη ψηφιακή ανάπτυξη.
- Συνεργασία με την Εθνική Αρχή Συντονισμού ΕΣΠΑ με σύμφωνη γνώμη για τα θέματα ΤΠΕ.
- Εποπτεία της Κοινωνίας της Πληροφορίας Α.Ε. και της Μονάδας Τεκμηρίωσης και Καινοτομιών του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης.
- Λειτουργία ως Εθνική Αρχή Συστήματος Ονομάτων Χώρων (Domain Name System – DNS) της Δημόσιας Διοίκησης και ως Εθνικός Καταχωρητής Ονομάτων Χώρου του Ελληνικού Δημοσίου. 
- Λειτουργία ως Εθνική Αρχή Αντιμετώπισης  Περιστατικών Παραβίασης Ασφάλειας Πληροφορικών Συστημάτων (National CERT), και συνεργασία προς τούτο με τις ανάλογες υπηρεσίες του Υπουργείων Εθνικής Άμυνας και Προστασίας Πολίτη.
Επικεφαλής της ΓΓΨΠ θα είναι ο Γενικός Γραμματέας Ψηφιακής Πολιτικής, με πενταετή θητεία που θα μπορεί να ανανεωθεί μόνο μία φορά.


ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Ο ιστότοπος της διαβούλευσης:

Το νομοσχέδιο για τη σύσταση της ΓΓΨΠ:

Η σχετική αιτιολογική έκθεση:
http://www.opengov.gr/ypes/wp-content/uploads/downloads/2016/01/Aitiologiki_Ekthesi.pdf

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

ΥΠΟΘΕΣΗ SCHREMS: Η ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΟΥΣ ΛΙΜΕΝΑ

Στις 6 Οκτωβρίου 2015, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε την υπόθεση C-362/14, Maximillian Schrems κατά Data Protection Commissioner, και αποφάνθηκε ότι η ρύθμιση περί ασφαλούς λιμένα (Safe Harbour) εκ μέρους της Επιτροπής είναι ανίσχυρη. Τούτη η απόφαση έλαβε μεγάλη δημοσιότητα, καθόσον σχετίζεται τόσο με τη χρήση του Facebook όσο και με τις αποκαλύψεις του Edward Snowden για τη δράση των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ, αλλά έχει και ιδιαίτερη νομική σημασία, καθόσον ανατρέπει επί της ουσίας το καθεστώς ασφαλούς λιμένα που ίσχυε έως τώρα για τις ΗΠΑ.

Το καθεστώς ασφαλούς λιμένα
Πιο αναλυτικά, η οδηγία 95/46/ΕΚ περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ορίζει ότι η διαβίβαση προσωπικών δεδομένων από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τρίτη χώρα επιτρέπεται, κατ’ αρχήν, μόνον εφόσον η εν λόγω τρίτη χώρα εξασφαλίζει ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας των δεδομένων. Κατά την ίδια οδηγία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να διαπιστώσει ότι τρίτη χώρα, λόγω της εθνικής της νομοθεσίας ή διεθνών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει, εξασφαλίζει ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας. Στην περίπτωση αυτή επιτρέπεται να διαβιβάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από τα κράτη μέλη, χωρίς να είναι απαραίτητη η παροχή πρόσθετων εγγυήσεων. Τέλος, η οδηγία προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος ορίζει μία ή περισσότερες δημόσιες αρχές (εθνικές αρχές ελέγχου) υπεύθυνες για τον έλεγχο της εφαρμογής, εντός του συγκεκριμένου κράτους, των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται βάσει της οδηγίας αυτής.
Βάσει της οδηγίας 95/46/ΕΚ, λοιπόν, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε στις 26 Ιουλίου 2000 απόφαση (γνωστή ως «απόφαση περί ασφαλούς λιμένα») αναγνωρίζοντας ότι οι αρχές ασϕαλούς λιμένα για την προστασία της ιδιωτικής ζωής που εκδίδονται από το Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ παρέχουν ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας για τη διαβίβαση δεδομένων από την Ένωση στις ΗΠΑ. Ως εκ τούτου, η απόφαση περί ασφαλούς λιμένα επέτρεπε τη μεταφορά προσωπικών πληροφοριών για εμπορικούς σκοπούς από εταιρείες της ΕΕ σε εταιρείες στις ΗΠΑ που τηρούσαν τις εν λόγω αρχές. Η λειτουργία της απόφασης περί ασφαλούς λιμένα στηρίχθηκε σε δεσμεύσεις και αυτοπιστοποίηση των εταιρειών που συμμορφώνονταν προς τις απαιτήσεις της απόφασης. Οι εταιρίες έπρεπε να εγγραφούν σε σχετικό μητρώο, ενημερώνοντας το Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ, ενώ η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου των ΗΠΑ ήταν αρμόδια για την επιβολή των αρχών ασφαλούς λιμένα. Η προσχώρηση σε τούτο το καθεστώς ήταν οικειοθελής, αλλά οι κανόνες είχαν δεσμευτικό χαρακτήρα για όσους υπάγονταν σε αυτό.

Το ιστορικό της υπόθεσης
Ο Αυστριακός Maximillian Schrems είναι χρήστης του Facebook από το 2008. Όπως ισχύει και για τους λοιπούς χρήστες του Facebook που κατοικούν στην Ένωση, τα δεδομένα που παρέχει ο M. Schrems στο Facebook διαβιβάζονται, εν όλω ή εν μέρει, από την ιρλανδική θυγατρική της Facebook σε διακομιστές που βρίσκονται στις ΗΠΑ, όπου τα δεδομένα αυτά αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας. Ο M. Schrems υπέβαλε καταγγελία στην ιρλανδική αρχή ελέγχου, θεωρώντας ότι βάσει των αποκαλύψεων στις οποίες προέβη το 2013 ο E. Snowden σχετικά με τις δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών (ιδίως της National Security Agency, NSA), η νομοθεσία και οι πρακτικές των ΗΠΑ δεν παρέχουν ικανοποιητική προστασία από την παρακολούθηση, εκ μέρους των δημοσίων αρχών, των δεδομένων που διαβιβάζονται προς τις ΗΠΑ. Η ιρλανδική αρχή ελέγχου απέρριψε την καταγγελία, με την αιτιολογία ότι η Επιτροπή, στην από 26 Ιουλίου 2000 απόφασή της έκρινε ότι, στο πλαίσιο του καθεστώτος «ασφαλούς λιμένα» οι Ηνωμένες Πολιτείες εξασφαλίζουν ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας στα διαβιβαζόμενα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.
Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιρλανδίας, το οποίο εξέτασε την υπόθεση, ζήτησε να διευκρινισθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αν η απόφαση αυτή της Επιτροπής εμποδίζει εθνική αρχή ελέγχου να ερευνήσει καταγγελία κατά την οποία τρίτη χώρα δεν εξασφαλίζει ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας, και, εφόσον χρειάζεται, να αναστείλει τη διαβίβαση των επίμαχων δεδομένων.

