Δευτέρα 20 Ιουνίου 2005

ΟΙ ΠΑΓΙΔΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ (Ι)

Η αυξανόμενη ένταξη των διαδικτυακών υπηρεσιών στην καθημερινή ζωή διευκολύνει ολοένα και περισσότερο τις ανθρώπινες δραστηριότητες (εργασία, εκπαίδευση, ενημέρωση και ψυχαγωγία, οικονομικές συναλλαγές κλπ.) καθώς το πολυμεσικό Ίντερνετ αποτελεί μια ανεξάντλητη πηγή πληροφοριών και γνώσης. Ωστόσο, η ζωή στον κυβερνοχώρο, αντανακλώντας τα χαρακτηριστικά του πραγματικού κόσμου, δεν στερείται κινδύνων. Με τον ίδιο τρόπο όμως, που οι παγίδες της καθημερινότητας δεν μπορούν να αποτελέσουν ικανή αιτία παραίτησης από την αληθινή ζωή, έτσι και οι διαδικτυακοί κίνδυνοι δεν πρέπει να δημιουργούν φοβίες οδηγώντας σε απόλυτη άρνηση ή οριστική έξοδο από τον ψηφιακό κόσμο. Η διαρκής και εντεινόμενη ανησυχία σχετικά με το έλλειμμα ασφάλειας στο Διαδίκτυο καθιστά τουλάχιστον χρήσιμη μια συνολική παρουσίαση των ηλεκτρονικών παγίδων που καλείται να αντιμετωπίσει ο χρήστης, να ρυθμίσει ο νομοθέτης αλλά και να αξιολογήσει ο εφαρμοστής του δικαίου. Τη στιγμή, πάντως, που η βραδεία νομοπαραγωγική μηχανή, εθνική και διεθνής, πειραματίζεται προκειμένου να ελέγξει το τεχνολογικά, διαρκώς, μετεξελισσόμενο μα σταθερά παγκοσμιοποιημένο forum του Διαδικτύου, η καλύτερη ασπίδα προστασίας του δικτυοπολίτη παραμένει η ορθή γνώση των κινδύνων.

Στο πρώτο μέρος αυτής της παρουσίασης θα γίνει αναφορά σε μορφές κινδύνων που εμπίπτουν σε μια πρώτη «σφαίρα» αποκλειστικής εξάρτησης από τον τρόπο λειτουργίας των υπολογιστών και των δικτύων ενώ θα αναλυθεί ειδικότερα η πιο επίκαιρη τηλεπικοινωνιακή απάτη μέσω προγραμμάτων αυτόματης κλήσης (Dialers).

Η βασική ανησυχία στα πρώτα χρόνια χρήσης των ηλεκτρονικών υπολογιστών, επικεντρωνόταν σε κάποια μικρά προγράμματα, ικανά να βλάψουν την εύρυθμη λειτουργία των υπολογιστικών συστημάτων. Οι πρώτοι τέτοιοι «ιοί των κομπιούτερ» (Computer Virus) εμφανίστηκαν το 1981 ενώ οφείλουν την ονομασία και τον ορισμό τους στον μηχανικό Η/Υ Fred Cohen. Σύμφωνα με τον Cohen, «ιός είναι ένα πρόγραμμα υπολογιστή που μπορεί να προσβάλλει άλλα προγράμματα μεταβάλλοντας τα με τέτοιο τρόπο, ώστε να εμπεριέχουν στη νέα τους μορφή ένα αντίγραφο του ιού». Πολύ γρήγορα οι ιοί αλλά και οι δημιουργοί τους, γνωστοί με τον γενικό χαρακτηρισμό «χάκερ», αποτέλεσαν συνώνυμο κάθε ηλεκτρονικής απειλής. Μέχρι την εξάπλωση του Διαδικτύου, βέβαια, το πρόβλημα ήταν περιορισμένο αφού η μετάδοση των ιών βασιζόταν κυρίως στην ανταλλαγή μολυσμένων δισκετών. Άλλωστε το 1990 κυκλοφόρησαν και τα πρώτα αντιβιοτικά προγράμματα για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Η ευρύτατη δικτύωση των υπολογιστών σε παγκόσμια κλίμακα άλλαξε, εντούτοις, το σκηνικό μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Οι χάκερ ανέπτυξαν ποικίλες παραλλαγές ιών (ή ορθότερα κακόβουλου λογισμικού εν γένει), δημιουργώντας, άλλοτε από πειραματική διάθεση κι άλλοτε με επιδεικτικό σκοπό ή κερδοσκοπικό συμφέρον, εκτεταμένα προβλήματα σε υπολογιστικά συστήματα ιδιωτών και δίκτυα επιχειρήσεων ή κρατικών υπηρεσιών. (Σημείωση: Στη συνέχεια θα χρησιμοποιηθεί για την καλύτερη κατανόηση ο γνωστός όρος «χάκερ»· θα πρέπει, όμως, να σημειωθεί η προσπάθεια απενοχοποίησης του όρου και χρήσης του για το χαρακτηρισμού του έμπειρου αλλά καλόβουλου χρήστη σε αντίθεση με τον «cracker», που χρησιμοποιεί τις γνώσεις του για δόλιους σκοπούς.)

