Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2008

ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ (ΙΙ)

Η γενικότερη προβληματική αναφορικά με την πορνογραφία ανηλίκων όπως εκδηλώνεται στο πεδίο του διαδικτύου παρουσιάστηκε μέσα στο προηγούμενο έτος από τη στήλη, καλύπτοντας τόσο τη φαινομενολογία όσο και τους τρόπους νομοθετικής αντιμετώπισης σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Τη στιγμή που από τη θέση αυτή θίγονταν οι αδυναμίες των σχετικών εθνικών διατάξεων, ο Έλληνας νομοθέτης επεξεργαζόταν ήδη ένα νόμο που, μεταξύ άλλων, θα επέφερε τις επιθυμητές τροποποιήσεις στο άρθρο 348Α του Ποινικού Κώδικα για την «Πορνογραφία Ανηλίκων». Ο εν λόγω νόμος υπ’ αριθμ. 3625, που δημοσιεύτηκε τελικά στις 24 Δεκεμβρίου 2007, κύρωσε το Προαιρετικό Πρωτόκολλο στη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και παιδική πορνογραφία και αντικατέστησε το άρθρο 348Α ΠΚ ως εξής:


«Πορνογραφία ανηλίκων»
1. Όποιος με πρόθεση παράγει, διανέμει, δημοσιεύει,
επιδεικνύει, εισάγει στην Επικράτεια ή εξάγει από αυτήν,
μεταφέρει, προσφέρει, πωλεί ή με άλλον τρόπο διαθέτει,
αγοράζει, προμηθεύεται, αποκτά ή κατέχει υλικό παιδικής
πορνογραφίας ή διαδίδει ή μεταδίδει πληροφορίες σχετικά
με την τέλεση των παραπάνω πράξεων, τιμωρείται με
φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή δέκα
χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ.
2. Όποιος με πρόθεση παράγει, προσφέρει, πωλεί ή με
οποιονδήποτε τρόπο διαθέτει, διανέμει, διαβιβάζει,
αγοράζει, προμηθεύεται ή κατέχει υλικό παιδικής
πορνογραφίας ή διαδίδει πληροφορίες σχετικά με την
τέλεση των παραπάνω πράξεων δια συστήματος
ηλεκτρονικού υπολογιστή ή με τη χρήση διαδικτύου,
τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και
χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως τριακοσίων
χιλιάδων ευρώ.
3. Υλικό παιδικής πορνογραφίας, κατά την έννοια
των προηγούμενων παραγράφων, συνιστά η αναπαράσταση
ή η πραγματική ή εικονική αποτύπωση σε ηλεκτρονικό
ή άλλο υλικό φορέα του σώματος ή μέρους του σώματος
ανηλίκου, κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια
διέγερση, καθώς και πραγματικής ή εικονικής ασελγούς
πράξης που διενεργείται από ή με ανήλικο.
4. Οι πράξεις της πρώτης και δεύτερης παραγράφου
τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και
χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων
ευρώ:
α) αν τελέσθηκαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια
β) αν η παραγωγή του υλικού της παιδικής πορνογραφίας
συνδέεται με την εκμετάλλευση της ανάγκης, της ψυχικής
ή της διανοητικής ασθένειας ή σωματικής δυσλειτουργίας
λόγω οργανικής νόσου ανηλίκου ή με την άσκηση ή απειλή
χρήσης βίας ανηλίκου ή με τη χρησιμοποίηση ανηλίκου
που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο έτος. Αν η πράξη της
περίπτωσης β’ είχε ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική
βλάβη του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον
δέκα ετών και χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων έως
πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ αν δε αυτή είχε ως αποτέλεσμα
το θάνατο, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη.

Η πρώτη διάταξη για την αντιμετώπιση της παιδικής πορνογραφίας εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα με το νόμο 3064/2002 και περιείχε ως προϋπόθεση της αξιόποινης πράξης την κερδοσκοπία. Με την πρόσφατη τροποποίηση, ο όρος αυτός εξαλείφεται επιτρέποντας πλέον την τιμώρηση του δράστη ακόμη και όταν δεν αποσκοπεί στην αποκόμιση κέρδους. Ο κερδοσκοπικός παράγοντας διατηρείται ωστόσο ως ιδιαίτερα επιβαρυντική περίσταση. Βασικό πρόβλημα που έχει σχολιαστεί ήδη στη στήλη (e-πίκαιρα, ΕΕΕυρΔ 3:2007) αποτελεί η ποινικοποίηση της απλής κατοχής πορνογραφικού υλικού με ανήλικους, η οποία εφόσον δεν συνδυάζεται με την κερδοσκοπία, οδηγεί σε ανησυχητική διεύρυνση του αξιοποίνου.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η προσθήκη της δεύτερης παραγράφου με την οποία εισάγεται μια διακεκριμένη μορφή του εγκλήματος όταν οι πράξεις παραγωγής, διάθεσης, κατοχής κλπ. γίνονται μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή διαδικτύου. Στην περίπτωση αυτή, ο νομοθέτης όρισε αυστηρότερο όριο ποινής (φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών) ακολουθώντας, μάλλον, την κοινωνική απαίτηση για πάταξη της εύκολης διακίνησης υλικού παιδικής πορνογραφίας με τη χρήση νέων τεχνολογικών δυνατοτήτων όπως το διαδίκτυο. Κι εδώ όμως, η ευρύτητα της ρύθμισης δεν μπορεί να παραβλεφθεί, ειδικά όσον αφορά την απλή κατοχή. Ενδεικτικό παράδειγμα μπορεί να αποτελέσει η κατοχή φωτογραφιών παιδικής πορνογραφίας σε ψηφιακή μορφή (π.χ. στο σκληρό δίσκο Η/Υ), που απειλείται με υψηλότερο όριο ποινής από την κατοχή τους σε εκτυπωμένη μορφή. Με άλλα λόγια θα μπορούσε κάποιος να μειώσει την απαξία της πράξης του απλά εκτυπώνοντας τις ίδιες εικόνες αντί να τις διατηρήσει ψηφιακά. Άλλωστε, η ανεπιθύμητη τυχαία θέαση είναι σαφώς ευκολότερη για το έντυπο παρά για το ψηφιακό υλικό. Το παράδειγμα, φυσικά, δεν αφορά τη διακίνηση παιδοφιλικού υλικού μέσω διαδικτύου, η οποία στηρίζεται στην εύκολη μεταφορά ψηφιακών αρχείων. Θα ήταν σφάλμα, όμως, να ταυτίσουμε αναγκαστικά την κατοχή με την διακίνηση όπως και την ύπαρξη συστήματος Η/Υ με την πρόσβαση στο διαδίκτυο.