Η απόφαση του ΔΕΕ
Με την απόφασή του το ΔΕΕ έκρινε ότι η ύπαρξη απόφασης της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται ότι τρίτη χώρα εξασφαλίζει ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας στα διαβιβαζόμενα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν εξαφανίζει ούτε περιορίζει την εξουσία που έχουν οι εθνικές αρχές ελέγχου βάσει του Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της οδηγίας 95/46/ΕΚ. Επισήμανε ότι καμία διάταξη της οδηγίας δεν εμποδίζει τις εθνικές αρχές να ελέγχουν τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τις τρίτες χώρες για τις οποίες έχει εκδοθεί απόφαση της Επιτροπής. Έτσι, ακόμη και όταν έχει εκδοθεί απόφαση της Επιτροπής, οι εθνικές αρχές ελέγχου στις οποίες έχει υποβληθεί σχετική αίτηση πρέπει να μπορούν να εξετάσουν αμερόληπτα αν η διαβίβαση των δεδομένων κάποιου προσώπου προς τρίτη χώρα πληροί τους όρους που θέτει η οδηγία.
Ωστόσο, το ΔΕΕ είναι το μόνο αρμόδιο να διαπιστώσει την ακυρότητα πράξης της Ένωσης, όπως της απόφασης της Επιτροπής. Εξετάζοντας, λοιπόν, το κύρος της απόφασης περί ασφαλούς λιμένα της Επιτροπής, το ΔΕΕ τόνισε ότι η Επιτροπή όφειλε να διαπιστώσει αν οι ΗΠΑ εξασφαλίζουν πράγματι, λόγω της εθνικής τους νομοθεσίας και των διεθνών δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει, επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων ουσιαστικά ισοδύναμο με αυτό που παρέχεται εντός της Ένωσης. Επισήμανε, συναφώς, ότι η Επιτροπή δεν προέβη σε τέτοια διαπίστωση αλλά αρκέστηκε, απλώς, στην εξέταση του καθεστώτος του ασφαλούς λιμένα.
Το ΔΕΕ, χωρίς να χρειάζεται να εξετάσει αν το καθεστώς αυτό εξασφαλίζει επίπεδο προστασίας ουσιαστικά ισοδύναμο με αυτό που παρέχεται εντός της Ένωσης, υπογράμμισε ότι το εν λόγω καθεστώς εφαρμόζεται μόνο στις αμερικανικές επιχειρήσεις που προσχωρούν σε αυτό, χωρίς να δεσμεύει τις ίδιες τις δημόσιες αρχές των ΗΠΑ. Εξάλλου, οι απαιτήσεις που σχετίζονται με την εθνική ασφάλεια, το δημόσιο συμφέρον και την τήρηση των νόμων των ΗΠΑ υπερέχουν έναντι του καθεστώτος ασφαλούς λιμένα, με αποτέλεσμα οι αμερικανικές επιχειρήσεις να οφείλουν να αποκλίνουν, χωρίς περιορισμό, από τους κανόνες προστασίας που προβλέπει το καθεστώς αυτό, όταν οι εν λόγω αρχές συγκρούονται με τις ανωτέρω απαιτήσεις. Έτσι, το αμερικανικό καθεστώς ασφαλούς λιμένα επιτρέπει επεμβάσεις εκ μέρους των αμερικανικών δημόσιων αρχών στα θεμελιώδη δικαιώματα των προσώπων, δεδομένου ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν αναφέρει ούτε την ύπαρξη κανόνων στις ΗΠΑ για τον περιορισμό τυχόν επεμβάσεων ούτε την ύπαρξη αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας από τις επεμβάσεις αυτές.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ανωτέρω ανάλυση σε σχέση με το συγκεκριμένο καθεστώς ενισχύεται από δύο ανακοινώσεις της Επιτροπής από τις οποίες προκύπτει ότι οι αρχές των ΗΠΑ μπορούν να έχουν πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται από τα κράτη μέλη προς τις ΗΠΑ και να τα επεξεργάζονται κατά τρόπο ασυμβίβαστο με τον σκοπό για τον οποίο διαβιβάστηκαν, καθ’ υπέρβαση αυτού που κατά την Επιτροπή είναι το όριο του απολύτως αναγκαίου και του αναλογικού για την προστασία της εθνικής ασφάλειας. Ομοίως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι για τους ενδιαφερόμενους δεν υπάρχει η δυνατότητα μέσω της διοικητικής ή της δικαστικής οδού να έχουν πρόσβαση στα δεδομένα που τους αφορούν, να εξασφαλίσουν την τροποποίηση ή τη διαγραφή τους.
Όσον αφορά το επίπεδο προστασίας που είναι ουσιαστικά ισοδύναμο με τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες που προστατεύονται εντός της Ένωσης, το ΔΕΕ επισήμανε ότι στο δίκαιο της Ένωσης μια ρύθμιση δεν περιορίζεται στο αναγκαίο μέτρο όταν επιτρέπει κατά γενικό τρόπο τη διατήρηση όλων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όλων των προσώπων των οποίων τα δικαιώματα διαβιβάζονται από την Ένωση προς τις ΗΠΑ χωρίς καμία διαφοροποίηση, περιορισμό ή εξαίρεση σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και χωρίς να προβλέπονται αντικειμενικά κριτήρια για την οριοθέτηση της πρόσβασης των δημόσιων αρχών στα δεδομένα και τη μεταγενέστερη χρήση τους. Πρόσθεσε, επίσης, ότι ρύθμιση που επιτρέπει στις δημόσιες αρχές την πρόσβαση κατά γενικευμένο τρόπο στο περιεχόμενο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών πρέπει να θεωρηθεί ότι προσβάλλει το ουσιαστικό περιεχόμενο του θεμελιώδους δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής.