Χωρίς τεχνικές λεπτομέρειες και με πιο πρακτική προσέγγιση παρατίθενται συνοπτικά οι κυριότερες μορφές κακόβουλων εφαρμογών Η/Υ (malware, εκ του malicious software):

Ø Virus: Όπως ήδη αναφέρθηκε, οι ιοί είναι μικρά προγράμματα που αναπαράγονται μολύνοντας τα υπόλοιπα αρχεία του υπολογιστή. Οι συνέπειές τους ποικίλλουν, ανάλογα με την επιθυμία του δημιουργού τους, από ασήμαντες έως και καταστροφικές. Στην χειρότερη περίπτωση ένας ιός μπορεί να καταστρέψει δεδομένα του σκληρού δίσκου ή να υπερχειλίσει τη μνήμη του υπολογιστή καθιστώντας αδύνατη τη λειτουργία του (πρόκειται για τη λεγόμενη επίθεση «Denial of Service» ή DoS).

Ø Worms: Τα ονομαζόμενα «σκουλήκια» αποτελούν ουσιαστικά την εξέλιγμένη μορφή των ιών. Διαφοροποιούνται από τους προγόνους τους σε επίπεδο αυτονομίας. Με απλά λόγια δεν μολύνουν αρχεία αλλά πολλαπλασιάζονται ταχύτατα, δημιουργώντας αντίγραφα της δομής τους. Κατά συνέπεια δεν απαιτείται η πρώτη εκκίνηση ενός μολυσμένου αρχείου από το χρήστη όπως συμβαίνει στους ιούς. Τα «σκουλήκια» εκμεταλλεύονται αυτοβούλως τα διασυνδεδεμένα υπολογιστικά συστήματα και χρησιμοποιούν τις δυνατότητες του Διαδικτύου για να μεταδίδονται και να εξαπολύουν επιθέσεις DoS. To «σκουλήκι» Code Red άνοιξε την αυλαία το 2001 για να ακολουθήσουν τα Nimda, Slammer, Blaster, MyDoom, οφείλοντας σε μεγάλο βαθμό την ύπαρξή τους στον ανταγωνισμό μεταξύ νεαρών χάκερ για τη δημιουργία του πιο καταστροφικού προγράμματος.

Ø Trojan horses: Αναλογικά με την ονομασία τους, οι «δούρειοι ίπποι» είναι δωρεάν εφαρμογές, καθ’ όλα λειτουργικές, που εξυπηρετούν συνήθως μικρές λογισμικές ανάγκες των χρηστών. Παρασκηνιακά, όμως, υπονομεύουν το σύστημα, καταγράφοντας τα δεδομένα χρήσης του, δημιουργώντας κενά ασφαλείας και παρέχοντας πρόσβαση σε μη εξουσιοδοτημένους τρίτους. Η ύπαρξη τέτοιων εφαρμογών μπορεί να μετατρέψει έναν ή περισσότερους συνδεδεμένους υπολογιστές σε διαμεσολαβητικούς κόμβους (proxy servers)-υποχείρια οργανωμένων κυκλωμάτων του ηλεκτρονικού εγκλήματος. Τα λεγόμενα και «δίκτυα ζόμπι» αναλαμβάνουν, υπό τον απομακρυσμένο έλεγχο επιτήδειων χάκερ και εν αγνοία των χρηστών, την αναμετάδοση κάθε είδους κακόβουλου λογισμικού ή μηνυμάτων σπαμ.

Ø Spyware: Με τον όρο αυτό περιγράφονται γενικά όλες οι κακόβουλες εφαρμογές που δεν έχουν άμεσα βλαπτικό αλλά περισσότερο κατασκοπευτικό χαρακτήρα. Εδώ εμπίπτουν προγράμματα που εγκαθίστανται αθόρυβα και συλλέγουν πληροφορίες από στοιχεία πληκτρολόγησης, ρυθμίσεις μητρώου επισκέψεις σε δικτυακούς τόπους κλπ., με σκοπό κάθε πιθανή χρήση από υποκλοπές πληκτρολογημένων κωδικών μέχρι αποστολή διαφημιστικών μηνυμάτων που αρμόζουν στις προτιμήσεις του κάθε χρήστη.