Επιπλέον, ερμηνευτικό ζήτημα προκύπτει όσον αφορά την έννοια του υλικού παιδικής πορνογραφίας και ειδικά της φράσης "προδήλως προκαλεί γεννετήσια διέγερση". Η σχετική ασάφεια της διατύπωσης στο σημείο αυτό προσφέρει και τη μοναδική δυνατότητα στον εφαρμοστή του δικαίου να αποκλείσει από τη σφαίρα του αδίκου κάποιες περιπτώσεις που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσαν τυπικά να θεωρηθούν παιδική πορνογραφία. Για παράδειγμα, οι γονείς που δημοσιεύουν σε ένα διαδικτυακό φωτογραφικό άλμπουμ των διακοπών τους, μεταξύ άλλων, μια εικόνα του ανήλικου παιδιού τους να παίζει γυμνό στην παραλία, θα ήταν ανορθόδοξο να θεωρηθούν αξιόποινοι για διανομή παιδοφιλικού υλικού επειδή κάποιο νοσηρό μυαλό θα διεγειρόταν σεξουαλικά βλέποντας αυτή την εικόνα.

Παρά την τροποποίηση του σχετικού νομοθετικού πλαισίου, με τις όποιες βελτιώσεις και ατέλειες, οι διωκτικές δυνατότητες των αρμόδιων αρχών παραμένουν ακόμη περιορισμένες. Το θέμα αυτό έλαβε δημοσιότητα στις αρχές του 2008 όταν ο προϊστάμενος του Τμήματος Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος έθιξε ενώπιον της Επιτροπής Έρευνας και Τεχνολογίας της Βουλής το πρόβλημα της μη άρσης του τηλεπικοινωνιακού απορρήτου για τις υποθέσεις παιδικής πορνογραφίας που ερευνώνται στον Κυβερνοχώρο. Πράγματι, η πορνογραφία ανηλίκων δεν ανήκει στην κατηγορία εγκλημάτων για τα οποία προβλέπεται η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών για την εξιχνίασή τους, βάσει του νόμου 2225/94. Κατά συνέπεια, όλη η έρευνα των διωκτικών αρχών φτάνει μέχρι την ανεύρεση της διαδικτυακής ταυτότητας (IP-address) ενός χρήστη. Η περαιτέρω αντιστοίχισή της με την πραγματική του ταυτότητα απαιτεί την αποκάλυψη απαραίτητων στοιχείων από τους παροχείς υπηρεσιών διαδικτύου και εμποδίζεται από την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, το Υπουργείο Δικαιοσύνης έσπευσε να ανακοινώσει την προπαρασκευή της απαιτούμενης τροποποίησης του νομικού πλαισίου ως προς την άρση του απορρήτου προκειμένου να διερευνώνται πιο αποτελεσματικά τα εγκλήματα παιδικής πορνογραφίας.

Εντέλει, κάθε πρωτοβουλία για την αντιμετώπιση νοσηρών φαινομένων όπως η κακοποίηση ανηλίκων και η εκμετάλλευση της παιδικής αθωότητας πρέπει να προκρίνεται. Ωστόσο, ο νομοθέτης οφείλει να λαμβάνει εξίσου σοβαρά υπόψη του τα δικαιώματα των πολιτών στην ιδιωτικότητα και στην ανεμπόδιστη συμμετοχή τους στη σύγχρονη Κοινωνία της Πληροφορίας, δίχως να παρασύρεται σε υπερβολικές ρυθμίσεις μετά από έντονες αντιδράσεις και δηλώσεις εντυπωσιασμού.

ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Ανακοίνωση του Υπουργείου Δικαιοσύνης:

http://www.ministryofjustice.gr/modules.php?op=modload&name=News&file=article&sid=1018

Ηλεκτρονικός τύπος:

http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11424&subid=2&pubid=358608#

http://www.tanea.gr/Article.aspx?d=20080123&nid=7255161

http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=4775&subid=2&tag=3606&pubid=753196#

http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=866295&lngDtrID=252

Βλ. επίσης:

http://news.contra.gr/Internet/Hellas/184611.html

http://www.greekinsight.com/show_art_el.asp?id=4831&cat_name=
%CE%9A%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2007

IPRED 2: ΠΡΟΤΑΣΗ ΝΕΑΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ

Εισαγωγικά

Την τελευταία πενταετία εκδηλώνεται στον ευρωπαϊκό, κυρίως, χώρο ένα δυναμικό κίνημα αμφισβήτησης των πνευματικών δικαιωμάτων αλλά και της «πνευματικής ιδιοκτησίας» ως έννοιας. Με αφορμή την προσπάθεια νομοθετικής κατοχύρωσης των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας λογισμικού σε κοινοτικό επίπεδο, εντός του 2004, οι σχετικές ακτιβιστικές οργανώσεις απέκτησαν πρωτοφανή συσπείρωση πετυχαίνοντας, τελικά, την ματαίωση της Οδηγίας «περί πατεντών λογισμικού» (όπως μνημονεύεται πια, βλ. αναλυτικά e-πίκαιρα, ΕΕΕυρΔ 4:2004). Τον Απρίλιο του ίδιου έτους, όμως, υιοθετήθηκε, παρά τις όποιες αντιδράσεις, η πρώτη κοινοτική Οδηγία για την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας εν γένει, γνωστότερη με την συντομογραφική ονομασία «IPRED» (Intellectual PRoperty Enforcement Directive). Με την Οδηγία 2004/48/ΕΚ αναγνωριζόταν, λοιπόν, αναμενόμενα, η προστασία των εν λόγω δικαιωμάτων με μέτρα πολιτικού και διοικητικού χαρακτήρα. Πριν προλάβουν, ωστόσο, να κοπάσουν οι αντίθετες φωνές και σχεδόν πριν την ενσωμάτωση των σχετικών κοινοτικών διατάξεων στο εθνικό δίκαιο των κρατών-μελών, η Επιτροπή επανήλθε με νέα πρόταση Οδηγίας «σχετικά με τη θέσπιση ποινικών μέτρων για την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας», μόλις στις 25 Απριλίου 2007. Με την κωδική ονομασία «IPRED 2» ως στόχο, οι αντιδράσεις πλέον πέρασαν από τους ακτιβιστές σε Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, ερευνητικά Ινστιτούτα, οργανώσεις βιβλιοθηκών, ενώσεις καταναλωτών κλπ., καθώς η νέα πρόταση της Επιτροπής καθιστά προφανή την αποφασιστική στόχευση της κοινοτικής πολιτικής προς επιλογές υπέρ της αναγνώρισης και αυξημένης προστασίας των δικαιωμάτων που απορρέουν από την διανοητική δημιουργία.