Κατά το ΔΕΕ, ρύθμιση που δεν προβλέπει ένδικα βοηθήματα προκειμένου ο ενδιαφερόμενος να έχει πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν ή να επιτύχει την τροποποίηση ή την κατάργηση τέτοιων δεδομένων, προσβάλλει το ουσιαστικό περιεχόμενο του θεμελιώδους δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, καθόσον η πρόβλεψη μιας τέτοιας δυνατότητας είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την ύπαρξη κράτους δικαίου. Έκρινε, λοιπόν, ότι η επίμαχη απόφαση της Επιτροπής στερεί από τις εθνικές αρχές ελέγχου τις εξουσίες τους, σε περίπτωση που κάποιο πρόσωπο αμφισβητεί τη συμφωνία της απόφασης με την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, αλλά η Επιτροπή δεν είχε την αρμοδιότητα να περιορίσει κατ’ αυτόν τον τρόπο τις εξουσίες των εθνικών αρχών ελέγχου.
Κατά συνέπεια, το ΔΕΕ αποφάνθηκε ότι η από 26 Ιουλίου 2000 απόφαση της Επιτροπής είναι ανίσχυρη. Ως εκ τούτου, η ιρλανδική αρχή ελέγχου οφείλει να εξετάσει την καταγγελία του M. Schrems με τη δέουσα επιμέλεια και σε αυτήν απόκειται, κατά την ολοκλήρωση της έρευνάς της, να κρίνει αν βάσει της οδηγίας πρέπει να αναστείλει τη διαβίβαση δεδομένων των Ευρωπαίων χρηστών του Facebook προς τις ΗΠΑ, με την αιτιολογία ότι η χώρα αυτή δεν εξασφαλίζει ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Οι συνέπειες της απόφασης
Η ανωτέρω απόφαση οδήγησε την Επιτροπή σε άμεση επανεξέταση του καθεστώτος ασφαλούς λιμένα, με σκοπό να εξασφαλίσει στην πράξη ένα επαρκές επίπεδο προστασίας των δεδομένων. Η Επιτροπή, λοιπόν, επιτάχυνε τις διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ για τη διαμόρφωση νέου πλαισίου διαβίβασης προσωπικών δεδομένων. Στο πλαίσιο αυτό, ήδη στις 15 Οκτωβρίου, οι αρμόδιοι επίτροποι συναντήθηκαν με εκπροσώπους των επιχειρήσεων και της βιομηχανίας, οι οποίοι ζήτησαν μια σαφή και ομοιόμορφη ερμηνεία της απόφασης, καθώς και μεγαλύτερη σαφήνεια σχετικά με τα μέσα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν για τη διαβίβαση δεδομένων. Στόχος της Επιτροπής είναι η ολοκλήρωση των συζητήσεων εντός τριών μηνών. Στο μεταξύ, οι εταιρείες πρέπει να συμμορφωθούν με την απόφαση και να βασίζονται σε εναλλακτικά εργαλεία διαβίβασης όπου αυτό είναι δυνατό. Η Επιτροπή έχει εκδώσει οδηγίες για τις δυνατότητες διαβίβασης διατλαντικών δεδομένων σύμφωνα με την απόφαση έως ότου τεθεί σε εφαρμογή το νέο πλαίσιο. Σε επεξηγηματική ανακοίνωση αναλύονται οι συνέπειες της απόφασης και καθορίζονται εναλλακτικοί μηχανισμοί για τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων στις ΗΠΑ.
Πιο συγκεκριμένα, στη σχετική ανακοίνωση επισημαίνεται ότι η ρύθμιση περί ασφαλούς λιμένα δεν μπορεί να αποτελεί πλέον τη νομική βάση για τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων στις ΗΠΑ και ότι η Επιτροπή θα συνεχίσει και θα ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις για ένα ανανεωμένο και ασφαλές πλαίσιο για τις διατλαντικές διαβιβάσεις προσωπικών δεδομένων, το οποίο πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις της απόφασης του Δικαστηρίου, ιδίως όσον αφορά τους περιορισμούς και τις διασφαλίσεις για την πρόσβαση των δημοσίων αρχών των ΗΠΑ σε προσωπικά δεδομένα. Επίσης, άλλες αντίστοιχες αποφάσεις περί επαρκούς προστασίας θα πρέπει να τροποποιηθούν, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων θα παραμείνουν ελεύθερες να διερευνούν καταγγελίες που ασκούνται από ιδιώτες.
Τέλος, στην ανακοίνωση παρατίθενται και εναλλακτικές δυνατότητες για τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων στις ΗΠΑ, με την επιφύλαξη της ανεξαρτησίας και της εξουσίας των εθνικών αρχών προστασίας δεδομένων να εξετάζουν τη νομιμότητα κάθε τέτοιας διαβίβασης. Οι επιχειρήσεις μπορούν να διαβιβάζουν επί του παρόντος δεδομένα με βάση:
-Συμβατικές λύσεις: οι συμβατικοί κανόνες πρέπει να επιβάλλουν την τήρηση ορισμένων υποχρεώσεων, όπως η θέσπιση μέτρων ασφαλείας, η ενημέρωση του ατόμου το οποίο αφορούν τα δεδομένα, η παροχή διασφαλίσεων σε περίπτωση διαβίβασης ευαίσθητων δεδομένων κ.λπ.
-Δεσμευτικούς εταιρικούς κανόνες για διαβίβαση δεδομένων εντός του ίδιου ομίλου: οι κανόνες αυτοί επιτρέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία προσωπικών δεδομένων μεταξύ των διαφόρων υποκαταστημάτων πολυεθνικής εταιρείας. Η κυκλοφορία αυτή πρέπει να εγκρίνεται από την αρχή προστασίας δεδομένων κάθε κράτους μέλους από το οποίο η πολυεθνική εταιρεία επιθυμεί τη διαβίβαση δεδομένων.
-Παρεκκλίσεις: αυτές προβλέπονται με σκοπό τη σύναψη ή εκτέλεση σύμβασης, π.χ. διαβίβαση προσωπικών δεδομένων για κράτηση ξενοδοχείο των ΗΠΑ, τη θεμελίωση, άσκηση ή υπεράσπιση νομικών αξιώσεων, καθώς και σε περίπτωση ελεύθερης και συνειδητής συναίνεσης του ατόμου.

ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Το κείμενο της απόφασης Schrems:

Η οδηγία 95/46/ΕΚ:

Η απόφαση περί ασφαλούς λιμένα:

Οι οδηγίες εκ μέρους της Επιτροπής:

Βλ. επίσης:
http://verfassungsblog.de/the-force-awakens-the-schrems-case-from-a-german-perspective/

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2015

BITCOIN: ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΨΗΦΙΑΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ


Το καλοκαίρι του 2015 έμελλε να καταγραφεί στην ιστορική μνήμη για τις κρίσιμες πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις με επίκεντρο την Ελλάδα. Τραπεζική αργία, έλεγχος στις κινήσεις κεφαλαίων, ημερήσιο όριο αναλήψεων, αποτέλεσαν νέους όρους που προστέθηκαν στο καθημερινό λεξιλόγιο κάθε πολίτη. Παράλληλα όμως πύκνωσαν και οι αναφορές σε εναλλακτικά νομίσματα και ευρηματικούς τρόπους διεξόδου από τον περιορισμό των συναλλαγών. Στο πλαίσιο αυτό άρχισε να συζητείται ευρύτερα και στη χώρα μας το φαινόμενο Βitcoin, το οποίο αν και δεν είναι πλέον καινοφανές σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι βέβαιο ότι αποτελεί ακόμη άγνωστη ή τουλάχιστον μη οικεία έννοια για την πλειονότητα των Ελλήνων, όπως συνέβαινε άλλωστε και με το facebook πριν από μερικά χρόνια.
Ορισμός
Αναζητώντας στο διαδίκτυο την απάντηση στο τι εστί Bitcoin, προκύπτουν αποτελέσματα που το ορίζουν ως «λογισμικό ανοιχτού κώδικα που αποτελεί τη βάση του δικτύου» και «μονάδα συναλλαγής πληροφοριών του λογισμικού» ή ως «αποκεντρωμένο νομισματικό σύστημα που βασίζεται στις αρχές της ομότιμης δικτύωσης, των ψηφιακών υπογραφών και των συναρτήσεων απόδειξης εργασίας». Αυτοί οι ορισμοί είναι μεν σωστοί, αλλά και αρκετά δυσνόητοι. Με πιο απλό και σύντομο τρόπο θα μπορούσε να ειπωθεί γενικώς ότι το Bitcoin είναι ένα ψηφιακό νόμισμα το οποίο στηρίζεται στη λειτουργία του διαδικτύου.
Καταγωγή
Η ιδέα για ένα εικονικό κυβερνονόμισμα είναι συνυφασμένη με την ευρεία διάδοση του διαδικτύου στα τέλη της δεκαετίας του ‘90. Ωστόσο, μόλις το 2008 δόθηκε στη δημοσιότητα μια μελέτη που πρότεινε ένα ολοκληρωμένο σύστημα δημιουργίας, διαχείρισης και διακίνησης ψηφιακού χρήματος. Τη μελέτη υπέγραφε ο Satoshi Nakamoto, ένα πρόσωπο αδιευκρίνιστης –έως σήμερα– ταυτότητας που αποτελεί πλέον θρύλο του κυβερνοχώρου. Παρά την αφάνεια του δημιουργού του, το Bitcoin δεν άργησε να μετουσιωθεί από θεωρητική σύλληψη σε λειτουργικό εναλλακτικό σύστημα συναλλαγών στο διαδίκτυο.
Δομή
Το Bitcoin, ως σύστημα συναλλαγών, δεν έχει καμία σχέση ή εξάρτηση από το παραδοσιακό τραπεζικό σύστημα. Έχει αποκεντρωμένη αρχιτεκτονική, δεν ελέγχεται από συγκεκριμένο κεντρικό φορέα ούτε ανήκει σε κάποιον. Επίσης, διαθέτει το ομώνυμο δικό του νόμισμα (bitcoin ή BTC), το οποίο είναι αποκλειστικά ψηφιακό, καθόσον δεν έχει υλική υπόσταση (π.χ χαρτονομίσματα), δεν έχει εθνικότητα ούτε παράγεται σε κάποια χώρα. Επιπλέον, πρόκειται για αλγοριθμικό νόμισμα που βασίζεται σε ισχυρή κρυπτογραφία (γνωστό ως «κρυπτονόμισμα» ή «cryptocurrency»). Οι συναλλαγές με bitcoin στηρίζονται στη δομή peer to peer (p2p). Τούτο σημαίνει ότι κάθε συναλλαγή πραγματοποιείται άμεσα μεταξύ δύο ατόμων, χωρίς μεσάζοντες, ενώ παράλληλα όλοι οι χρήστες εξασφαλίζουν «ομότιμα» την εύρυθμη και ασφαλή λειτουργία αυτού του εναλλακτικού οικονομικού συστήματος, προσφέροντας την αναγκαία υπολογιστική ισχύ που απαιτείται για τη διενέργεια και επικύρωση των συναλλαγών. Στο ίδιο πνεύμα, όλες οι πληρωμές είναι δημόσιες. Κάθε χρήστης μπορεί να ελέγξει το σύνολο των διενεργούμενων συναλλαγών με bitcoin, από την πρώτη έως την τελευταία. Συγχρόνως, τούτη η διαφάνεια δεν θίγει την ανωνυμία των χρηστών, καθόσον η δημόσια αρχειοθέτηση των πληρωμών γίνεται βάσει κλειδάριθμων και όχι προσωπικών στοιχείων.
Λειτουργία των συναλλαγών