Ø Adware: Πρόκειται για εφαρμογές που εισχωρούν στον υπολογιστή, συνήθως, με την εγκατάσταση δωρεάν λογισμικού που έχει «κατεβάσει» (download) ο χρήστης μέσω Ίντερνετ. Λειτουργούν παρασκηνιακά προβάλλοντας κατ’ επανάληψη διαφημίσεις ή παραπέμποντας σε διαφημιστικές ιστοσελίδες κατά την περιήγηση στον Ιστό (pop-ups).

Ø Pop-ups: Τα «pop-ups» είναι παράθυρα με διαφημιστικό κυρίως περιεχόμενο που ανοίγουν ξαφνικά μέσω των φυλλομετρητών του Παγκόσμιου Ιστού (web-browsers), όπως π.χ. ο Internet Explorer ή ο Mozilla Firefox. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω η πηγή των «pop-ups» μπορεί να εδρεύει στον υπολογιστή (μέσω adware) αλλά σε πολλές περιπτώσεις εντοπίζεται σε ιστοσελίδες που εν αγνοία ή εν γνώσει των ιδιοκτητών τους παραπέμπουν αυτόματα τον επισκέπτη σε έναν παράλληλο δικτυακό τόπο με διαφημιστικό ή κάθε άλλο σκοπό.

Ø Hijacker: Πρόκειται για άλλη μια ενοχλητική κατηγορία εφαρμογών που επηρεάζουν κυρίως τα προγράμματα-πλοηγούς του Ίντερνετ. Συνήθως, επιφέρουν αλλαγή της αρχικής σελίδας ή επηρεάζουν τις αιτήσεις αναζήτησης πληροφοριών παραπέμποντας σε συγκεκριμένες ιστοθέσεις.

Ø Keylogger: Οι συγκεκριμένες εφαρμογές ανήκουν στις πιο επικίνδυνες μορφές «spyware», καθώς καταγράφουν σε αφανή αρχεία όλη την υπολογιστική κίνηση, οτιδήποτε πληκτρολογείται και κάθε ενέργεια που εκτελείται, αποστέλλοντας εν συνεχεία αυτά τα στοιχεία σε τρίτους παραλήπτες χωρίς την έγκριση, φυσικά, του χρήστη. Ο κίνδυνος υποκλοπής κωδικών και αριθμών πιστωτικών καρτών είναι προφανής.

Ø Cookies: Τα «cookies» δεν σηματοδοτούν εξ ορισμού κάτι «κακό». Ουσιαστικά προβλέπονται από τη λειτουργία των εφαρμογών πλοήγησης στον Παγκόσμιο Ιστό προκειμένου να διευκολύνουν τους χρήστες, αποθηκεύοντας κάποιους κωδικούς και στοιχεία ιστοσελίδων για μελλοντική χρήση. Η λειτουργία τους, όμως, δημιουργεί τρωτά σημεία ασφαλείας, καθώς πολλοί χάκερ ναρκοθετούν με κακόβουλα «cookies» ιστοσελίδες ώστε να αλιεύσουν προσωπικά στοιχεία και εμπιστευτικά δεδομένα των χρηστών.

Ø Dialers: Όπως θα αναλυθεί διεξοδικότερα παρακάτω, οι εφαρμογές αυτές εκτελούν κλήσεις σε συγκεκριμένους αριθμούς υψηλής χρέωσης, παρέχοντας με τον τρόπο αυτό πρόσβαση σε ιστοσελίδες πορνογραφικού, κυρίως, περιεχομένου. Οι «dialers», αφού διακόψουν την υπάρχουσα σύνδεση, πραγματοποιούν τη νέα κλήση αθόρυβα και χωρίς έγκριση. Συνηθέστερα, πάντως, απαιτείται μια πρώτη κίνηση από το χρήστη, προκειμένου να εγκατασταθεί το συγκεκριμένο πρόγραμμα.

Όλες αυτές οι κακόβουλες εφαρμογές δε σταματούν να εξελίσσονται και να συνδυάζονται με σκοπό να αυξήσουν το εύρος αλλά και την ταχύτητα διάδοσης τους. Ο απλός χρήστης παραμένει στο στόχαστρο των επιτηδείων και μόνη λύση για την προστασία του, προς το παρόν, φαίνεται να αποτελεί το εξελιγμένο λογισμικό ασφαλείας. Το τελευταίο διάστημα γνωρίζει ιδιαίτερη έξαρση το φαινόμενο της «τηλεπικοινωνιακής απάτης» -όπως την ονομάζουν οι επίσημοι φορείς- μέσω των «dialers». Το συγκεκριμένο πρόβλημα επιφέρει τις πιο άμεσες και δυσμενείς συνέπειες αφού μπορεί να πλήξει σημαντικά τον χρήστη σε οικονομικό επίπεδο. Δεν αποτελεί, δηλαδή, απλή ταλαιπωρία ή παρέμβαση στην προσωπική σφαίρα για τους δικτυοπολίτες, όπως οι άλλες επικίνδυνες εφαρμογές, αλλά δημιουργεί άμεση οικονομική υποχρέωση.