Νομοτεχνικά

Πριν εξετάσουμε το περιεχόμενο της πρότασης, αξίζει να αναφερθούμε στη νομοτεχνική της υπόσταση που εγείρει επίσης αρκετή κριτική. Το εμφανές πρόβλημα εστιάζεται στην επιδίωξη εναρμόνισης ποινικών διατάξεων των κρατών-μελών με τη χρήση ενός νομικού εργαλείου πέραν του καλούμενου «τρίτου πυλώνα» και της κοινής πολιτικής στο χώρο της ασφάλειας και της δικαιοσύνης. Πρέπει να ειπωθεί μάλιστα ότι η αρχική πρόβλεψη αφορούσε πρόταση Απόφασης-Πλαισίου, που μετατράπηκε τελικά σε πρόταση Οδηγίας, με αιτιολογικό κριτήριο την απόφαση του Δ.Ε.Κ. της 13.9.2005 (C-176/03 Επιτροπή κατά Συμβουλίου). Με την πρόσφατη αυτή απόφαση, που αφορούσε τη δυνατότητα εναρμόνισης ποινικών διατάξεων αναφορικά με την προστασία του περιβάλλοντος, το Δικαστήριο έκρινε ότι «κάθε ποινική εναρμόνιση εμπίπτει στην κοινοτική αρμοδιότητα όταν κρίνεται αναγκαία για την αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου». Το ίδιο σκεπτικό ενσωματώνεται και στην αιτιολογική έκθεση της προτεινόμενης Οδηγίας, όπου συμπληρωματικά αναφέρονται, μεταξύ άλλων, η συμβολή του Διαδικτύου στη διανομή των πειρατικών προϊόντων, η οικονομική αντίστιξη πειρατείας-εμπορίου ναρκωτικών και η διαπίστωση ότι τα υψηλά δυνητικά κέρδη εξασφαλίζονται χωρίς κίνδυνο σημαντικών νομικών κυρώσεων. Εντούτοις, η πρωτοβουλία αυτή εκλήφθηκε ως ανεπίτρεπτη προσπάθεια επέμβασης στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών-μελών προκαλώντας πολύπλευρη αποδοκιμασία. Ενδεικτικές είναι οι αντιδράσεις τόσο του Ολλανδικού Κοινοβουλίου, όσο και του Ινστιτούτου Max Planck, που αμφισβητούν την αναγκαιότητα της επιδιωκόμενης ποινικής εναρμόνισης για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και επιμένουν στην διαφορετική αντιμετώπιση της πειρατείας από την προστασία του περιβάλλοντος, την οποία αφορά η απόφαση του Δ.Ε.Κ..

Ερμηνευτικά

Πέρα από το ζήτημα της κοινοτικής αρμοδιότητας, που καλλιεργεί ήδη ενδιαφέρουσα επιστημονική συζήτηση μεταξύ των θεωρητικών του ευρωπαϊκού δικαίου, δριμεία κριτική συγκεντρώνει το περιεχόμενο της πρότασης αυτό καθαυτό. Καταρχήν, το κείμενο που δόθηκε για «πρώτη ανάγνωση» περιείχε προβλέψεις ποινικοποίησης και για παραβίαση πατεντών λογισμικού, γεγονός που κινητοποίησε σύσσωμη την ψηφιακή κοινότητα, με αποτέλεσμα να ζητηθεί η εξαίρεση των επίμαχων διατάξεων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ειδική πρόβλεψη θέλησαν, επίσης, οι ευρωβουλευτές ώστε η αναπαραγωγή προστατευόμενου έργου για δημοσιογραφικούς λόγους (κριτική, σχολιασμός, μετάδοση ειδήσεων) να μη συνιστά ποινικό αδίκημα. Το ίδιο ζητήθηκε και για τις περιπτώσεις πειρατείας που προορίζεται για προσωπική, μη κερδοσκοπική χρήση. Κατά τα λοιπά η πρόταση ψηφίστηκε ως είχε με 374 ψήφους υπέρ έναντι 278 κατά, περιμένοντας πια την έγκριση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Ακόμα και μετά την σχετική αποσαφήνιση της πρότασης με τις παρεμβάσεις του Κοινοβουλίου, το κείμενο διατηρεί αμφιλεγόμενα σημεία που συντηρούν τις κριτικές αντιδράσεις. Το κομβικό άρθρο 3 της υπό έγκριση Οδηγίας χαρακτηρίζει ως «ποινικό αδίκημα κάθε εκ προθέσεως προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας που διαπράττεται σε εμπορική κλίμακα, καθώς και την απόπειρα προσβολής, τη συνέργεια και την ηθική αυτουργία σε τέτοια παράβαση». Η παραπάνω διατύπωση θεωρείται ιδιαίτερα ασαφής όσον αφορά τον όρο «εμπορική κλίμακα» και εκφράζονται, όχι αδικαιολόγητα, φόβοι ότι με την θαμπή φρασεολογία επιχειρείται η ένταξη στο αξιόποινο και των ιδιωτών που, χωρίς κερδοσκοπικές βλέψεις, απλά θίγουν τα εμπορικά συμφέροντα της κινηματογραφικής και μουσικής βιομηχανίας. Περαιτέρω, προβληματίζει ιδιαίτερα η διεύρυνση του αξιοποίνου στην απόπειρα ενώ πίσω από τους δυνητικούς συνεργούς και τους ηθικούς αυτουργούς εύκολα μπορεί να ιδωθεί η στοχοποίηση των παροχέων φιλοξενίας διαδικτυακού περιεχομένου ή και των προγραμματιστών που αναπτύσσουν λογισμικό ανταλλαγής αρχείων. Με τον τρόπο αυτό ναρκοθετείται σίγουρα ο ψηφιακός κόσμος όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, αφού οι πιο δημοφιλείς ιστοτόποι (ενδεικτικό παράδειγμα το YouTube) αλλά και πλατφόρμες φιλοξενίας των πολύ διαδεδομένων μπλογκς θα κληθούν να αναλάβουν τις ευθύνες τους.