Πιο πρακτικά, μια συναλλαγή με bitcoin προϋποθέτει τη χρήση του σχετικού λογισμικού το οποίο παρέχεται δωρεάν και είναι ανοιχτού κώδικα (δηλαδή, καθένας μπορεί να λάβει πλήρη γνώση του πηγαίου κώδικα προγραμματισμού). Πρόκειται για ένα πρόγραμμα-πελάτη το οποίο συνδέει τον χρήστη με το p2p δίκτυο του Bitcoin και λειτουργεί ουσιαστικά ως ψηφιακό πορτοφόλι (Bitcoin wallet). Κάθε πορτοφόλι ταυτοποιείται με μία μοναδική αλφαριθμητική διεύθυνση 34 χαρακτήρων που είναι απαραίτητη, ώστε ο χρήστης να προβεί σε συναλλαγές. Σε κάθε διεύθυνση αντιστοιχεί ένα δημόσιο και ιδιωτικό κλειδί, που εξασφαλίζουν την πρόσβαση στο ψηφιακό πορτοφόλι. Το σύστημα αυτό ομοιάζει με τη γνωστή ηλεκτρονική αλληλογραφία (email). Μια συναλλαγή, δηλαδή, πραγματοποιείται με την απλή αποστολή bitcoins από το ψηφιακό πορτοφόλι ενός χρήστη στο ψηφιακό πορτοφόλι ενός άλλου χρήστη, ο οποίος έχει γνωστοποιήσει στον πρώτο τη σχετική διεύθυνση του. Κάθε συναλλαγή όμως που γίνεται στο δίκτυο του Bitcoin ελέγχεται για την εγκυρότητά της και στη συνέχεια τοποθετείται σε μια δέσμη («block») μαζί με άλλες συναλλαγές που έχουν ελεγχθεί. Κάθε δέκα λεπτά, δημιουργείται μια νέα δέσμη ελεγμένων συναλλαγών, η οποία συσχετίζεται με την αμέσως προηγούμενη αλλά και όλες τις παλαιότερες δέσμες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο παράγεται μια διαρκώς αυξανόμενη αλυσίδα δεσμών (γνωστή ως «blockchain»). Η αλυσίδα αυτή περιλαμβάνει το σύνολο των συναλλαγών στο δίκτυο Bitcoin, από την πρώτη έως την τελευταία, και αποθηκεύεται στον υπολογιστή κάθε χρήστη του εν λόγω δικτύου. Είναι ενδεικτικό ότι επί του παρόντος η εγκατάσταση του αναγκαίου προγράμματος-πελάτη προϋποθέτει τουλάχιστον 20 GB ελεύθερου αποθηκευτικού χώρου λόγω του μεγέθους του «block chain». Για τον συσχετισμό κάθε νέας δέσμης με τις προηγούμενες χρησιμοποιείται ένας μαθηματικός αλγόριθμος που επιβάλλει περίπλοκους μαθηματικούς υπολογισμούς.
Παραγωγή και απόκτηση bitcoins
Τόσο για την πραγματοποίηση αυτών των υπολογισμών, όσο και για τον προγενέστερο έλεγχο κάθε συναλλαγής απαιτείται επεξεργαστική ισχύς, την οποία παρέχουν με τους προσωπικούς τους υπολογιστές όλοι οι χρήστες του δικτύου Bitcoin. Τούτο άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, καθιστά το δίκτυο ομότιμο, διότι η λειτουργία του στηρίζεται σε όλους τους χρήστες και όχι σε μία κεντρική αρχή. Η ευφυής ιδέα του άγνωστου δημιουργού του Bitcoin ήταν η διάθεση bitcoins στους χρήστες που συμβάλλουν στη λειτουργία του δικτύου. Κάθε φορά που προστίθεται μία νέα δέσμη στην αλυσίδα, δηλαδή ανά δεκάλεπτο, το σύστημα δημιουργεί νέα bitcoins τα οποία διατίθενται στους χρήστες. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται «εξόρυξη» («mining») και εξασφαλίζει τη σταθερή παραγωγή ψηφιακών νομισματικών μονάδων. Πρέπει να επισημανθεί ότι έχει προβλεφθεί η προσαρμογή της δυσκολίας των μαθηματικών υπολογισμών, ώστε ανεξαρτήτως του πλήθους των χρηστών που συμμετέχουν, ο συσχετισμός κάθε δέσμης και η αντίστοιχη διάθεση bitcoins να πραγματοποιείται ανά δέκα λεπτά. Επίσης, ο αριθμός των παραγόμενων bitcoins μειώνεται με συγκεκριμένο ρυθμό, ώστε να αποφευχθεί ο πληθωρισμός του ψηφιακού χρήματος. Μάλιστα, βάσει του ισχύοντος μοντέλου, η δημιουργία bitcoins θα σταματήσει όταν το σύνολό τους καλύψει ακριβώς 21 εκατομμύρια και τούτο υπολογίζεται να συμβεί το έτος 2140. Οι προβλέψεις αυτές σε συνδυασμό με την αύξηση των χρηστών έχουν καταστήσει ήδη την εξόρυξη bitcoins πολύ απαιτητική  και έχουν οδηγήσει στην ανάπτυξη ειδικών υπολογιστών με αυξημένες επεξεργαστικές δυνατότητες για τον συγκεκριμένο σκοπό. Ως εκ τούτου, η πρωτογενής απόκτηση ψηφιακού χρήματος έχει γίνει πλέον ασύμφορη για τον απλό χρήστη. Ασφαλώς, υφίστανται εναλλακτικές δυνατότητες προμήθειας bitcoins. Τέτοια δυνατότητα, για παράδειγμα, αποτελεί η πώληση αγαθών ή η παροχή υπηρεσιών έναντι αντιτίμου σε ψηφιακό νόμισμα.
Ισοτιμία και υποδιαιρέσεις
Πάντως, ο απλούστερος τρόπος απόκτησης bitcoins είναι η αγορά τους έναντι συμβατικών χρημάτων μέσω διαφόρων ψηφιακών ανταλλακτηρίων, δηλαδή ιστοσελίδων που αναλαμβάνουν τη μετατροπή του ψηφιακού νομίσματος σε πραγματικό. Η μετατροπή στηρίζεται στην ισχύουσα ισοτιμία ή οποία εμφανίζει πολύ μεγάλη διακύμανση. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2010 η αξία ενός bitcoin δεν ξεπερνούσε τα 0,14 δολάρια, ενώ το 2013 άγγιξε τα 1400 δολάρια. Βαδίζοντας στο τέλος του 2015, ένα bitcoin ανταλλάσσεται περίπου με 274 δολάρια ή 237 ευρώ. Βεβαίως, για την είσοδο στον κόσμο του Bitcoin δεν επιβάλλεται η αγορά ενός ολόκληρου bitcoin. Όπως και τα συμβατικά νομίσματα, έτσι και το ψηφιακό έχει τις υποδιαιρέσεις του. Ωστόσο, σε αντίθεση προς τα γνωστά νομίσματα του αναλογικού κόσμου, το bitcoin υποδιαιρείται ακόμη και σε εκατομμυριοστά (μBTC), διευκολύνοντας τους χρήστες να το αποκτήσουν επενδύοντας ακόμη και πολύ μικρά ποσά.
Κίνδυνοι και ασφάλεια
Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό ότι η ιδέα του ψηφιακού νομίσματος, εν γένει, βρίσκεται σε ανάπτυξη, καθιστώντας το Bitcoin μια ελκυστική επενδυτική πρόταση. Είναι αυτονόητο όμως ότι με τόσο ασταθή ισοτιμία η επένδυση σε bitcoins είναι πολύ επισφαλής. Πέραν τούτου, πρέπει να επισημανθεί ότι οι μέθοδοι κρυπτογράφησης και επικύρωσης κάθε συναλλαγής εγγυώνται στο ακέραιο την ασφάλεια των συναλλαγών. Μολονότι είναι εύλογη η υποψία ότι ένα εικονικό νόμισμα μπορεί να είναι ευάλωτο σε επιθέσεις χάκερ και άλλους δικτυακούς κινδύνους, πρέπει να διευκρινισθεί ότι το σύστημα στο οποίο βασίζεται η λειτουργία του Bitcoin καθιστά αδύνατη την παραχάραξη του ψηφιακού νομίσματος. Για να αποφύγουμε τις περίπλοκες τεχνικές λεπτομέρειες, αρκεί να αναλογισθεί κανείς ότι η αλυσίδα όλων των συναλλαγών που προαναφέρθηκε ελέγχεται ανά πάσα στιγμή από το σύνολο των συνδεδεμένων υπολογιστών προκειμένου να επικυρωθεί. Αν επιχειρηθεί ο συσχετισμός «κάλπικης» συναλλαγής με το εν λόγω «blockchain» θα απορριφθεί αμέσως από το σύστημα το οποίο στηρίζει την ισχύ του σε πληθώρα υπολογιστών που το θωρακίζουν. Το αρνητικό σημείο αυτής της απρόσβλητης λειτουργικής δομής είναι η αδυναμία ακύρωσης ή αναστροφής συναλλαγής. Από τη στιγμή που επικυρώνεται μια συναλλαγή αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του «blockchain». Ο μόνος τρόπος ανάκτησης των αχρεωστήτως καταβληθέντων bitcoins είναι με νέα εντολή μεταφοράς τους από τον παραλήπτη προς τον αρχικό τους κάτοχο. Αυτό σημαίνει αυτομάτως ότι οι συναλλαγές με bitcoins πρέπει να διενεργούνται σε πλαίσιο αυξημένης εμπιστοσύνης μεταξύ αποστολέα και παραλήπτη.
Ο πιο ουσιαστικός κίνδυνος αφορά την αποθήκευση των bitcoins. Δεδομένου ότι η παραχάραξη του ψηφιακού νομίσματος είναι σχεδόν αδύνατη, είναι πολύ πιο συχνές οι περιπτώσεις διάρρηξης ψηφιακών πορτοφολιών και αφαίρεσης των ψηφιακών νομισμάτων που περιέχουν. Τούτο μπορεί να συμβεί είτε μαζικά με ηλεκτρονικές επιθέσεις σε ιστοσελίδες που παρέχουν υπηρεσίες online ψηφιακών πορτοφολιών σε μεγάλο αριθμό χρηστών, είτε μεμονωμένα με στοχευμένες επιθέσεις σε προσωπικούς υπολογιστές χρηστών που διατηρούν τοπικά αποθηκευμένα bitcoins. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι οι υφιστάμενες υπηρεσίες ψηφιακών πορτοφολιών δεν παρέχουν καμία εξασφάλιση της αξίας των bitcoins, δεν λειτουργούν δηλαδή ως τράπεζες. Επομένως, σε περίπτωση μη εξουσιοδοτημένης αφαίρεσης bitcoins με μεθόδους χάκινγκ, τον κίνδυνο φέρει αποκλειστικώς ο χρήστης ο οποίος θα απολέσει διά παντός την ψηφιακή του περιουσία. Πάντως, οι κακόβουλες διαδικτυακές επιθέσεις συνιστούν υπαρκτό κίνδυνο που διατρέχει όλο το φάσμα των ψηφιακών υπηρεσιών στο διαδίκτυο (π.χ. ηλεκτρονική διακυβέρνηση, ηλεκτρονικό εμπόριο, ηλεκτρονική τραπεζική) οι οποίες παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν να αναπτύσσονται αναζητώντας διαρκώς ισχυρότερη προστασία.
Προοπτική
Οι γνωστές επισφάλειες και οι υπαρκτοί κίνδυνοι δεν φαίνεται να θέτουν φραγμούς στην ανάπτυξη του Bitcoin. Οι κάτοχοι bitcoins αυξάνονται, οι χρήστες που στηρίζουν το δίκτυο πολλαπλασιάζονται, όλο και περισσότερες επιχειρήσεις δέχονται πληρωμές σε ψηφιακό νόμισμα, ενώ λειτουργούν ήδη ΑΤΜ (και στην Ελλάδα) για αγορά και πώληση bitcoins και εκδίδονται χρεωστικές κάρτες για bitcoins. Παράλληλα, η οικονομική κρίση που θέτει εν αμφιβόλω τα υφιστάμενα συμβατικά χρηματοοικονομικά και νομισματικά συστήματα έχει ωθήσει την ιδέα του ψηφιακού νομίσματος σε άλλο επίπεδο που υπερβαίνει την εξεζητημένη επενδυτική προσέγγιση. Ενδεικτικές είναι οι συζητήσεις και οι εκτιμήσεις που αναπτύχθηκαν σε σχέση με την ελληνική κρίση. Ορισμένοι θεωρητικοί υποστήριξαν ότι το Bitcoin θα συνιστούσε βιώσιμη εναλλακτική οικονομική πρόταση, ενώ ειδήμονες της αγοράς έβλεπαν σημαντική άνοδο της τιμής του bitcoin σε περίπτωση εξόδου της Ελλάδας από τη ζώνη του ευρώ. Τελικά, αρκετοί Έλληνες, ιδίως έμπειροι χρήστες τους διαδικτύου, στράφηκαν στο Bitcoin για να παρακάμψουν τους περιορισμούς των τραπεζικών συναλλαγών, αλλά η τάση αυτή παρέμεινε τόσο μικρή που δεν επηρέασε τη σχετική ισοτιμία. Κατά μία άποψη, η εδραίωση του Bitcoin απαιτεί κοινωνίες πιο εξοικειωμένες με τη χρήση του «πλαστικού χρήματος» και των ηλεκτρονικών πληρωμών, ενώ π.χ. στην Ελλάδα κυριαρχεί προς το παρόν μια πιο παραδοσιακή κουλτούρα στο πεδίο των συναλλαγών. Εντούτοις, δεν αποκλείεται και το ψηφιακό νόμισμα να χαράξει ανάλογη πορεία με εκείνη του ίδιου του διαδικτύου και πολλών επιμέρους υπηρεσιών του, όπως τα κοινωνικά δίκτυα. Ενδέχεται, δηλαδή, μετά από μια πρώτη περίοδο αργής διείσδυσης να αποκτήσει ισχυρή απήχηση στην κοινωνία και να καταστεί ευθέως ανταγωνιστικό προς τα συμβατικά νομίσματα ή ακόμη και να τα εκτοπίσει.