Τα προγράμματα αυτόματης κλήσης δεν είναι εν γένει παράνομα ή απατηλά. Στην πραγματικότητα, η χρήση τους ξεκίνησε στα τέλη του 2001, με σκοπό να προσφέρουν εναλλακτική λύση σε όσους δεν ήταν κάτοχοι πιστωτικών καρτών και επιθυμούσαν να έχουν πρόσβαση σε ιστοσελίδες πορνογραφικού περιεχομένου. Οι «dialers» αναλάμβαναν τη χρέωση μέσω τηλεφώνου με την απλή εγκατάσταση του προγράμματος στον υπολογιστή. Πολύ γρήγορα, όμως, εξέλειψε η αναφορά της χρέωσης και διαφημίστηκε απλά η άμεση πρόσβαση χωρίς πιστωτική κάρτα. Ο τρόπος αυτός εξάλλου παράκαμψε και τον τυπικό έστω έλεγχο της ηλικίας μέσω της κατοχής πιστωτικής κάρτας, διευκολύνοντας την πρόσβαση σε ανήλικα άτομα. Το φαινόμενο δεν άργησε να πάρει μεγάλες διαστάσεις, καθώς οι «dialers» άρχισαν να συνοδεύουν υπό μορφή «pop-ups» και σελίδες υπεράνω υποψίας ή να εγκαθίστανται στους υπολογιστές μέσω «trojans». Η συνήθης διαδικασία ήταν και παραμένει πολύ εύκολη: κατά την επίσκεψη σε μία ιστοσελίδα εμφανίζεται σε ένα παράθυρο η ερώτηση αν είναι επιθυμητή η εγκατάσταση του προγράμματος· οι πιθανές απαντήσεις: «ΟΚ» ή «Ακύρωση». Πολύ συχνά οι χρήστες, λόγω απειρίας ή αιφνιδιαζόμενοι, επιλέγουν «ΟΚ», το παραθυράκι εξαφανίζεται και πιστεύουν πως ο κίνδυνος πέρασε. Στην πραγματικότητα, η κακόβουλη εφαρμογή εγκαθίσταται στο παρασκήνιο και δεν ανακόπτεται από τα περισσότερα προγράμματα προστασίας διότι προηγείται η έγκριση του χρήστη. Σύντομα, η επαφή με τον επιλεγμένο παροχέα Ίντερνετ διακόπτεται αθόρυβα και δημιουργείται μια νέα σύνδεση με αριθμούς σε εξωτικά μέρη που μπορεί να κοστίζουν στον τηλεφωνικό λογαριασμό 2 Ευρώ/1 λεπτό ή και παραπάνω. Εκτός, λοιπόν, από την γνώση και την ψυχραιμία που απαιτείται για την αποφυγή λαθών, η πιο ασφαλής λογισμική λύση δίνεται εδώ από προγράμματα που δεν εμποδίζουν μεν την εγκατάσταση των «dialers» αλλά καταργούν εκ των προτέρων κάθε σύνδεση εκτός αυτής που έχει επιτρέψει ως προεπιλογή ο χρήστης.