Οι επικριτές της πρότασης σπεύδουν να συνδυάσουν με την ανωτέρω προβληματική την πρόβλεψη των κυρώσεων μιλώντας για εξοντωτικές ποινές. Εντούτοις, στο σημείο αυτό, πρέπει να διευκρινιστεί πως δεν προτείνονται ελάχιστες ή μέγιστες ποινές (στο επίμαχο τμήμα η ελληνική μετάφραση είναι εσφαλμένη), αλλά τίθενται ελάχιστες τιμές στα ανώτατα όρια των ποινών. Πιο απλά, στην Ελλάδα το ανώτατο όριο φυλάκισης είναι ήδη τα 5 έτη και σύμφωνα με το άρθρο 5 της πρότασης, αυτό το όριο-«οροφή» δεν θα έπρεπε να είναι κάτω από 4 έτη. Από εκεί και πέρα καλείται ο εθνικός νομοθέτης να υιοθετήσει το τελικό πλαίσιο και ο εθνικός δικαστής να επιβάλει την ποινή ανάλογα με την βαρύτητα της πράξης μέσα στο πλαίσιο αυτό. Σίγουρα, όμως, έστω και η απλή απαρίθμηση των κυρώσεων που αφορούν μεγάλες χρηματικές ποινές, κλείσιμο επιχειρήσεων, δήμευση κλπ. αρκεί για να προκαλέσει την έντονη δυσφορία των ενδιαφερομένων που νοιώθουν για πρώτη φορά την προσωπική τους ελευθερία να απειλείται με κοινοτική πρωτοβουλία, η οποία παρακάμπτει την εθνική δικαιοδοσία.

Σε επίπεδο κίνησης της ποινικής διαδικασίας, απαιτείται με το προτεινόμενο άρθρο 8 η εξασφάλιση της αυτεπάγγελτης δίωξης. Με τον τρόπο αυτό, βέβαια, απαλλάσσονται οι φορείς διαχείρισης των πνευματικών δικαιωμάτων από τα έξοδα των ιδιωτικών ερευνών και της προάσπισης των συμφερόντων τους ενώ παράλληλα τους χορηγείται ρητά το δικαίωμα συμμετοχής σε κοινές ομάδες έρευνας (άρθρο 7) εφόσον το επιθυμούν. Κυρίως, όμως, αναιρείται η δυνατότητα συμβιβαστικών λύσεων που μέχρι σήμερα αποτελούσαν τον κανόνα στις υποθέσεις ψηφιακής πειρατείας.

Συμπερασματικά

Με την πρόταση της Οδηγίας IPRED 2, που οδεύει προς την τελική υιοθέτησή της, φαίνεται να ανοίγει καταρχήν ο δρόμος για τις άμεσες κοινοτικές επεμβάσεις στο ποινικό δίκαιο των κρατών-μελών. Ως προς τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται ένα βήμα πριν την πλήρη εξασφάλισή τους σε κοινοτικό επίπεδο. Αναμφισβήτητα, η εξέλιξη αυτή θωρακίζει μεν, νομικά, τα συμφέροντα των πνευματικών δημιουργών και των εκπροσώπων τους, αλλά διαταράσσει την εύθραυστη ισορροπία μεταξύ ασφάλειας των δικαιωμάτων της μιας πλευράς και ελευθερίας -κυρίως ψηφιακής- των πολιτών/καταναλωτών. Το ίδιο αναπάντητο δίλημμα μας προβλημάτισε πρόσφατα στη στήλη μέσα από το αφιέρωμα στην ψηφιακή πειρατεία (e-πίκαιρα, ΕΕΕυρΔ 2:2007). Λίγους μήνες μετά, το μόνο που άλλαξε είναι η προφανής διαπίστωση ότι ο κοινοτικός νομοθέτης τάσσεται σαφέστερα στο πλευρό της ισχυρής ψυχαγωγικής βιομηχανίας. Ωστόσο, θα ήταν μάλλον αφελής η προσδοκία εξασφάλισης της νομοταγούς συμπεριφοράς των δικτυοπολιτών μέσω της αυστηροποίησης του νόμου. Στη σύγχρονη Κοινωνία της Πληροφορίας, ο σεβασμός προς τα δικαιώματα των δημιουργών οφείλει να κερδηθεί και όχι να απαιτείται. Όσο θα περιχαρακώνεται η ψηφιακή ελευθερία τόσο θα διογκώνεται το αντιδραστικό ρεύμα και θα εφευρίσκονται νέες διέξοδοι παραβίασης των πνευματικών δικαιωμάτων. Η αλλαγή τακτικής και η επένδυση στην εκπαίδευση του πολίτη-καταναλωτή-χρήστη επιβάλλεται προκειμένου οι «κουρσάροι» του διαδικτύου και οι δημιουργοί να συνυπάρχουν αλληλεπιδρώντας άμεσα, χωρίς διαμεσολαβητές και να συμπλέουν παραγωγικά στην «κυβερνοθάλασσα».

ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Το κείμενο της προτεινόμενης Οδηγίας:

http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2006:0168:
FIN:EL:PDF

Η νομοθετική πορεία της πρότασης:

http://www.europarl.europa.eu/oeil/file.jsp?id=5263692

Ανακοίνωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου:

http://www.europarl.europa.eu/sides/getDoc.do?language=EL&type=IM-
PRESS&reference=20070420IPR05539

Ψήφισμα του Ολλανδικού Κοινοβουλίου:

http://europapoort.eerstekamer.nl/9310000/1/j9tvgajcovz8izf_j9vvgbwoimqf9iv/
vg7slw5im1tl?key=vhc0fvdga1qw

Max Planck Institut:

http://www.ip.mpg.de/shared/data/pdf/
directive_of_the_european_parliament_and_of_the_council_on_criminal_measures_
aimed_at_ensuring_the_enforcement_of_intellectual_property_rights.pdf

Law Society of England and Wales:

http://www.lawsociety.org.uk/secure/file/157008/e:/teamsite-deployed/documents/
templatedata/Internet%20Documents/Non-government%20proposals/Documents/
ipcriminalsanctions
310806.pdf

Κριτική της πρότασης:

http://action.ffii.org/ipred2

http://www.copycrime.eu

http://www.digitalrights.gr/tiki/tiki-index.php?page=IPRED2

Βλ. επίσης:

http://www.unwatched.org/node/459

http://www.fipr.org/copyright/ipred2.html

http://www.gnu.org/philosophy/not-ipr.html

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2007

ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ

Με αφορμή την πρόσφατη τροποποίηση του άρθρου 342 ΠΚ για την κατάχρηση ανηλίκων σε ασέλγεια μέσω διαδικτύου (που εξετάστηκε στο τεύχος 1:2006 της ΕΕΕυρΔ) θα προχωρήσουμε στην παρουσίαση του ευρύτερου προβλήματος της πορνογραφίας ανηλίκων στο διαδίκτυο, που έχει λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις σε παγκόσμια κλίμακα. Στη συνέχεια, λοιπόν θα περιγράψουμε τη φαινομενολογία αυτής της εγκληματικής δράσης και τους τρόπους με τους οποίους τυποποιείται η απαξία της σε διεθνή νομοθετικά κείμενα αλλά και στο εθνικό μας δίκαιο.

Στην προ-ψηφιακή και κυρίως προ-διαδικτυακή εποχή, η διακίνηση υλικού παιδικής πορνογραφίας αφορούσε, ως επί το πλείστον, έντυπα, φωτογραφίες και σπανιότερα βιντεοταινίες που κυκλοφορούσαν σε «κλειστές» ομάδες ατόμων και απαιτούσαν ένα «φυσικό χώρο» συναλλαγής-ανταλλαγής ή κάποια επίφοβη ταχυδρομική αποστολή. Σήμερα πια, το τοπίο έχει εξελιχθεί δραματικά καθώς οι «κλειστές» και περιορισμένες ομάδες του παρελθόντος δικτυώθηκαν και απέκτησαν on-line επικοινωνία, ικανοποιώντας τις «ορέξεις» τους με πολύ μεγαλύτερη ευκολία. Ο κυβερνοχώρος αποτέλεσε το ιδανικότερο πεδίο άνθησης του παιδοφιλικού πάθους προσφέροντας άμεση, ανέξοδη και ανώνυμη επικοινωνία και κατ’ επέκταση άφοβη και ταχύτατη διακίνηση ψηφιακού, πλέον, υλικού κάθε είδους: κειμένου, ήχου, εικόνας και βίντεο. Η αρχική, όμως, διευκόλυνση της επαφής μεταξύ «ομοιοπαθών» πολύ γρήγορα παραχώρησε τη θέση της σε μια ολόκληρη βιομηχανία παραγωγής και διανομής υλικού παιδικής πορνογραφίας με σκοπό το κέρδος. Μέσω ειδικών ιστοσελίδων που απευθύνονται σε μόνιμους συνδρομητές, οι οποίοι πληρώνουν έως και 100 ευρώ μηνιαίως με χρήση πιστωτικής κάρτας, διατίθενται σε εβδομαδιαία βάση περίπου 20.000 νέες φωτογραφίες. Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, ο αριθμός τέτοιων ιστοτόπων αυξάνει διαρκώς, εφόσον υπάρχει και η ανάλογη ζήτηση, έχοντας ξεπεράσει τους 100.000. Ο δε ετήσιος τζίρος από τη σχετική δραστηριότητα ανέρχεται σε 1 δισεκατομμύριο ευρώ.

Πέρα από το οικονομικό στοιχείο, στο οποίο θα επανέλθουμε στη συνέχεια, το φαινόμενο παρουσιάζει προεκτάσεις που πρέπει να φωτισθούν ώστε να γίνει κατανοητή και η ανάγκη συνολικότερης αντιμετώπισης. Καταρχήν, η διακίνηση πορνογραφικών προϊόντων με ανήλικους δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένα από τους μηχανισμούς παραγωγής τους. Η αύξηση της ζήτησης και της διανομής τέτοιου υλικού σημαίνει αυτόματα αύξηση των παιδιών που υφίστανται καθημερινά σεξουαλική κακοποίηση και εκμετάλλευση. Επιπλέον, το διαδίκτυο προσφέρει διαρκώς νέες, προχωρημένες δυνατότητες ικανοποίησης των παιδοφίλων, όπως π.χ. η τηλε-κακοποίηση ανηλίκων σε πραγματικό χρόνο, διογκώνοντας ακόμη περισσότερο το πρόβλημα. Η προσέγγιση των παιδιών που επιδιωκόταν παλαιότερα στο σχολικό περιβάλλον, σε πάρκα κλπ. και κινούσε υποψίες, πραγματώνεται πλέον σε εικονικά δωμάτια συζήτησης (chat rooms), όπου οι προσπάθειες αλίευσης ανήλικων-θυμάτων είναι πολύ συχνές. Ο ανοιχτός χαρακτήρας του κυβερνοχώρου σε συνδυασμό με την ελλιπή κουλτούρα διαδικτυακής ασφάλειας καθιστά, περαιτέρω, πιο εύκολη και συχνή την ακούσια θέαση υλικού παιδικής πορνογραφίας από ανήλικους, γεγονός που μπορεί να τραυματίσει το ρυθμό της σεξουαλικής τους ωρίμανσης.

Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, τίθεται και ένα θέμα ορισμού της παιδικής πορνογραφίας, ούτως ώστε να μην οδηγούμαστε σε ακρότητες προς οποιαδήποτε πλευρά, είτε της αυστηρότητας είτε της ανεκτικότητας. Ας δούμε ενδεικτικά πως ορίζει το ζήτημα ο διεθνής και ο ευρωπαίος νομοθέτης:

  • Σύμφωνα με το Πρόσθετο Πρωτόκολλο, της 25ης Μαΐου 2000, στη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού (20 Νοεμβρίου 1989), η παιδική πορνογραφία ορίζεται ως «οιαδήποτε αναπαράσταση, με οποιοδήποτε μέσον, παιδιού εμπλεκομένου σε πραγματικές ή εικονικές γενετήσιες δραστηριότητες ή κάθε απεικόνιση των γενετήσιων οργάνων παιδιού για πρωτευόντως σεξουαλικούς σκοπούς» (άρθρο 2 περ. γ΄).
  • Η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για το Κυβερνοέγκλημα (Cybercrime Convention, Βουδαπέστη 23.11.2001) περιλαμβάνει υπό τον όρο «παιδική πορνογραφία» την «οπτική απεικόνιση α) ανηλίκου που εμπλέκεται σε σεξουαλικά σαφή συμπεριφορά, β) προσώπου που φαίνεται να είναι ανήλικο εμπλεκόμενο σε σεξουαλικά σαφή συμπεριφορά και γ) πραγματικές εικόνες που παρουσιάζουν ανήλικο εμπλεκόμενο σε σεξουαλικά σαφή συμπεριφορά».

Επιπλέον, στα σχετικά αδικήματα προβλέπονται η παραγωγή με σκοπό τη διανομή, η κατοχή, η προσφορά ή διάθεση και η διανομή ή διαβίβαση παιδικής πορνογραφίας μέσω συστήματος υπολογιστή (άρθρο 9).

  • Στην Απόφαση-Πλαίσιο 2004/68/ΔΕΥ της 22ας Δεκεμβρίου 2003 για την καταπολέμηση της σεξουαλικής εκμετάλλευσης των παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας, ως παιδική πορνογραφία θεωρείται «το πορνογραφικό υλικό στο οποίο απεικονίζεται ή παριστάνεται:

i) πραγματικό παιδί που συμμετέχει ή επιδίδεται σε πράξη με σαφή σεξουαλικό χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένης της άσεμνης επίδειξης των γεννητικών οργάνων ή της ηβικής χώρας παιδιού, ή

ii) πραγματικό πρόσωπο που εμφανίζεται ως παιδί το οποίο συμμετέχει ή επιδίδεται στις αναφερόμενες στο σημείο (i) πράξεις, ή

iii) ρεαλιστικές εικόνες μη πραγματικού παιδιού που συμμετέχει ή επιδίδεται στις αναφερόμενες στο σημείο i) πράξεις» (άρθρο 1β).

Σχετικά αδικήματα θεωρούνται η παραγωγή, διανομή, διάδοση ή μετάδοση, προσφορά ή με άλλο τρόπο διάθεση και η απόκτηση ή κατοχή παιδικής πορνογραφίας, είτε πραγματοποιούνται με τη βοήθεια ηλεκτρονικού συστήματος είτε όχι (άρθρο 3).

Θα μπορούσε να ειπωθεί πως οι ανωτέρω ορισμοί παρουσιάζουν μια συγγενή και εξελικτική πορεία. Τα δύο από τα κοινά στοιχεία που αξίζει να συγκρατήσουμε είναι η αντιμετώπιση των εικονικών αναπαραστάσεων (από μη ανήλικους) ως υλικό παιδικής πορνογραφίας και η αναγνώριση απαξίας στην απλή κατοχή παιδοφιλικού υλικού.

Μετά τα παραπάνω μπορούμε να εκτιμήσουμε με σφαιρικότερη λογική την ελληνική ρύθμιση περί πορνογραφίας ανηλίκων. Πρόκειται για το άρθρο 348Α ΠΚ, το οποίο προστέθηκε στον Ποινικό μας Κώδικα το 2002 με το νόμο 3064. Έως τότε, πρέπει να σημειωθεί πως οι σχετικές περιπτώσεις αντιμετωπίζονταν ως άσεμνα δημοσιεύματα με τη νομοθεσία περί Τύπου. Σήμερα, λοιπόν, ο Ποινικός Κώδικας τυποποιεί ως αξιόποινη την «από κερδοσκοπία» παρασκευή, κατοχή, προμήθεια, αγορά, μεταφορά, διακίνηση, διάθεση, πώληση ή με οποιονδήποτε τρόπο θέση σε κυκλοφορία πορνογραφικού υλικού. Η δεύτερη παράγραφος του 348Α ορίζει ως πορνογραφικό υλικό «κάθε περιγραφή ή πραγματική ή εικονική αποτύπωση, σε οποιονδήποτε υλικό φορέα, του σώματος ανηλίκου που αποσκοπεί στη γενετήσια διέγερση» καθώς και την «καταγραφή ή αποτύπωση, σε οποιονδήποτε υλικό φορέα, πραγματικής, προσποιητής ή εικονικής ασελγούς πράξης που ενεργείται για τον ίδιο σκοπό από ή με ανήλικο».