Νομικό καθεστώς
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η νομική θεωρία και πράξη αποδείχθηκε για άλλη μια φορά απροετοίμαστη και αμήχανη απέναντι σε ένα νέο ψηφιακό φαινόμενο. Το γεγονός αυτό κατέστησε αμέσως το ψηφιακό νόμισμα αντικείμενο εκμετάλλευσης για τη διευκόλυνση κάθε είδους παρανομίας και απαγορευμένης συναλλαγής (π.χ. εμπόριο όπλων και ναρκωτικών, ξέπλυμα βρώμικου χρήματος). Την πιο πρόσφατη ευρηματική εκδοχή τέτοιας χρήσης του ψηφιακού νομίσματος, αποτελεί η απαίτηση καταβολής bitcoin ως λύτρων σε περιπτώσεις απαγωγής ή άλλου είδους εκβιασμών. Πέραν τούτου βέβαια, ακόμη και στις περιπτώσεις που το ψηφιακό νόμισμα παρέχεται ως αντάλλαγμα στο πλαίσιο παροχής νόμιμων υπηρεσιών ή πωλήσεως μη απαγορευμένων αγαθών, ανακύπτει το κομβικό ζήτημα της φορολόγησης αυτών των συναλλαγών.
Συναφώς, μπορεί να ειπωθεί κατ’ αρχάς ότι μέχρι τούδε το Bitcoin και το ψηφιακό νόμισμα εν γένει δεν έχει αναγνωρισθεί ως νόμισμα από κανένα κράτος και δεν έχει τύχει συνολικής ρυθμίσεως ούτε σε εθνικό ούτε σε διεθνές επίπεδο. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές έχει προκαλέσει αντίδραση της πολιτείας σε πολλές χώρες. Η πιο συγκροτημένη προσέγγιση του ψηφιακού νομίσματος απαντάται ασφαλώς στις Η.Π.Α. όπου το Bitcoin γνωρίζει και τη μεγαλύτερη εξάπλωση. Εκεί καταβάλλονται, αφενός, ήδη από το 2013, οργανωμένες προσπάθειες για την αντιμετώπιση της χρήσης του Bitcoin για παράνομους σκοπούς και, αφετέρου, οι αρμόδιες οικονομικές και τραπεζικές αρχές έχουν χαρακτηρίσει το bitcoin, όχι ως νόμισμα, αλλά τουλάχιστον ως μέσο χρηματικών συναλλαγών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το έχουν υπαγάγει σε ένα πλαίσιο διοικητικών υποχρεώσεων και φορολόγησης. Αντιθέτως, ορισμένα κράτη έχουν υιοθετήσει εντελώς διαφορετική τακτική, απαγορεύοντας ρητώς ή de facto τις συναλλαγές με bitcoins. Μεταξύ αυτών των κρατών συγκαταλέγονται η Ρωσία, η Κίνα, αλλά και η Ισλανδία.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υφίσταται κάποια νομοθετική πράξη ή πρωτοβουλία για τη ρύθμιση του ψηφιακού νομίσματος, παρά μόνο μια σχετική έκθεση και μια ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας με σκοπό την προειδοποίηση των καταναλωτών για τους ενδεχόμενους κινδύνους που συνδέονται με τη χρήση εικονικών νομισμάτων. Στο πλαίσιο αυτό το εικονικό νόμισμα ορίζεται ως «είδος μη ρυθμιζόμενου ψηφιακού χρήματος, το οποίο δεν εκδίδεται από κεντρική τράπεζα ούτε τελεί υπό την εγγύησή της και μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέσο πληρωμής». Αντίστοιχες ανακοινώσεις έχουν εκδώσει και οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως και της Ελλάδας. Πέραν τούτου οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες δεν έχουν προβεί σε ρύθμιση η διευκρίνιση του νομικού καθεστώτος σε σχέση με το Bitcoin. Σημαντική εξαίρεση αποτελεί η Γερμανία, όπου το ψηφιακό νόμισμα έχει χαρακτηρισθεί από τις αρμόδιες οικονομικές Αρχές ως «μονάδα υπολογισμού», ως ένα είδος «ιδιωτικού χρήματος», και κατ’ αυτόν τον τρόπο έχει επιτραπεί η χρήση του από νομικής απόψεως. Συγχρόνως, έχει προβλεφθεί η φοροαπαλλαγή των κερδών που προκύπτουν από τη διακράτηση bitcoins για περίοδο μεγαλύτερη του ενός έτους.
Όπως προκύπτει, λοιπόν, η χρήση του bitcoin ως ψηφιακού νομίσματος έχει τύχει μόνο σποραδικής και μεμονωμένης κανονιστικής ρυθμίσεως. Εντούτοις, η διαρκώς αυξανόμενη διείσδυσή του στις συναλλαγές, σε παγκόσμια κλίμακα, καθιστά μάλλον βέβαιη, προσεχώς, τη θέσπιση εθνικών και διεθνών κανόνων που θα διέπουν εν γένει την αναγνώριση και χρήση των ψηφιακών νομισμάτων στις συναλλαγές, θα αποσαφηνίζουν τη φορολογική τους μεταχείριση και θα προλαμβάνουν φαινόμενα καταχρήσεως για παράνομους σκοπούς. Τούτο, ασφαλώς, ανοίγει επίσης ένα νέο αχαρτογράφητο ερευνητικό πεδίο στον τομέα της νομικής πληροφορικής και προμηνύει νέες προκλήσεις για τον εφαρμοστή του δικαίου, υπενθυμίζοντας πόσο απρόβλεπτη μπορεί να είναι η συμπόρευση του ψηφιακού και του πραγματικού  κόσμου.



ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Ορισμοί και εισαγωγή στη λειτουργία του Bitcoin:

Η μελέτη θεμελίωσης του Bitcoin:

Βασικό λογισμικό και ψηφιακά πορτοφόλια:

Ισοτιμία και υποδιαιρέσεις:

Bitcoin ATM και χρεωστική κάρτα:

Το Bitcoin στην Ελλάδα:

Νομικό καθεστώς:

Έκθεση και ανακοίνωση της ΕΚΤ:

Βλ. επίσης:


Τρίτη 23 Ιουνίου 2015

ΤΟ ΓεΔΕΕ ΑΠΟΚΛΕΙΕΙ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΣΗΜΑΤΟΣ SKYPE ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ


Το 2004 και 2005 η εταιρία Skype ζήτησε από το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) την καταχώριση του εικονιστικού και λεκτικού σημείου SKYPE ως κοινοτικού σήματος για προϊόντα εξοπλισμού ήχου και εικόνας, τηλεφωνίας και φωτογραφίας καθώς και για υπηρεσίες πληροφορικής που αφορούν λογισμικά ή τη δημιουργία ή τη φιλοξενία ιστοτόπων.
Το 2005 και 2006 η εταιρία British Sky Broadcasting Group, με τη νέα επωνυμία Sky και Sky IP International, άσκησε ανακοπή επικαλούμενη κίνδυνο συγχύσεως με το δικό της κοινοτικό λεκτικό σήμα SKY το οποίο είχε κατατεθεί το 2003 για πανομοιότυπα προϊόντα και υπηρεσίες.
Με αποφάσεις του 2012 και 2013, το ΓΕΕΑ δέχθηκε την ανακοπή κρίνοντας ότι υπήρχε κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων λόγω ιδίως του μέσου βαθμού ομοιότητας οπτικής, φωνητικής και εννοιολογικής και ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τη διαπίστωση περιορισμού αυτού του κινδύνου. Η Skype ζήτησε την ακύρωση των αποφάσεων αυτών ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Με τις αποφάσεις του, της 5ης Μαΐου 2015, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της Skype και επιβεβαίωσε ότι υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ του εικονιστικού και λεκτικού σημείου SKYPE και του λεκτικού σήματος SKY.
Όσον αφορά την οπτική, φωνητική και εννοιολογική ομοιότητα των αντιπαρατιθέμενων σημείων, το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι η προφορά του φωνήεντος «y» δεν είναι περισσότερο κλειστή στον όρο «skype» απ’ ότι στη λέξη «sky». Εξάλλου, η λέξη «sky», η οποία περιλαμβάνεται στο βασικό λεξιλόγιο της αγγλικής γλώσσας, γίνεται σαφώς αντιληπτή εντός του όρου «skype», παρά το ότι αυτός γράφεται ως μία μόνο λέξη. Τέλος, το στοιχείο «sky» στον όρο «skype» είναι απολύτως αναγνωρίσιμο από το οικείο κοινό, μολονότι το στοιχείο που απομένει, δηλαδή η κατάληξη «pe», δεν σημαίνει τίποτα.
Εξάλλου, το γεγονός ότι στο επίμαχο εικονιστικό σημείο το λεκτικό στοιχείο «skype» απεικονίζεται εντός σχήματος που έχει τη μορφή νέφους ή φούσκας δεν αίρει τον μέσο βαθμό οπτικής, φωνητικής και εννοιολογικής ομοιότητας. Δηλαδή, από οπτικής απόψεως, το εικονιστικό στοιχείο τονίζει απλώς και μόνο το λεκτικό στοιχείο και γίνεται αντιληπτό ως απλό πλαίσιο. Από φωνητικής απόψεως, το εικονιστικό στοιχείο υπό μορφή πλαισίου δεν παρέχει κάποια φωνητική εντύπωση, η οποία προσδιορίζεται αποκλειστικώς από το λεκτικό στοιχείο. Τέλος, από νοηματικής απόψεως, το εικονιστικό στοιχείο δεν εκφράζει κάποιο νόημα, εκτός ίσως από την ιδέα ενός νέφους, κάτι το οποίο είναι ικανό να αυξήσει ακόμη περισσότερο την πιθανότητα εντοπισμού του στοιχείου «sky» εντός του λεκτικού στοιχείου «skype», καθόσον τα νέφη βρίσκονται «στον ουρανό» και μπορούν εύκολα να συσχετιστούν με τον όρο «sky».
Όσον αφορά το επιχείρημα ότι τα σημεία «skype» έχουν αυξημένο διακριτικό χαρακτήρα επειδή είναι γνωστά στο κοινό, το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, ακόμα και αν υποτεθεί ότι ο όρος «skype» έχει αποκτήσει ειδικώς τη σημασία προσδιορισμού υπηρεσιών τηλεπικοινωνίας παρεχομένων από την εταιρία Skype, θα πρόκειται για όρο γένους και, κατά συνέπεια, περιγραφικό αυτού του είδους υπηρεσιών.
Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι η ειρηνική συνύπαρξη των αντιπαρατιθέμενων σημείων στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως παράγων περιοριστικός του κινδύνου συγχύσεως, δεδομένου ότι δεν συντρέχουν οι προς τούτο προϋποθέσεις. Άλλωστε, η ειρηνική συνύπαρξη των σημείων αυτών στο Ηνωμένο Βασίλειο αφορά απλώς μία μεμονωμένη και πολύ ειδική υπηρεσία (δηλαδή τις υπηρεσίες επικοινωνίας σημείου προς σημείο) χωρίς, κατά συνέπεια, να μειώνει τον κίνδυνο συγχύσεως για τα πολυάριθμα λοιπά προϊόντα και υπηρεσίες για τις οποίες ζητείται το σήμα. Εξάλλου, η συνύπαρξη αυτή δεν διήρκεσε επί χρόνο αρκετό ώστε να ευσταθεί η υπόθεση ότι οφείλεται στην έλλειψη κινδύνου συγχύσεως στην αντίληψη του οικείου κοινού.


ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Βλ. σχετική απόφαση: