Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2008

ΚΥΒΕΡΝΟΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ: ΜΥΘΟΣ Ή ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ?

Ο τίτλος περιγράφει με απλό αλλά περιεκτικό τρόπο τον προβληματισμό που συνοδεύει πολλές σύγχρονες απόψεις σχετικά με την κυβερνοτρομοκρατία. Η εύστοχη επιλογή του, ωστόσο, ανήκει στον Γάλλο Cédric Thévenet που τον χρησιμοποίησε σε σχετική μελέτη του, το 2005. Η ευθύνη για την αντιγραφή βαρύνει τον γράφοντα.

Η αμφισβήτηση του κινδύνου της κυβερνοτρομοκρατίας εδράζει καταρχήν στην ίδια τη συζήτηση αναφορικά με το εννοιολογικό περιεχόμενο και τον ορισμό της. Μέσα από τη στήλη έχουν παρουσιαστεί επανειλημμένα οι παγίδες του κυβερνοχώρου και έχουν επισημανθεί κακόβουλες διαδικτυακές συμπεριφορές. Εντάσσονται, όμως, όλες αυτές οι περιπτώσεις στο πλαίσιο της κυβερνοτρομοκρατίας; Το 1997, ο Μπάρι Κόλιν, ερευνητής του Ινστιτούτου Ασφαλείας και Πληροφοριών, στην Καλιφόρνια, έπλασε τον εν λόγω όρο, ερμηνεύοντας τον απλά ως σύγκλιση του “κυβερνοχώρου” και της “τρομοκρατίας”. Το 2000, μια αφοσιωμένη ερευνήτρια των πτυχών της κυβερνοτρομοκρατίας, η καθηγήτρια Ντόροθι Ντένινγκ (Πανεπιστήμιο Τζόρτζταουν), συμπλήρωσε τον παραπάνω ορισμό, συσχετίζοντας τον με παράνομες επιθέσεις και απειλές επιθέσεων κατά υπολογιστών, δικτύων και αποθηκευμένων σε αυτά πληροφοριών, προκειμένου να εκφοβίσουν μία κυβέρνηση ή τους πολίτες της για να εξυπηρετήσουν πολιτικούς ή κοινωνικούς σκοπούς. Επιπλέον, έθεσε ως προϋπόθεση, η επίθεση να οδηγεί σε βία κατά προσώπων ή περιουσιών ή να προξενεί βλάβη ικανή να δημιουργήσει φόβο. Μέχρι σήμερα έχουν διατυπωθεί πολλοί σχετικοί ορισμοί. Αξίζει να αναφέρουμε έναν ακόμη που ανήκει στον συγγραφέα του βιβλίου “Black Ice”, Νταν Βέρτον. Σύμφωνα με αυτόν, κυβερνοτρομοκρατία καλείται η εκτέλεση μίας ξαφνικής επίθεσης από εθνική ή διεθνή τρομοκρατική ομάδα ή μεμονωμένες τοπικές εγκληματικές ομάδες με πολιτική ατζέντα, χρησιμοποιώντας τεχνολογία υπολογιστών και ίντερνετ, προκειμένου να ακρωτηριαστούν ή να απενεργοποιηθούν οι εθνικές ηλεκτρονικές και φυσικές υποδομές, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο απώλεια σε βασικές υπηρεσίες. Δίχως σπουδή προς την επιλογή ενός ορισμού, μας αρκεί, στο σημείο αυτό, να διακρίνουμε τα κρίσιμα κοινά χαρακτηριστικά των περισσότερων απόψεων. Καταλήγουμε, λοιπόν, στα εξής συντρέχοντα στοιχεία:

- Χώρος δράσης είναι πάντα ο κυβερνοχώρος, δηλαδή κάθε πράξη (απειλή ή επίθεση) αφορά δικτυωμένα υπολογιστικά συστήματα, ξεκινά από αυτά και αυτά έχει ως στόχο.

- Τα κίνητρα πρέπει να έχουν ιδεολογικό υπόβαθρο, πολιτικό, κοινωνικό, θρησκευτικό κτλ.

- Ο φόβος ή η βλάβη που προξενείται πρέπει να έχει μεγάλο εύρος ποιοτικής και πληθυσμιακής στόχευσης.

Η συζήτηση αναφορικά με την κυβερνοτρομοκρατία ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του '90 μέσα από μια γοητευτική κινδυνολογία σχετικά με τις απειλές της επερχόμενης ψηφιακής εποχής. Η αλλαγή της χιλιετηρίδας αναζωογόνησε τα καταστροφικά σενάρια λόγω του “σφάλματος της χιλιετίας”, γνωστού ως “millenium bug” ή “Y2K”, αλλά εξίσου δραστικά η ομαλή μετάβαση στο έτος 2000 σίγασε το σχετικό θόρυβο. Ωστόσο, η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου, στις Η.Π.Α., αποτέλεσε το πιο στέρεο θεμέλιο για το θεωρητικό οικοδόμημα της κυβερνοτρομοκρατίας. Οι μέχρι τότε αστικοί-ηλεκτρονικοί μύθοι άρχισαν να αποτελούν ενδεικτικά παραδείγματα δράσης των κυβερνοτρομοκρατών που προβάλλονταν από τον Τύπο αλλά και από ιθύνοντες των ομοσπονδιακών αστυνομικών αρχών και της αμερικανικής κυβέρνησης. Το καλούμενο “ψηφιακό Περλ Χάρμπορ” φαινόταν πολύ κοντινό και τα πληκτρολόγια θεωρούνταν, κατά λέξη, “εξίσου φονικά με τις κοινές βόμβες”. Παρ' όλα αυτά, 7 χρόνια αργότερα και μετά από μια νηφαλιότερη αναδρομή, η αλήθεια μοιάζει λίγο διαφορετική. Ο 12χρονος χάκερ, για παράδειγμα, που φερόταν να έχει αποκτήσει πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα του φράγματος της Αριζόνα, το 1998, έχοντας ανά πάσα στιγμή τη δυνατότητα να πλημμυρίσει ολόκληρες πόλεις, αποδείχτηκε 27χρονος που αν και εισχώρησε στο σύστημα δεν βρέθηκε ποτέ σε θέση να απειλήσει ανθρώπινες ζωές ή περιουσίες. Η μοναδική, αποδεδειγμένα, αληθινή ιστορία αφορά τον, 49 ετών, Βίτεκ Μπόντεν, ο οποίος κατάφερε μέσω ίντερνετ να μολύνει με απόβλητα τα νερά του ποταμού και των ακτών του Κουίνσλαντ στην Αυστραλία. Σημαντική λεπτομέρεια, όμως, αποτελεί ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος ήταν ένας απογοητευμένος υπάλληλος της εταιρίας ύδρευσης που γνώριζε το σύστημα, είχε εκ των έσω πληροφόρηση και εμπιστευτικό λογισμικό στη διάθεσή του, ώστε να επιφέρει το εν λόγω εκδικητικό χτύπημα. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, η διεθνής τρομοκρατία δεν έκρυψε το διαδικτυακό πρόσωπό της, μέσα από ιστοσελίδες υποστήριξης μαζικών επιθέσεων ή φανατικών μηνυμάτων συσπείρωσης του αραβικού κόσμου ενάντια στο δυτικό επεκτατισμό κλπ. Δεν χωρά, επίσης, αμφιβολία ότι το διαδίκτυο προσφέρει ιδανικές δυνατότητες επικοινωνίας και συντονισμού μεταξύ των μελών τρομοκρατικών οργανώσεων. Το γεγονός αυτό, όμως πρέπει να θεωρείται αναμενόμενο στην ψηφιακή εποχή και εκτός αυτού, δύσκολα εμπίπτει στο πλαίσιο της κυβερνοτρομοκρατίας όπως, κατ' ελάχιστον, την ορίσαμε.

Τον Μάιο του 2007, η Εσθονία δέχτηκε μία μαζική ηλεκτρονική επίθεση που έπληξε κυβερνητικές υπηρεσίες, κομματικές οργανώσεις, τα ΜΜΕ και το τραπεζικό σύστημα της χώρας. Η περίπτωση αυτή αποτελεί την πρώτη κυβερνοεπίθεση εναντίον ενός κράτους, που συνεχίστηκε, μάλιστα, επί τρεις εβδομάδες. Βασική αιτία θεωρήθηκε η απομάκρυνση του “Χάλκινου Στρατιώτη”, μνημείου υπέρ των πεσόντων σοβιετικών του Β' Παγκοσμίου πολέμου, από το κέντρο της εσθονικής πρωτεύουσας. Κατ' επέκταση, ευθύνες για την επίθεση αποδόθηκαν στο ρωσικό κράτος αλλά σχετική ανάμειξη δεν αποδείχτηκε ποτέ. Εν τέλει, τον Ιανουάριο του 2008, ένας νεαρός φοιτητής ρωσικής καταγωγής καταδικάστηκε με χρηματική ποινή 1100 Ευρώ από εσθονικό δικαστήριο ως υπεύθυνος της υπόθεσης. Στο μεταξύ, όμως, η έντονη αντίδραση της εσθονικής κυβέρνησης που κάλεσε τόσο την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και το ΝΑΤΟ να προχωρήσουν άμεσα σε λήψη μέτρων κατά του υπαρκτού κινδύνου της κυβερνοτρομοκρατίας, κινητοποίησε τα διεθνή αντανακλαστικά. Ενεργοποιήθηκε το κοινό Συμβούλιο Ασφάλειας και Άμυνας (SDA, Security and Defence Agenda) που εδρεύει στις Βρυξέλλες, στοχεύοντας στην ίδρυση μιας Αρχής Διαχείρισης της Κυβερνοάμυνας (CDMA, Cyber Defence Management Authority) που θα μελετά ικανοποιητικές λύσεις για την αντιμετώπιση της κυβερνοτρομοκρατίας, με τη συμμετοχή της ΕΕ, του ΝΑΤΟ, εκπροσώπων κρατών και μη κυβερνητικών οργανώσεων. Παράλληλα, μια ακόμα διεθνής πρωτοβουλία προέκυψε πρόσφατα από τη συνεργασία 26 κρατών, μεταξύ των οποίων οι Η.Π.Α., η Ρωσία, ο Καναδάς, η Αυστραλία και η Γαλλία, με την ονομασία “Διεθνής Πολυμερής Συνεργασία Ενάντια στην Κυβερνοτρομοκρατία” (International Multilateral Partnership Against Cyber Terrorism) και κεντρικό μήνυμα ότι “η απειλή είναι αληθινή”. Στον αντίποδα αυτών των δράσεων συναντούμε, εντούτοις, απόψεις ειδικών, όπως ο Διευθυντής του βρετανικού Κέντρου Προστασίας Εθνικών Υποδομών, Στήβεν Κάμινγκς, που αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερο σκεπτικισμό την κατάσταση. Σε πρόσφατο συνέδριο, ο Κάμινγκς πήρε σαφή θέση, χαρακτηρίζοντας την κυβερνοτρομοκρατία “μύθο”, υπογραμμίζοντας το ενδεχόμενο η διάδοση αυτού του μύθου να γεννήσει επικίνδυνες ιδέες και να “αφυπνίσει κοιμώμενους σκύλους”.

Μέχρι σήμερα, η μόνη περίπτωση που άγγιξε τα όρια της κυβερνοτρομοκρατίας είναι η ηλεκτρονική επίθεση κατά της Εσθονίας. Κι εδώ όμως αμφισβητείται αν η αδυναμία λήψης του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή πρόσβασης σε μια ψηφιακή υπηρεσία μπορεί να συγκριθεί με την έκρηξη μιας βόμβας σε φυσικό χώρο. Γι' αυτό, άλλωστε, υποστηρίζεται η άποψη ότι οι τρομοκράτες προτιμούν ακόμα να επιφέρουν ένα σοβαρό πλήγμα με παραδοσιακούς τρόπους παρά να ενοχλήσουν απλώς με μία εύκολα ενεργούμενη κυβερνοεπίθεση. Εντούτοις, η έλλειψη, προς το παρόν, ενδεικτικού παραδείγματος μιας ψηφιακά εκτελούμενης καταστροφής δεν μπορεί να αποκλείσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο στο μέλλον.

Ίσως πάλι δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία η απάντηση στο δίλημμα μεταξύ μύθου ή πραγματικότητας. Η πρόληψη ενός κινδύνου ως σκέψη και πρακτική είναι κατά βάση ωφέλιμη. Το ζητούμενο, όμως, αφορά την εξασφάλιση της επιθυμητής ισορροπίας κατά την λήψη των προληπτικών μέτρων. Η ετικέτα της τρομοκρατίας έχει ιδιαίτερη ικανότητα να δημιουργεί πανικό και αυτονόητα πρέπει να χρησιμοποιείται με φειδώ. Όταν, λοιπόν, προσδίδεται σε αβέβαιους κινδύνους και από άτομα που εκπροσωπούν Αρχές ή εκφράζουν την κρατική βούληση, δημιουργεί λάθος εντυπώσεις που εύκολα παρεξηγούνται και αντιμετωπίζονται με καχυποψία. Η αντίληψη ότι ο κυβερνοτρόμος είναι τεχνητός, προκειμένου να προσφέρει δικαιολογία στις κυβερνήσεις των κρατών να υιοθετήσουν νόμους που περιχαρακώνουν όλο και περισσότερο τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών, είναι πολύ διαδεδομένη, ίσως λόγω του γοητευτικά συνωμοσιολογικού χαρακτήρα της. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα παραμένει ίδιο: η σύγχρονη κοινωνία, που αγωνιά να ωριμάσει ψηφιακά, στέκεται αμήχανη μπροστά σε ψευτοδιλήμματα που εμποδίζουν την γνώση των πραγματικών κινδύνων και κατ' επέκταση την αποτελεσματική τους αντιμετώπιση.


ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Άρθρα και μελέτες στο διαδίκτυο:

http://www.terrorisme.net/pdf/2006_Thevenet.pdf

http://www.crime-research.org/library/Cyber-terrorism.htm

http://www.cs.georgetown.edu/~denning/infosec/cyberterror.html

http://www.ssrc.org/sept11/essays/denning.htm

http://www.businessroundtable.org/pdf/20060622002CyberReconFinal6106.pdf

http://gost.isi.edu/cctws/positions.html

Ηλεκτρονικός τύπος:

http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,dt=19.03.2003,id=18806312

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_2_22/09/2001_5283

http://news.bbc.co.uk/1/hi/technology/2850541.stm

http://news.zdnet.com/2100-1009_22-124765.html

http://www.spiegel.de/netzwelt/tech/0,1518,548086,00.html

http://www.zdnet.de/itmanager/kommentare/0,39023450,39191266,00.htm

http://www.zdnet.de/security/news/0,39029460,39188179,00.htm

http://www.guardian.co.uk/world/2007/may/17/topstories3.russia

http://www.australianit.news.com.au/story/0,24897,23739885-5013044,00.html

http://www.directionsmag.com/article.php?article_id=432&trv=1

Σχετική Βιβλιογραφία:

Cyber Warfare and Cyber Terrorism (Lech Janczewski/Andrew Colarik)
http://www.igi-pub.com/reference/details.asp?id=6718

Black Ice: The Invisible Threat of Cyber-Terrorism (Dan Verton)
http://www.amazon.com/Black-Ice-Invisible-Threat-Cyber-Terrorism/dp/0072227877

Terror on the Internet: The New Arena, the New Challenges (Gabriel Weimann)
http://www.amazon.com/Terror-Internet-New-Arena-Challenges/dp/1929223714/ref=pd_sim_b_4

Βλ. επίσης:

http://www.mpicc.de/ww/de/pub/forschung/forschungsarbeit/strafrecht/cyberterrorismus.htm

http://www.impact-alliance.org/

http://www.watsoninstitute.org/infopeace/index2.cfm


Δευτέρα 30 Ιουνίου 2008

ΤΟ ΣΟΥΗΔΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ

Η ψηφιακή εποχή εξέρχεται σταδιακά από τα άστατα χρόνια μιας επαναστατικής εφηβείας και καλείται να υπακούσει σε κανόνες και περιορισμούς, που επιβάλλονται στο πλαίσιο της οργανωμένης και ευνομούμενης Πολιτείας. Οι σύγχρονοι νομοθέτες αναζητούν τρόπους να δαμάσουν την πλήρη ελευθερία που προσφέρουν οι μοντέρνοι ηλεκτρονικοί τρόποι επικοινωνίας, με πιο αντιπροσωπευτικό μέσο το διαδίκτυο, προκειμένου να αντιμετωπίσουν φαινόμενα ασυδοσίας. Τα χρόνια που ακολούθησαν τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 σημαδεύονται ακόμα από τα ενισχυμένα αντανακλαστικά της πολιτειακής εξουσίας απέναντι στους κινδύνους της τρομοκρατίας. Εύκολα η πρόληψη μετατράπηκε σε αυθαίρετη κινδυνολογία και η ανέλεγκτη ηλεκτρονική εποχή των άναρχων δικτύων δαιμονοποιήθηκε και κατ’ επέκταση στοχοποιήθηκε. H σύγχρονη τάση «κυβερνοποίησης» των πάντων δεν άργησε να πλάσει και την κυβερνοτρομοκρατία, οι πτυχές της οποίας θα απασχολήσουν τη στήλη στο προσεχές τεύχος.

Με στόχο την αντιμετώπιση ενός μη ταυτοποιημένου «εχθρού», οι εθνικές νομοθεσίες κάμπτουν η μία μετά την άλλη την προστασία της ιδιωτικής ζωής των πολιτών τους, δημιουργώντας μια κοινωνία υπόπτων. Σε αρκετά κράτη, η ελευθερία έκφρασης, η άσκηση κριτικής και η πολιτική αμφισβήτηση, που βρίσκουν βήμα στον ψηφιακό κόσμο, π.χ. μέσα από ιστολόγια (blogs), διώκονται. Οι Η.Π.Α., η Κίνα, το Ιράν, η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία υιοθετώντας σχετικά μέτρα και νομικούς κανόνες έδωσαν το έναυσμα για την παρακολούθηση της ηλεκτρονικής ζωής. Το παράδειγμά τους ακολούθησε, πρόσφατα, η Σουηδία πρωτοστατώντας στον ευρωπαϊκό χώρο.

Στις 18 Ιουνίου 2008, το σουηδικό κοινοβούλιο υπερψήφισε με 143 ψήφους έναντι 138 και μία αποχή, έναν νέο νόμο που επιτρέπει τις παρακολουθήσεις των τηλεπικοινωνιών μεταξύ των οποίων και τον έλεγχο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Ειδικότερα, αναγνωρίζεται η δυνατότητα στην Υπηρεσία Στρατιωτικών Παρακολουθήσεων (Försvarets RadioAnstalt, FRA) να φιλτράρει κάθε είδους αλληλογραφία ή τηλεφωνικές κλήσεις με προέλευση ή προορισμό τη Σουηδία. Η απόφαση αυτή στηρίζεται σε λόγους εθνικής ασφάλειας και δεν θέτει ως προϋπόθεση την ύπαρξη εισαγγελικής εντολής ή δικαστικής έγκρισης. Οι υποστηρικτές της νέας νομοθετικής ρύθμισης, τη θεωρούν απαραίτητη για την αντιμετώπιση της τρομοκρατικής απειλής σε μια κοινωνία ψηφιοποιημένων υπηρεσιών όπου η υψηλή τεχνολογία αποτελεί όπλο για τον εν δυνάμει εχθρό.

Από την άλλη πλευρά, οι επικριτές του νέου νόμου, έσπευσαν να δηλώσουν την αντίθεσή τους στην παραβίαση της ιδιωτικότητας και των πολιτικών ελευθεριών, αναφερόμενοι σε καθεστώς «Μεγάλου Αδελφού» και μιλώντας για «lex Orwell» (από τον ομώνυμο συγγραφέα της προφητικής νουβέλας «1984»). Στην ίδια γραμμή συντάσσονται και μεγάλοι πάροχοι όπως η σουηδική εταιρία τηλεπικοινωνιών TeliaSonera και η Google, που χαρακτηρίζουν την πρωτοβουλία αυτή ως το ευρύτερο πλάνο ηλεκτρονικής παρακολούθησης στον ευρωπαϊκό χώρο. Κάποιες αλλαγές της τελευταίας στιγμής στο κείμενο της νομοθετικής πρότασης δε στάθηκαν αρκετές να εξομαλύνουν την κατάσταση. Για παράδειγμα, η ανάθεση του ελέγχου σε ανεξάρτητες αρχές, δεν αντισταθμίζει το γεγονός ότι όλες οι ιδιωτικές επικοινωνίες θα σαρώνονται και θα κρίνονται βάσει επιλεγμένων λέξεων-κλειδιών, ελέγχοντας το «επιλήψιμο» ή μη της καθημερινής συμπεριφοράς και έκφρασης των πολιτών. Δεδομένου ότι με τον ίδιο τρόπο θα ελέγχονται και οι εισερχόμενες επικοινωνίες, είναι προφανές το πρόβλημα επέκτασης της εμβέλειας παρακολούθησης και στα επικοινωνιακά δεδομένα πολιτών, που προέρχονται από άλλες χώρες, με προορισμό τη Σουηδία. Εντέλει η ρύθμιση φαίνεται να ξεπερνάει τα εθνικά όρια εφόσον άπτεται και υπερσυνοριακών επικοινωνιών, η διαδρομή των οποίων, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν ελέγχεται καν από το χρήστη, όπως συμβαίνει κατά την περιήγηση στον Παγκόσμιο Ιστό.

Ενώ αυτά συμβαίνουν σε ένα κράτος με υψηλό δείκτη διείσδυσης των ψηφιακών υπηρεσιών, η χώρα μας, που βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις ψηφιακής ετοιμότητας στην Ε.Ε., παρουσιάζει πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα στην πρόσφατη κοινοτική δημοσκόπηση «Ευρωβαρόμετρο». Σύμφωνα με τα δεδομένα της έρευνας, το 42,3% των Ελλήνων δεν επιθυμούν να παρακολουθούνται οι τηλεφωνικές συνδιαλέξεις στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της διεθνούς τρομοκρατίας και το 36,4% θα το δεχόταν μόνο υπό δικαστικές εγγυήσεις. Όσον αφορά την παρακολούθηση των χρηστών διαδικτύου για τον ίδιο λόγο, το 43,8% απαντά «όχι» και το 32,9% «ναι, με τη συνδρομή δικαστικών εγγυήσεων». Η ελληνική κοινή γνώμη εμφανίζεται, λοιπόν, ιδιαίτερα επιφυλακτική απέναντι στην ανεξέλεγκτη διεισδυτική πολιτική παρακολούθησης της ιδιωτικής ζωής, ηλεκτρονικής και μη. Ωστόσο, απομένει να αποδειχθεί αν η ευαισθησίες των πολιτών αρκούν για να αναχαιτίσουν τη γενικευμένη προσπάθεια επιτήρησης του ψηφιακού κόσμου με το πρόσχημα της εθνικής ασφάλειας.

ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Το κείμενο του νόμου (σουηδική γλώσσα):

http://www.regeringen.se/content/1/c6/07/83/67/2ee1ba0a.pdf

Ηλεκτρονικός τύπος:

http://www.thelocal.se/12334/20080610

http://www.iht.com/articles/2008/06/19/technology/sweden.php

http://www.theregister.co.uk/2008/06/04/sweden_wiretap_bill

http://news.yahoo.com/s/ap/20080619/ap_on_hi_te/sweden_e_mail_spying

Βλ. επίσης:

http://www.eff.org/deeplinks/2008/06/sweden-and-borders-surveillance-state

http://www.fra.se/english.shtml

http://ec.europa.eu/public_opinion/index_en.htm

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2008

ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ (ΙΙ)

Η γενικότερη προβληματική αναφορικά με την πορνογραφία ανηλίκων όπως εκδηλώνεται στο πεδίο του διαδικτύου παρουσιάστηκε μέσα στο προηγούμενο έτος από τη στήλη, καλύπτοντας τόσο τη φαινομενολογία όσο και τους τρόπους νομοθετικής αντιμετώπισης σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Τη στιγμή που από τη θέση αυτή θίγονταν οι αδυναμίες των σχετικών εθνικών διατάξεων, ο Έλληνας νομοθέτης επεξεργαζόταν ήδη ένα νόμο που, μεταξύ άλλων, θα επέφερε τις επιθυμητές τροποποιήσεις στο άρθρο 348Α του Ποινικού Κώδικα για την «Πορνογραφία Ανηλίκων». Ο εν λόγω νόμος υπ’ αριθμ. 3625, που δημοσιεύτηκε τελικά στις 24 Δεκεμβρίου 2007, κύρωσε το Προαιρετικό Πρωτόκολλο στη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και παιδική πορνογραφία και αντικατέστησε το άρθρο 348Α ΠΚ ως εξής:


«Πορνογραφία ανηλίκων»
1. Όποιος με πρόθεση παράγει, διανέμει, δημοσιεύει,
επιδεικνύει, εισάγει στην Επικράτεια ή εξάγει από αυτήν,
μεταφέρει, προσφέρει, πωλεί ή με άλλον τρόπο διαθέτει,
αγοράζει, προμηθεύεται, αποκτά ή κατέχει υλικό παιδικής
πορνογραφίας ή διαδίδει ή μεταδίδει πληροφορίες σχετικά
με την τέλεση των παραπάνω πράξεων, τιμωρείται με
φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή δέκα
χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ.
2. Όποιος με πρόθεση παράγει, προσφέρει, πωλεί ή με
οποιονδήποτε τρόπο διαθέτει, διανέμει, διαβιβάζει,
αγοράζει, προμηθεύεται ή κατέχει υλικό παιδικής
πορνογραφίας ή διαδίδει πληροφορίες σχετικά με την
τέλεση των παραπάνω πράξεων δια συστήματος
ηλεκτρονικού υπολογιστή ή με τη χρήση διαδικτύου,
τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και
χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως τριακοσίων
χιλιάδων ευρώ.
3. Υλικό παιδικής πορνογραφίας, κατά την έννοια
των προηγούμενων παραγράφων, συνιστά η αναπαράσταση
ή η πραγματική ή εικονική αποτύπωση σε ηλεκτρονικό
ή άλλο υλικό φορέα του σώματος ή μέρους του σώματος
ανηλίκου, κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια
διέγερση, καθώς και πραγματικής ή εικονικής ασελγούς
πράξης που διενεργείται από ή με ανήλικο.
4. Οι πράξεις της πρώτης και δεύτερης παραγράφου
τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και
χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων
ευρώ:
α) αν τελέσθηκαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια
β) αν η παραγωγή του υλικού της παιδικής πορνογραφίας
συνδέεται με την εκμετάλλευση της ανάγκης, της ψυχικής
ή της διανοητικής ασθένειας ή σωματικής δυσλειτουργίας
λόγω οργανικής νόσου ανηλίκου ή με την άσκηση ή απειλή
χρήσης βίας ανηλίκου ή με τη χρησιμοποίηση ανηλίκου
που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο έτος. Αν η πράξη της
περίπτωσης β’ είχε ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική
βλάβη του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον
δέκα ετών και χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων έως
πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ αν δε αυτή είχε ως αποτέλεσμα
το θάνατο, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη.

Η πρώτη διάταξη για την αντιμετώπιση της παιδικής πορνογραφίας εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα με το νόμο 3064/2002 και περιείχε ως προϋπόθεση της αξιόποινης πράξης την κερδοσκοπία. Με την πρόσφατη τροποποίηση, ο όρος αυτός εξαλείφεται επιτρέποντας πλέον την τιμώρηση του δράστη ακόμη και όταν δεν αποσκοπεί στην αποκόμιση κέρδους. Ο κερδοσκοπικός παράγοντας διατηρείται ωστόσο ως ιδιαίτερα επιβαρυντική περίσταση. Βασικό πρόβλημα που έχει σχολιαστεί ήδη στη στήλη (e-πίκαιρα, ΕΕΕυρΔ 3:2007) αποτελεί η ποινικοποίηση της απλής κατοχής πορνογραφικού υλικού με ανήλικους, η οποία εφόσον δεν συνδυάζεται με την κερδοσκοπία, οδηγεί σε ανησυχητική διεύρυνση του αξιοποίνου.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η προσθήκη της δεύτερης παραγράφου με την οποία εισάγεται μια διακεκριμένη μορφή του εγκλήματος όταν οι πράξεις παραγωγής, διάθεσης, κατοχής κλπ. γίνονται μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή διαδικτύου. Στην περίπτωση αυτή, ο νομοθέτης όρισε αυστηρότερο όριο ποινής (φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών) ακολουθώντας, μάλλον, την κοινωνική απαίτηση για πάταξη της εύκολης διακίνησης υλικού παιδικής πορνογραφίας με τη χρήση νέων τεχνολογικών δυνατοτήτων όπως το διαδίκτυο. Κι εδώ όμως, η ευρύτητα της ρύθμισης δεν μπορεί να παραβλεφθεί, ειδικά όσον αφορά την απλή κατοχή. Ενδεικτικό παράδειγμα μπορεί να αποτελέσει η κατοχή φωτογραφιών παιδικής πορνογραφίας σε ψηφιακή μορφή (π.χ. στο σκληρό δίσκο Η/Υ), που απειλείται με υψηλότερο όριο ποινής από την κατοχή τους σε εκτυπωμένη μορφή. Με άλλα λόγια θα μπορούσε κάποιος να μειώσει την απαξία της πράξης του απλά εκτυπώνοντας τις ίδιες εικόνες αντί να τις διατηρήσει ψηφιακά. Άλλωστε, η ανεπιθύμητη τυχαία θέαση είναι σαφώς ευκολότερη για το έντυπο παρά για το ψηφιακό υλικό. Το παράδειγμα, φυσικά, δεν αφορά τη διακίνηση παιδοφιλικού υλικού μέσω διαδικτύου, η οποία στηρίζεται στην εύκολη μεταφορά ψηφιακών αρχείων. Θα ήταν σφάλμα, όμως, να ταυτίσουμε αναγκαστικά την κατοχή με την διακίνηση όπως και την ύπαρξη συστήματος Η/Υ με την πρόσβαση στο διαδίκτυο.

Επιπλέον, ερμηνευτικό ζήτημα προκύπτει όσον αφορά την έννοια του υλικού παιδικής πορνογραφίας και ειδικά της φράσης "προδήλως προκαλεί γεννετήσια διέγερση". Η σχετική ασάφεια της διατύπωσης στο σημείο αυτό προσφέρει και τη μοναδική δυνατότητα στον εφαρμοστή του δικαίου να αποκλείσει από τη σφαίρα του αδίκου κάποιες περιπτώσεις που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσαν τυπικά να θεωρηθούν παιδική πορνογραφία. Για παράδειγμα, οι γονείς που δημοσιεύουν σε ένα διαδικτυακό φωτογραφικό άλμπουμ των διακοπών τους, μεταξύ άλλων, μια εικόνα του ανήλικου παιδιού τους να παίζει γυμνό στην παραλία, θα ήταν ανορθόδοξο να θεωρηθούν αξιόποινοι για διανομή παιδοφιλικού υλικού επειδή κάποιο νοσηρό μυαλό θα διεγειρόταν σεξουαλικά βλέποντας αυτή την εικόνα.

Παρά την τροποποίηση του σχετικού νομοθετικού πλαισίου, με τις όποιες βελτιώσεις και ατέλειες, οι διωκτικές δυνατότητες των αρμόδιων αρχών παραμένουν ακόμη περιορισμένες. Το θέμα αυτό έλαβε δημοσιότητα στις αρχές του 2008 όταν ο προϊστάμενος του Τμήματος Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος έθιξε ενώπιον της Επιτροπής Έρευνας και Τεχνολογίας της Βουλής το πρόβλημα της μη άρσης του τηλεπικοινωνιακού απορρήτου για τις υποθέσεις παιδικής πορνογραφίας που ερευνώνται στον Κυβερνοχώρο. Πράγματι, η πορνογραφία ανηλίκων δεν ανήκει στην κατηγορία εγκλημάτων για τα οποία προβλέπεται η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών για την εξιχνίασή τους, βάσει του νόμου 2225/94. Κατά συνέπεια, όλη η έρευνα των διωκτικών αρχών φτάνει μέχρι την ανεύρεση της διαδικτυακής ταυτότητας (IP-address) ενός χρήστη. Η περαιτέρω αντιστοίχισή της με την πραγματική του ταυτότητα απαιτεί την αποκάλυψη απαραίτητων στοιχείων από τους παροχείς υπηρεσιών διαδικτύου και εμποδίζεται από την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, το Υπουργείο Δικαιοσύνης έσπευσε να ανακοινώσει την προπαρασκευή της απαιτούμενης τροποποίησης του νομικού πλαισίου ως προς την άρση του απορρήτου προκειμένου να διερευνώνται πιο αποτελεσματικά τα εγκλήματα παιδικής πορνογραφίας.

Εντέλει, κάθε πρωτοβουλία για την αντιμετώπιση νοσηρών φαινομένων όπως η κακοποίηση ανηλίκων και η εκμετάλλευση της παιδικής αθωότητας πρέπει να προκρίνεται. Ωστόσο, ο νομοθέτης οφείλει να λαμβάνει εξίσου σοβαρά υπόψη του τα δικαιώματα των πολιτών στην ιδιωτικότητα και στην ανεμπόδιστη συμμετοχή τους στη σύγχρονη Κοινωνία της Πληροφορίας, δίχως να παρασύρεται σε υπερβολικές ρυθμίσεις μετά από έντονες αντιδράσεις και δηλώσεις εντυπωσιασμού.

ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Ανακοίνωση του Υπουργείου Δικαιοσύνης:

http://www.ministryofjustice.gr/modules.php?op=modload&name=News&file=article&sid=1018

Ηλεκτρονικός τύπος:

http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11424&subid=2&pubid=358608#

http://www.tanea.gr/Article.aspx?d=20080123&nid=7255161

http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=4775&subid=2&tag=3606&pubid=753196#

http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=866295&lngDtrID=252

Βλ. επίσης:

http://news.contra.gr/Internet/Hellas/184611.html

http://www.greekinsight.com/show_art_el.asp?id=4831&cat_name=
%CE%9A%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2007

IPRED 2: ΠΡΟΤΑΣΗ ΝΕΑΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ

Εισαγωγικά

Την τελευταία πενταετία εκδηλώνεται στον ευρωπαϊκό, κυρίως, χώρο ένα δυναμικό κίνημα αμφισβήτησης των πνευματικών δικαιωμάτων αλλά και της «πνευματικής ιδιοκτησίας» ως έννοιας. Με αφορμή την προσπάθεια νομοθετικής κατοχύρωσης των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας λογισμικού σε κοινοτικό επίπεδο, εντός του 2004, οι σχετικές ακτιβιστικές οργανώσεις απέκτησαν πρωτοφανή συσπείρωση πετυχαίνοντας, τελικά, την ματαίωση της Οδηγίας «περί πατεντών λογισμικού» (όπως μνημονεύεται πια, βλ. αναλυτικά e-πίκαιρα, ΕΕΕυρΔ 4:2004). Τον Απρίλιο του ίδιου έτους, όμως, υιοθετήθηκε, παρά τις όποιες αντιδράσεις, η πρώτη κοινοτική Οδηγία για την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας εν γένει, γνωστότερη με την συντομογραφική ονομασία «IPRED» (Intellectual PRoperty Enforcement Directive). Με την Οδηγία 2004/48/ΕΚ αναγνωριζόταν, λοιπόν, αναμενόμενα, η προστασία των εν λόγω δικαιωμάτων με μέτρα πολιτικού και διοικητικού χαρακτήρα. Πριν προλάβουν, ωστόσο, να κοπάσουν οι αντίθετες φωνές και σχεδόν πριν την ενσωμάτωση των σχετικών κοινοτικών διατάξεων στο εθνικό δίκαιο των κρατών-μελών, η Επιτροπή επανήλθε με νέα πρόταση Οδηγίας «σχετικά με τη θέσπιση ποινικών μέτρων για την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας», μόλις στις 25 Απριλίου 2007. Με την κωδική ονομασία «IPRED 2» ως στόχο, οι αντιδράσεις πλέον πέρασαν από τους ακτιβιστές σε Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, ερευνητικά Ινστιτούτα, οργανώσεις βιβλιοθηκών, ενώσεις καταναλωτών κλπ., καθώς η νέα πρόταση της Επιτροπής καθιστά προφανή την αποφασιστική στόχευση της κοινοτικής πολιτικής προς επιλογές υπέρ της αναγνώρισης και αυξημένης προστασίας των δικαιωμάτων που απορρέουν από την διανοητική δημιουργία.

Νομοτεχνικά

Πριν εξετάσουμε το περιεχόμενο της πρότασης, αξίζει να αναφερθούμε στη νομοτεχνική της υπόσταση που εγείρει επίσης αρκετή κριτική. Το εμφανές πρόβλημα εστιάζεται στην επιδίωξη εναρμόνισης ποινικών διατάξεων των κρατών-μελών με τη χρήση ενός νομικού εργαλείου πέραν του καλούμενου «τρίτου πυλώνα» και της κοινής πολιτικής στο χώρο της ασφάλειας και της δικαιοσύνης. Πρέπει να ειπωθεί μάλιστα ότι η αρχική πρόβλεψη αφορούσε πρόταση Απόφασης-Πλαισίου, που μετατράπηκε τελικά σε πρόταση Οδηγίας, με αιτιολογικό κριτήριο την απόφαση του Δ.Ε.Κ. της 13.9.2005 (C-176/03 Επιτροπή κατά Συμβουλίου). Με την πρόσφατη αυτή απόφαση, που αφορούσε τη δυνατότητα εναρμόνισης ποινικών διατάξεων αναφορικά με την προστασία του περιβάλλοντος, το Δικαστήριο έκρινε ότι «κάθε ποινική εναρμόνιση εμπίπτει στην κοινοτική αρμοδιότητα όταν κρίνεται αναγκαία για την αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου». Το ίδιο σκεπτικό ενσωματώνεται και στην αιτιολογική έκθεση της προτεινόμενης Οδηγίας, όπου συμπληρωματικά αναφέρονται, μεταξύ άλλων, η συμβολή του Διαδικτύου στη διανομή των πειρατικών προϊόντων, η οικονομική αντίστιξη πειρατείας-εμπορίου ναρκωτικών και η διαπίστωση ότι τα υψηλά δυνητικά κέρδη εξασφαλίζονται χωρίς κίνδυνο σημαντικών νομικών κυρώσεων. Εντούτοις, η πρωτοβουλία αυτή εκλήφθηκε ως ανεπίτρεπτη προσπάθεια επέμβασης στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών-μελών προκαλώντας πολύπλευρη αποδοκιμασία. Ενδεικτικές είναι οι αντιδράσεις τόσο του Ολλανδικού Κοινοβουλίου, όσο και του Ινστιτούτου Max Planck, που αμφισβητούν την αναγκαιότητα της επιδιωκόμενης ποινικής εναρμόνισης για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και επιμένουν στην διαφορετική αντιμετώπιση της πειρατείας από την προστασία του περιβάλλοντος, την οποία αφορά η απόφαση του Δ.Ε.Κ..

Ερμηνευτικά

Πέρα από το ζήτημα της κοινοτικής αρμοδιότητας, που καλλιεργεί ήδη ενδιαφέρουσα επιστημονική συζήτηση μεταξύ των θεωρητικών του ευρωπαϊκού δικαίου, δριμεία κριτική συγκεντρώνει το περιεχόμενο της πρότασης αυτό καθαυτό. Καταρχήν, το κείμενο που δόθηκε για «πρώτη ανάγνωση» περιείχε προβλέψεις ποινικοποίησης και για παραβίαση πατεντών λογισμικού, γεγονός που κινητοποίησε σύσσωμη την ψηφιακή κοινότητα, με αποτέλεσμα να ζητηθεί η εξαίρεση των επίμαχων διατάξεων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ειδική πρόβλεψη θέλησαν, επίσης, οι ευρωβουλευτές ώστε η αναπαραγωγή προστατευόμενου έργου για δημοσιογραφικούς λόγους (κριτική, σχολιασμός, μετάδοση ειδήσεων) να μη συνιστά ποινικό αδίκημα. Το ίδιο ζητήθηκε και για τις περιπτώσεις πειρατείας που προορίζεται για προσωπική, μη κερδοσκοπική χρήση. Κατά τα λοιπά η πρόταση ψηφίστηκε ως είχε με 374 ψήφους υπέρ έναντι 278 κατά, περιμένοντας πια την έγκριση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Ακόμα και μετά την σχετική αποσαφήνιση της πρότασης με τις παρεμβάσεις του Κοινοβουλίου, το κείμενο διατηρεί αμφιλεγόμενα σημεία που συντηρούν τις κριτικές αντιδράσεις. Το κομβικό άρθρο 3 της υπό έγκριση Οδηγίας χαρακτηρίζει ως «ποινικό αδίκημα κάθε εκ προθέσεως προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας που διαπράττεται σε εμπορική κλίμακα, καθώς και την απόπειρα προσβολής, τη συνέργεια και την ηθική αυτουργία σε τέτοια παράβαση». Η παραπάνω διατύπωση θεωρείται ιδιαίτερα ασαφής όσον αφορά τον όρο «εμπορική κλίμακα» και εκφράζονται, όχι αδικαιολόγητα, φόβοι ότι με την θαμπή φρασεολογία επιχειρείται η ένταξη στο αξιόποινο και των ιδιωτών που, χωρίς κερδοσκοπικές βλέψεις, απλά θίγουν τα εμπορικά συμφέροντα της κινηματογραφικής και μουσικής βιομηχανίας. Περαιτέρω, προβληματίζει ιδιαίτερα η διεύρυνση του αξιοποίνου στην απόπειρα ενώ πίσω από τους δυνητικούς συνεργούς και τους ηθικούς αυτουργούς εύκολα μπορεί να ιδωθεί η στοχοποίηση των παροχέων φιλοξενίας διαδικτυακού περιεχομένου ή και των προγραμματιστών που αναπτύσσουν λογισμικό ανταλλαγής αρχείων. Με τον τρόπο αυτό ναρκοθετείται σίγουρα ο ψηφιακός κόσμος όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, αφού οι πιο δημοφιλείς ιστοτόποι (ενδεικτικό παράδειγμα το YouTube) αλλά και πλατφόρμες φιλοξενίας των πολύ διαδεδομένων μπλογκς θα κληθούν να αναλάβουν τις ευθύνες τους.