Είναι φανερό πως σε γενικές γραμμές ο έλληνας νομοθέτης συμφωνεί με τη διατύπωση του διεθνούς και ευρωπαϊκού νομικού πλαισίου αλλά προσθέτει μια πολύ σημαντική λεπτομέρεια που περιορίζει ασφυκτικά την εφαρμογή της διάταξης. Πιο συγκεκριμένα, το προαπαιτούμενο της «κερδοσκοπίας» αλλοιώνει την προστατευτική στόχευση της ρύθμισης, δημιουργώντας, βέβαια, το κατάλληλο έδαφος για την ανάπτυξη νομικών ερμηνειών, κυρίως, αναφορικά με το προστατευόμενο έννομο αγαθό. Κάποιες απόψεις στηρίζουν τη μεταχείριση της πράξης ως έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης ενώ άλλες προκρίνουν την ηθικοκοινωνική απαξία της αναζητώντας ισχυρότερες εγγυήσεις για τα έννομα αγαθά της ανηλικότητας και της δημόσιας τάξης. Από τη θέση αυτή, μπορεί να ειπωθεί, συνοπτικά, ότι σε κάθε έκφανση και προέκταση των πράξεων παιδικής πορνογραφίας, τελικός δέκτης της προσβολής είναι πάντα ο ανήλικος. Στο στάδιο της παραγωγής, στο στάδιο της διανομής που αυξάνει τη ζήτηση, στο στάδιο της ακούσιας θέασης από τον ανήλικο που τραυματίζεται ψυχικά αλλά και στο στάδιο της ακούσιας (παθητικής) ή εκούσιας (ενεργητικής) θέασης παιδοφιλικού υλικού από ενήλικες που τους γεννάται επιθυμία συνεύρεσης με ανήλικους, θύματα είναι πάντα τα παιδιά. Η ηθική αλλά και ποινική απαξία αυτής της πρωτογενούς θυματοποίησης δεν είναι λογικό να μειώνεται από μια πιθανή αφιλοκερδή διανομή του σταθερά επικίνδυνου πορνογραφικού υλικού. Απεναντίας, η κερδοσκοπία θα μπορούσε να λειτουργεί ως επιβαρυντική περίσταση και όχι ως προϋπόθεση τιμώρησης. Ως εκ τούτου η απαλοιφή της κερδοσκοπίας από το γράμμα της διάταξης μοιάζει μάλλον επιβεβλημένη για την επίτευξη ικανοποιητικής προστασίας.

Προβληματισμό δημιουργεί, ωστόσο, και η ποινικοποίηση της απλής κατοχής προϊόντων παιδικής πορνογραφίας, με τη δικαιολογία ότι τροφοδοτούν το μηχανισμό παραγωγής του επίμαχου υλικού αυξάνοντας τη ζήτηση. Αυτή όμως είναι η μισή αλήθεια. Εδώ πρέπει να συνυπολογιστεί ο παράγοντας του κέρδους για να αποφύγουμε τυχόν υπερβολές. Με λίγα λόγια, όποιος πληρώνει για να αποκτήσει και στη συνέχεια να κατέχει παιδοφιλικό υλικό, προφανώς και κινητροδοτεί την κερδοφόρα παραγωγή τέτοιου υλικού. Εξίσου τροφοδοτεί το φαινόμενο όποιος αφιλοκερδώς και από προσωπικό πάθος αναρτά, π.χ. σε ιστοσελίδα, δωρεάν υλικό προς ελεύθερη θέαση και «κατέβασμα» (download), ενώ υπάρχει πάντα και ο κίνδυνος ακούσιας προσπέλασης της σελίδας από ανήλικους. Και οι δύο περιπτώσεις όφειλαν προφανώς να είναι τιμωρητέες (με τη σημερινή διατύπωση του άρθρου 348Α ΠΚ δεν είναι). Δεν θα έπρεπε όμως να ισχύει το ίδιο για όποιον κατεβάζει από ελεύθερες ιστοσελίδες διάσπαρτο υλικό παιδικής πορνογραφίας αποκλειστικά για ιδία χρήση, ωθούμενος από το ανεξέλεγκτο -αν και νοσηρό- πάθος του για το «γυμνό παιδικό κορμί» (όπως ισχυρίζονται 8 στους 10 παιδόφιλους). Η κατοχή αυτού του είδους δεν θα είχε ιδιαίτερο νόημα να τιμωρηθεί. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πως χάρις στη διάδοση των ευρυζωνικών συνδέσεων, όποιος χρήστης επιθυμεί να ικανοποιήσει τέτοιου είδους πάθη θα μπορούσε απλά να επισκέπτεται τους ανάλογους ιστοτόπους προς θέαση, χωρίς να αποθηκεύει οτιδήποτε. Αν και τότε θεωρηθεί ότι μπορεί να τον ενοχοποιούν κάποια κρυφά αρχεία που αποθηκεύονται εν αγνοία του χρήστη στην προσωρινή μνήμη του Η/Υ, τότε πιθανώς θα έχουμε ξεπεράσει τα ακραία όρια αυστηρότητας που ένα κράτος δικαίου οφείλει να διατηρεί ανέπαφα για τους πολίτες του.

Παρόμοια ανησυχία, τέλος, δημιουργεί και η αναγνώριση ποινικής απαξίας στην αποτύπωση εικονικών πράξεων. Οι υποστηριχτές αυτής της άποψης εκφράζουν, επιπλέον, την πεποίθηση ότι ο αγώνας ενάντια στην παιδική πορνογραφία μπορεί να αποτύχει εξαιτίας της μη απαγόρευσης της εικονικής πορνογραφίας ανηλίκων (βλ. Κιούπης/Ιωαννίδου, Παιδική Πορνογραφία στο Διαδίκτυο, σ.79). Στην κατηγορία αυτή, μάλιστα, εντάσσουν ακόμα και φωτογραφικές απεικονίσεις που είναι προϊόν φωτομοντάζ. Κι εδώ όμως, θεωρούμε απαραίτητο το διαχωρισμό μεταξύ κατοχής και διανομής. Φυσικά ένα πετυχημένο φωτομοντάζ μπορεί να έχει όλα τα αποτελέσματα (κέρδος, ψυχικό τραύμα, πρόκληση επιθυμίας) μιας αληθινής φωτογραφίας, αλλά πρέπει να κρίνουμε αν ο τρόπος χρήσης δύναται αντικειμενικά να επιφέρει τέτοια αποτελέσματα. Θα ήταν υπερβολικό, δηλαδή, να θεωρηθεί αξιόποινη, π.χ. η παραμόρφωση πορνογραφικών απεικονίσεων ενηλίκων ώστε να μοιάζουν ανήλικοι, με τη βοήθεια απλών τεχνικών ψηφιακής επεξεργασίας, που μπορεί να χρησιμοποιεί ένας παιδόφιλος, με αποκλειστικό σκοπό την προσωπική του ικανοποίηση.