Το πρόβλημα των «dialers» απασχόλησε πολύ έγκαιρα την γερμανική κοινωνία που επιδεικνύει, παραδοσιακά, γρήγορα αντανακλαστικά σε ζητήματα προστασίας καταναλωτών. Συγκεκριμένα, από τις αρχές του 2002 δημοσιοποιήθηκαν πολλές περιπτώσεις καταναλωτών που καλούνταν να πληρώσουν στον γερμανικό τηλεπικοινωνιακό φορέα, Telekom, λογαριασμούς ύψους χιλιάδων ευρώ λόγω ακούσιας χρέωσης μέσω «dialers». Η πρώτη κίνηση εκ μέρους της νομικής υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών σε συνεργασία με τις ενώσεις καταναλωτών ήταν καταρχήν η προσωρινή απαλλαγή των οφειλετών από την υποχρέωση εξόφλησης των λογαριασμών. Η απόφαση αυτή βρήκε νομικό έρεισμα στο γεγονός ότι η Telekom, ακόμα και στους αναλυτικούς λογαριασμούς, δεν αποκάλυπτε ολόκληρο τον αριθμό κλήσης μέσω «dialers» και αδυνατούσε να παρέχει περισσότερα στοιχεία για την ταυτότητα των εταιριών που αποκόμιζαν τα κέρδη από αυτές τις υπερχρεώσεις. Με τον τρόπο αυτό στερούσε στους καταναλωτές τη δυνατότητα να στραφούν νομικά εναντίον της υποτιθέμενα αντισυμβαλλόμενης πλευράς που ουσιαστικά απαιτούσε καταβολή χωρίς σαφή δική της παροχή. Εν συνεχεία ακολούθησε ευρεία ενημέρωση του κοινού και δωρεάν παροχή εξειδικευμένου λογισμικού «Anti-Dialer». Τελικά, στις αρχές του 2004 τέθηκε σε ισχύ ο γερμανικός νόμος «για την καταπολέμηση της κατάχρησης αριθμών κλήσης πολλαπλής χρέωσης (0190/0900)» («Gesetz zur Bekämpfung des Missbrauchs von 0190er/0900er Mehrwertdiensterufnummern») ενώ με απόφαση του Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου (Bundesgerichtshof) τον Μάρτιο του 2004 απαλλάχτηκαν οριστικά οι οφειλέτες λογαριασμών που προκλήθηκαν από την ακούσια εγκατάσταση και λειτουργία «dialers». Ο νέος νόμος, τέλος, επέβαλε έως τις 17 Ιουνίου 2005, σταδιακές μεταβολές του καθεστώτος χρέωσης μέσω εφαρμογών αυτόματης κλήσης. Ενδεικτικά, η χρέωση είναι νόμιμη μόνο αν προέρχεται από εταιρεία καταχωρημένη σε ειδικό μητρώο, πρέπει επίσης να αναφέρεται σαφέστατα η χρέωση, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 2 Ευρώ/1 λεπτό ούτε τα 30 λεπτά σε διάρκεια και επιβάλλεται ρητή υποχρέωση πληροφόρησης του καταναλωτή σχετικά με την ταυτότητα του αντισυμβαλλόμενου φορέα μέσω της Υπηρεσίας Ρύθμισης Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείου (Regulierungsbehörde für Telekommunikation und Post).

Το παράδειγμα της Γερμανίας δε φαίνεται δυστυχώς να επηρέασε επαρκώς το ελληνικό νομοθετικό πλέγμα προστασίας του καταναλωτή. Καταρχήν πρέπει να ειπωθεί πως το πρόβλημα δεν άργησε να έρθει στην Ελλάδα, αφού κάθε διαδικτυακός κίνδυνος έχει άμεση και παγκόσμια εμβέλεια. Η διαφορά έγκειται στον τρόπο αντιμετώπισης εκ μέρους της πολιτείας και ειδικότερα του ελληνικού τηλεπικοινωνιακού φορέα. Το 2003, ενδεικτικά, τη στιγμή που ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος εισέπραττε το 40% των υπερχρεώσεων μέσω «dialers» και φυσιολογικά γνώριζε το πρόβλημα, αποθάρρυνε τα προφορικά παράπονα μεμονωμένων συνδρομητών απαντώντας πως πρόκειται για «ροζ τηλέφωνα». Ένα χρόνο αργότερα, το πρόβλημα είχε διογκωθεί σε τέτοιο βαθμό που η νεοσύστατη Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Συστημάτων και Πρόληψης Διακινδύνευσης του ΟΤΕ αναγκαζόταν να ειδοποιεί 3.000-4.000 συνδρομητές κάθε μήνα για κίνδυνο υπερχρέωσης, προκειμένου βέβαια να εξασφαλίσει και τη δυνατότητα εξόφλησης των λογαριασμών από τους καταναλωτές. Στις αρχές του 2005, σύμφωνα με τα στοιχεία εκπροσώπων του Οργανισμού, τουλάχιστον 13.000 συνδρομητές είχαν χρέη χιλιάδων έως και εκατομμυρίων ευρώ, αδυνατώντας να τα εξοφλήσουν. Με τον τρόπο αυτό αυξάνονται, φυσικά, αναλογικά οι απώλειες όλων των τηλεπικοινωνιακών φορέων, που για την αντιμετώπιση του φαινομένου στον ελληνικό χώρο έχουν συστήσει τον Ελληνικό Φορέα Πρόληψης Τηλεπικοινωνιακής Απάτης (ΕΦΤΑ). Εντούτοις, η συσπείρωση των φορέων δε φαίνεται να αποδίδει στην πράξη τη ζητούμενη διασφάλιση του καταναλωτή.

Μέχρι σήμερα η μόνη ουσιαστική λύση που προτείνεται στους χρήστες για την αντιμετώπιση των «dialers» είναι η ενεργοποίηση της φραγής διεθνών εξερχομένων κλήσεων, η οποία επιφέρει επιπλέον κόστος 3 ευρώ μηνιαίως. Άλλες λύσεις δίνουν κάποιοι παροχείς Ίντερνετ που συστήνουν την αγορά μηχανισμού που ενσωματώνεται στο καλώδιο του τηλεφώνου αποτρέποντας τις ανεπιθύμητες υπερχρεώσεις. Παράλληλα, ενώ η προστασία του Έλληνα καταναλωτή εμπορευματοποιείται και η έγκυρη ενημέρωση ή η δωρεάν παροχή λογισμικού ασφαλείας ελλείπουν, οι συνδρομητές συνεχίζουν να πληρώνουν για χρεώσεις που δεν θέλησαν ποτέ. Την ίδια στιγμή ο νομοθέτης, που προς το παρόν αδρανεί, φαίνεται να αποτελεί μοναδική ελπίδα μπροστά στο διαρκώς εντεινόμενο πρόβλημα της ποικιλόμορφης διαδικτυακής και εν γένει τηλεπικοινωνιακής εγκληματικότητας.

Στο επόμενο τεύχος θα ακολουθήσει η παρουσίαση εγκληματικών δράσεων που εντάσσονται σε μια δεύτερη «σφαίρα» πιο χαλαρής εξάρτησης από τις λειτουργικές δομές του Διαδικτύου, χρησιμοποιώντας το κυρίως ως βοηθητικό επικοινωνιακό μέσο. Τέτοιες περιπτώσεις αποτελούν ενδεικτικά οι απάτες τύπου «Νιγηριανού Συνδέσμου», η αλίευση κωδικών (Phising) αλλά και το πρόβλημα των απρόσκλητων εμπορικών μηνυμάτων (spam), που έχει ήδη αναλυθεί στη στήλη.

ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Γέννηση και εξέλιξη ιών:

http://www.cknow.com/vtutor/vthistory.htm

http://www.tecrime.com/llvirhis.htm

http://www.infoplease.com/ipa/A0872842.html

http://www.virus-scan-software.com/virus-scan-help/answers/the-history-of-computer-viruses.shtml

Malware:

http://antivirus.about.com/cs/tutorials/a/whatisavirus.htm

http://service1.symantec.com/SUPPORT/nav.nsf/docid/1999041209131106

http://searchsecurity.techtarget.com/sDefinition/0,,sid14_gci962374,00.html

http://www.developer.com/java/data/article.php/3403121

Dialers:

http://www.dialerschutz.de/

http://www.computerbetrug.de/

http://www.bsi-fuer-buerger.de/abzocker/05_02.htm

http://www.trojaner-info.de/dialer/dialer.shtml

http://www.heise.de/newsticker/meldung/58316

http://www.regtp.de/mwdgesetz/start/fs_12.html

Anti-Dialer λογισμικό:

http://www.wt-rate.com/

Τρίτη 26 Απριλίου 2005

O ENISA ΣΤΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ

Στις 22 Απριλίου 2005, υπογράφηκε στο Ηράκλειο Κρήτης η Συμφωνία Eγκατάστασης - Έδρας του ENISA (European Network and Information Security Agency), του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών. Τη Συμφωνία συνυπέγραψαν ο Εκτελεστικός Διευθυντής του ENISA, κ. Αντρέα Πιρότι και ο Έλληνας αναπληρωτής Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών, κ. Αναστάσιος Νεράντζης, παρουσία του Πρωθυπουργού, κ. Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Ο ENISA, αποτελώντας τον πιο πρόσφατα ιδρυθέντα Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στοχεύει πρωτίστως να ενισχύσει την ικανότητα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, των κρατών μελών και του κλάδου των επιχειρήσεων, σε θέματα αντίδρασης και διαχείρισης προβλημάτων που συνδέονται με την ασφάλεια δικτύων και πληροφοριών. Ο νέος Οργανισμός ιδρύθηκε στις 14 Μαρτίου 2004 βάσει του Κανονισμού 460/2004 και η διάρκεια λειτουργίας του έχει οριστεί καταρχήν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2008 με δυνατότητα παράτασης. Μέχρι σήμερα λειτούργησε υπό καθεστώς διεργασιών συγκρότησης και στελέχωσης με προσωρινή έδρα στις Βρυξέλλες. Σύμφωνα με τον κ. Πιρότι, η ταχεία μεταφορά του ENISA στην οριστική του έδρα στο Ηράκλειο, μέσα στο καλοκαίρι του 2005, αποτελεί θετικό ρεκόρ στην ιστορία των Οργανισμών της Ε.Ε. και οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις αξιοσημείωτες προσπάθειες του ελληνικού Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ). Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να επιτρέψει την γρήγορη ανάπτυξη της πλήρους λειτουργίας της υπηρεσίας ως το Σεπτέμβρη του 2005.

Η διοικητική διάρθρωση του Οργανισμού περιλαμβάνει

· το διοικητικό συμβούλιο, του οποίου τα μέλη είναι εκπρόσωποι των κρατών μελών και της Επιτροπής,

· έναν εκτελεστικό διευθυντή, ο οποίος διορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο με βάση κατάλογο υποψηφίων που προτείνονται από την Επιτροπή, με θητεία πέντε ετών,

· μια μόνιμη ομάδα ενδιαφερόμενων μερών, η οποία συγκροτείται από τον εκτελεστικό διευθυντή. Η εν λόγω ομάδα απαρτίζεται από εκπροσώπους της βιομηχανίας, των καταναλωτών και από πανεπιστημιακούς εμπειρογνώμονες, επιτρέποντας στον Οργανισμό την πρόσβαση στις πλέον πρόσφατες πληροφορίες που μπορεί να δώσουν απάντηση στις προκλήσεις σε θέματα ασφάλειας δικτύων.

Ο ρόλος του ENISA θα είναι κυρίως συμβουλευτικός και συντονιστικός ως προς τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη για να διασφαλίσουν τα δίκτυα και τα συστήματα πληροφοριών τους. Στόχος είναι επίσης να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ των διαφόρων φορέων δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα που δραστηριοποιούνται στον κλάδο και, ιδίως, μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, ώστε να προβλεφθούν οι κίνδυνοι και να πραγματοποιηθεί η διαχείριση των προβλημάτων ασφάλειας και η αντιμετώπισή τους. Ο Οργανισμός μπορεί επίσης να κληθεί να βοηθήσει την Επιτροπή κατά τη διεξαγωγή προπαρασκευαστικών τεχνικών εργασιών, με σκοπό τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη της κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα της ασφάλειας δικτύων και πληροφοριών. Τα αιτήματα παροχής συμβουλών και συνδρομής εκ μέρους του Οργανισμού πρέπει να υποβάλλονται στον εκτελεστικό διευθυντή και να συνοδεύονται από γενικές πληροφορίες που επεξηγούν το προς επεξεργασία θέμα. Τα αιτήματα μπορούν να υποβληθούν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Επιτροπή ή από έναν αρμόδιο οργανισμό που έχει οριστεί από κράτος μέλος.

Η πρωτοβουλία δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού Οργανισμού για την ασφάλεια των δικτύων και των πληροφοριών σηματοδοτεί το έγκαιρο ενδιαφέρον της Ένωσης για τις σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις. Ενδεικτικές είναι οι εισαγωγικές σκέψεις του Κανονισμού 460/2004 : «Τα δίκτυα επικοινωνιών και τα συστήματα πληροφοριών έχουν καταστεί ουσιαστικός παράγοντας για την ανάπτυξη της οικονομίας και της κοινωνίας. […] Οι ολοένα και περισσότερες παραβιάσεις της ασφάλειας έχουν ήδη προκαλέσει σημαντική οικονομική ζημιά, έχουν υπονομεύσει την εμπιστοσύνη του χρήστη και έχουν αποβεί επιβλαβείς για την ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου. […] Ως εκ τούτου, η ασφάλεια των δικτύων επικοινωνιών και των συστημάτων πληροφοριών, ιδίως η διαθεσιμότητά τους, αποτελεί για την κοινωνία αιτία ολοένα και μεγαλύτερης ανησυχίας, λόγω κυρίως της πιθανότητας να ανακύψουν προβλήματα σε βασικά συστήματα πληροφοριών, που να οφείλονται στην πολυπλοκότητα των συστημάτων, σε ατυχήματα, σφάλματα και επιθέσεις, και τα οποία μπορούν να έχουν συνέπειες για την υλική υποδομή παροχής υπηρεσιών ζωτικής σημασίας για την ευημερία των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί πως η επιλογή του ελληνικού χώρου (Ηράκλειο) ως έδρα του ENISA -πρόκειται για τον δεύτερο Οργανισμό της Ε.Ε., μετά το CEDEFOP (Θεσσαλονίκη), που εγκαθίσταται στην Ελλάδα- προωθεί τη θέση της χώρας, τοποθετώντας της στο επίκεντρο συντονιστικών πρωτοβουλιών αλλά και σημαντικού τμήματος των επιστημονικών και τεχνολογικών εξελίξεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