Οι επικριτές της πρότασης σπεύδουν να συνδυάσουν με την ανωτέρω προβληματική την πρόβλεψη των κυρώσεων μιλώντας για εξοντωτικές ποινές. Εντούτοις, στο σημείο αυτό, πρέπει να διευκρινιστεί πως δεν προτείνονται ελάχιστες ή μέγιστες ποινές (στο επίμαχο τμήμα η ελληνική μετάφραση είναι εσφαλμένη), αλλά τίθενται ελάχιστες τιμές στα ανώτατα όρια των ποινών. Πιο απλά, στην Ελλάδα το ανώτατο όριο φυλάκισης είναι ήδη τα 5 έτη και σύμφωνα με το άρθρο 5 της πρότασης, αυτό το όριο-«οροφή» δεν θα έπρεπε να είναι κάτω από 4 έτη. Από εκεί και πέρα καλείται ο εθνικός νομοθέτης να υιοθετήσει το τελικό πλαίσιο και ο εθνικός δικαστής να επιβάλει την ποινή ανάλογα με την βαρύτητα της πράξης μέσα στο πλαίσιο αυτό. Σίγουρα, όμως, έστω και η απλή απαρίθμηση των κυρώσεων που αφορούν μεγάλες χρηματικές ποινές, κλείσιμο επιχειρήσεων, δήμευση κλπ. αρκεί για να προκαλέσει την έντονη δυσφορία των ενδιαφερομένων που νοιώθουν για πρώτη φορά την προσωπική τους ελευθερία να απειλείται με κοινοτική πρωτοβουλία, η οποία παρακάμπτει την εθνική δικαιοδοσία.

Σε επίπεδο κίνησης της ποινικής διαδικασίας, απαιτείται με το προτεινόμενο άρθρο 8 η εξασφάλιση της αυτεπάγγελτης δίωξης. Με τον τρόπο αυτό, βέβαια, απαλλάσσονται οι φορείς διαχείρισης των πνευματικών δικαιωμάτων από τα έξοδα των ιδιωτικών ερευνών και της προάσπισης των συμφερόντων τους ενώ παράλληλα τους χορηγείται ρητά το δικαίωμα συμμετοχής σε κοινές ομάδες έρευνας (άρθρο 7) εφόσον το επιθυμούν. Κυρίως, όμως, αναιρείται η δυνατότητα συμβιβαστικών λύσεων που μέχρι σήμερα αποτελούσαν τον κανόνα στις υποθέσεις ψηφιακής πειρατείας.

Συμπερασματικά

Με την πρόταση της Οδηγίας IPRED 2, που οδεύει προς την τελική υιοθέτησή της, φαίνεται να ανοίγει καταρχήν ο δρόμος για τις άμεσες κοινοτικές επεμβάσεις στο ποινικό δίκαιο των κρατών-μελών. Ως προς τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται ένα βήμα πριν την πλήρη εξασφάλισή τους σε κοινοτικό επίπεδο. Αναμφισβήτητα, η εξέλιξη αυτή θωρακίζει μεν, νομικά, τα συμφέροντα των πνευματικών δημιουργών και των εκπροσώπων τους, αλλά διαταράσσει την εύθραυστη ισορροπία μεταξύ ασφάλειας των δικαιωμάτων της μιας πλευράς και ελευθερίας -κυρίως ψηφιακής- των πολιτών/καταναλωτών. Το ίδιο αναπάντητο δίλημμα μας προβλημάτισε πρόσφατα στη στήλη μέσα από το αφιέρωμα στην ψηφιακή πειρατεία (e-πίκαιρα, ΕΕΕυρΔ 2:2007). Λίγους μήνες μετά, το μόνο που άλλαξε είναι η προφανής διαπίστωση ότι ο κοινοτικός νομοθέτης τάσσεται σαφέστερα στο πλευρό της ισχυρής ψυχαγωγικής βιομηχανίας. Ωστόσο, θα ήταν μάλλον αφελής η προσδοκία εξασφάλισης της νομοταγούς συμπεριφοράς των δικτυοπολιτών μέσω της αυστηροποίησης του νόμου. Στη σύγχρονη Κοινωνία της Πληροφορίας, ο σεβασμός προς τα δικαιώματα των δημιουργών οφείλει να κερδηθεί και όχι να απαιτείται. Όσο θα περιχαρακώνεται η ψηφιακή ελευθερία τόσο θα διογκώνεται το αντιδραστικό ρεύμα και θα εφευρίσκονται νέες διέξοδοι παραβίασης των πνευματικών δικαιωμάτων. Η αλλαγή τακτικής και η επένδυση στην εκπαίδευση του πολίτη-καταναλωτή-χρήστη επιβάλλεται προκειμένου οι «κουρσάροι» του διαδικτύου και οι δημιουργοί να συνυπάρχουν αλληλεπιδρώντας άμεσα, χωρίς διαμεσολαβητές και να συμπλέουν παραγωγικά στην «κυβερνοθάλασσα».

ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Το κείμενο της προτεινόμενης Οδηγίας:

http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2006:0168:
FIN:EL:PDF

Η νομοθετική πορεία της πρότασης:

http://www.europarl.europa.eu/oeil/file.jsp?id=5263692

Ανακοίνωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου:

http://www.europarl.europa.eu/sides/getDoc.do?language=EL&type=IM-
PRESS&reference=20070420IPR05539

Ψήφισμα του Ολλανδικού Κοινοβουλίου:

http://europapoort.eerstekamer.nl/9310000/1/j9tvgajcovz8izf_j9vvgbwoimqf9iv/
vg7slw5im1tl?key=vhc0fvdga1qw

Max Planck Institut:

http://www.ip.mpg.de/shared/data/pdf/
directive_of_the_european_parliament_and_of_the_council_on_criminal_measures_
aimed_at_ensuring_the_enforcement_of_intellectual_property_rights.pdf

Law Society of England and Wales:

http://www.lawsociety.org.uk/secure/file/157008/e:/teamsite-deployed/documents/
templatedata/Internet%20Documents/Non-government%20proposals/Documents/
ipcriminalsanctions
310806.pdf

Κριτική της πρότασης:

http://action.ffii.org/ipred2

http://www.copycrime.eu

http://www.digitalrights.gr/tiki/tiki-index.php?page=IPRED2

Βλ. επίσης:

http://www.unwatched.org/node/459

http://www.fipr.org/copyright/ipred2.html

http://www.gnu.org/philosophy/not-ipr.html