Συμπερασματικά, είναι προφανές ότι το άρθρο 348Α ΠΚ χρήζει άμεσης τροποποίησης για να εξυπηρετήσει, ως οφείλει, τον σκοπό του. Εντούτοις, είναι απαραίτητη και η συνειδητοποίηση εκ μέρους της κοινωνίας ότι η παιδοφιλία, όπως και άλλα ανθρώπινα πάθη, είναι μια πραγματικότητα. Όσο αποτροπιαστική και αν είναι η σκέψη και μόνο σκηνών παιδικής πορνογραφίας για τη συντριπτική μερίδα της κοινωνίας, η λύση δε βρίσκεται σε ασφυκτικές απαγορεύσεις αλλά στη διαχείριση του φαινομένου με τον κατάλληλο βαθμό ανοχής, ώστε να εξασφαλίζεται η μετριασμένη εκτόνωση του ανθρώπινου πάθους.

ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΣΧΕΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ-ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Δ. Κιούπης/Α. Ιωαννίδου, Η παιδική πορνογραφία στο διαδίκτυο, Σειρά Ομάδας Νέων ΙΜΔΑ, Νομική Βιβλιοθήκη 2007.

Γ. Νούσκαλης, Πορνογραφία ανηλίκων: Τα κρίσιμα ζητήματα του άρθρου 348Α ΠΚ, σε Τιμ. Τομ. (ΙΙ) Ι. Μανωλεδάκη, Εκδ. Σάκκουλα 2007, σ. 447-460.

Γ. Καρανικόλας, Παιδική πορνογραφία στο διαδίκτυο: προβληματισμοί γύρω από τη νέα ρύθμιση του άρθρου 348Α ΠΚ, ΠοινΔικ 8-9/2005, σ. 964-975.

ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Πρόσθετο Πρωτόκολλο Σύμβασης ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού:

http://www.unhchr.ch/html/menu2/dopchild.htm


Σύμβαση για το Κυβερνοέγκλημα:

http://conventions.coe.int/Treaty/en/Treaties/Html/185.htm

Απόφαση πλαίσιο 2004/68/ΔΕΥ:

http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/site/el/oj/2004/l_013/
l_01320040120el00440048.pdf

Έρευνα INHOPE:

https://www.inhope.org/en/system/files/
inhope_global_internet_trend_report_v1.0.pdf

Βλ. επίσης:

http://www.saferinternet.gr

http://www.ministryofjustice.gr/print.php?sid=512

http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=14436&m=A32&aa=1

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2007

ΤΟ ΠΕΚ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ΤΗΝ ΕΦΕΣΗ ΤΗΣ MICROSOFT

Η νεότερη εξέλιξη στην υπόθεση της Microsoft, η οποία αντιμετωπίζει πρόστιμο 497 εκατομμυρίων ευρώ, που της επέβαλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανταγωνισμού για κατάχρηση της μονοπωλιακής θέσης της, διαδραματίστηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 2007 ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΠΕΚ). Το ιστορικό της υπόθεσης, που μας έχει απασχολήσει στο παρελθόν (βλ. ΕΕΕυρΔ 3:2004, 4:2004, 2:2005), ξεκίνησε το Μάρτιο του 2004 όταν η Επιτροπή έκρινε ότι η Microsoft εκμεταλλεύεται τη δεσπόζουσα θέση της στην αγορά λειτουργικών συστημάτων σε δύο επίπεδα:

  • εμποδίζοντας την ομαλή επικοινωνία του ανταγωνιστικού λογισμικού με το κραταιό λειτουργικό της σύστημα (Windows) εφόσον δεν τους παρέχει επαρκείς πληροφορίες διαλειτουργικότητας,
  • ενσωματώνοντας στο λειτουργικό της σύστημα ένα λογισμικό αναπαραγωγής πολυμέσων (Windows Media Player) και κατ’ επέκταση ζημιώνοντας ανταγωνιστικές εταιρίες που διέθεταν στην αγορά αυτόνομο λογισμικό τέτοιου είδους.

Οι υποχρεώσεις που επέβαλε η Επιτροπή, τηρήθηκαν ως ένα βαθμό από τη Microsoft, η οποία όμως, παράλληλα, άσκησε και έφεση κατά της σχετικής απόφασης ενώπιον του ΠΕΚ. Η τύχη της έφεσης, η οποία δεν είχε εξ’ αρχής ανασταλτική δύναμη, κρίθηκε τελικά στα μέσα του Σεπτέμβρη 2007, οπότε το Πρωτοδικείο την απέρριψε επικυρώνοντας την αρχική απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το μόνο αίτημα της Microsoft που έγινε δεκτό ήταν η απαλλαγή της από τον διορισμό ανεξάρτητου διαχειριστή για την εκτέλεση της απόφασης με δικά της έξοδα. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή διά στόματος της αρμόδιας Επιτρόπου Neelie Kroes εξέφρασε πέρα από την ικανοποίηση της και τη σπουδαιότητα της απόφασης που δημιουργεί ένα σημαντικό δεδικασμένο και ορίζει την μελλοντική πορεία των υποθέσεων ανταγωνισμού. Όσον αφορά την πλευρά της Microsoft, τονίζεται σε ανακοίνωσή της ότι οφείλει πρώτα να μελετήσει με προσοχή την απόφαση του ΠΕΚ πριν δράσει καταλλήλως. Σε περίπτωση, πάντως, μη αποδοχής της απόφασης η μόνη επιλογή που υφίσταται για τη Microsoft είναι να την εφεσιβάλει, μέσα στους προσεχείς δύο μήνες, ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ).


ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:


Ιστορικό εξέλιξης της υπόθεσης:

http://ec.europa.eu/comm/competition/antitrust/cases/microsoft

Σχετική ανακοίνωση της Επιτροπής:

http://europa.eu/rapid/pressReleasesAction.do?reference=MEMO/07/
359&format=HTML&aged=0&language=EN&guiLanguage=en


Σχετική ανακοίνωση της Microsoft:

http://www.microsoft.com/presspass/press/2007/sep07/09-17Statement.mspx


Βλ. επίσης:

http://euobserver.com/9/24771