http://www.enisa.eu.int/

http://europa.eu.int/scadplus/leg/el/lvb/l24153.htm

http://europa.eu.int/eur-lex/pri/el/oj/dat/2004/l_077/l_07720040313el00010011.pdf

http://www.go-online.gr/news/article.html?article_id=1738

http://www.enew.gr/mag/index.php/article/articleview/2771/1/4/

http://www.presspoint.gr/release.asp?id=59291

http://www.ffii.org/proj/enisa/

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2005

SPAM: Η ΠΑΡΕΝΟΧΛΗΣΗ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Η αποστολή και λήψη ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (e-mail) αποτελεί ίσως την χρησιμότερη και πιο διαδεδομένη υπηρεσία του διαδικτύου. Κάθε χρήστης αυτής της υπηρεσίας αποκτά αργά ή γρήγορα την πρώτη του επαφή με το λεγόμενο «σπαμ» (spam). Πρόκειται συνήθως για μηνύματα εμπορικού περιεχομένου που στοχεύουν στη διαφήμιση κάποιου προϊόντος ή υπηρεσίας, τα οποία καταλήγουν στην ηλεκτρονική θυρίδα του παραλήπτη χωρίς ο τελευταίος να τα έχει ζητήσει ποτέ ή να γνωρίζει τον αποστολέα τους. Τα μηνύματα σπαμ, όμως, δεν περιορίζονται μόνο στην παρενοχλητική εμπορική επικοινωνία, καθώς πολλές φορές διευκολύνουν απάτες, προσφέρουν πορνογραφικό υλικό ή εμπεριέχουν επικίνδυνα αρχεία, επιφυλάσσοντας δυσάρεστες εκπλήξεις και κινδύνους, ικανούς να ταλαιπωρήσουν τους έμπειρους χρήστες αλλά και να απογοητεύσουν τους νεόκοπους του κυβερνοχώρου.

Έννοια και καταγωγή

Το “spam” ή αλλιώς “Junk-Mail”, “Bulk-Mail” ή “UCE” (Unsolicited Commercial E-mail) οροθετείται, σύμφωνα με το Λεξικό των Δικτύων και του Διαδικτύου της Microsoft, ως μαζικό οχληρό μήνυμα και ειδικότερα ως μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αποστέλλεται αδιακρίτως σε πολλούς παραλήπτες ταυτόχρονα ή άρθρο που δημοσιεύεται συγχρόνως σε πολλές ομάδες συζήτησης. Σήμερα, η έννοια του «σπαμ» έχει ήδη διευρυνθεί περιλαμβάνοντας και ανεπιθύμητα μηνύματα που αποστέλλονται μέσω φαξ ή ως SMS σε συσκευές κινητής τηλεφωνίας. Πρέπει να διευκρινισθεί επίσης ότι ως «σπαμ» χαρακτηρίζονται τα απρόσκλητα μηνύματα αυτά καθ’ αυτά ενώ «σπάμινγκ» (spamming) ονομάζεται η δραστηριότητα του αποστολέα ανεπιθύμητης αλληλογραφίας, του λεγόμενου «σπάμερ» (spammer).

Το πρώτο ηλεκτρονικό μήνυμα σπαμ εντοπίζεται το 1978 την εποχή που λειτουργούσε το ARPANET, ο πρόδρομος του σημερινού Ίντερνετ. Τότε, η εταιρία DEC, που σήμερα αποτελεί τμήμα της Hewlett-Packard, απέστειλε προσκλήσεις για την παρουσίαση του νέου της μοντέλου ηλεκτρονικού υπολογιστή σε όλες τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις της δυτικής ακτής των Η.Π.Α.. Η τακτική αυτή θεωρήθηκε ότι παραβίαζε τους κανόνες χρήσης του ARPANET και ένα μήνυμα εστάλη ως απάντηση σε όλους τους χρήστες προκειμένου να τους υπενθυμίσει την υποχρέωση σεβασμού έναντι του Δικτύου και των λοιπών χρηστών του.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η καταγωγή της λέξης «σπαμ». SPAM ονομάζεται μια κονσέρβα καρυκευμένου κρέατος, που αποτέλεσε μάλιστα κύριο έδεσμα του βρετανικού στρατού από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά. Η ονομασία προέρχεται από τον συνδυασμό των λέξεων “spiced” (καρυκευμένο) και “ham” (ζαμπόν). Την υπερπροσφορά SPAM τη δεκαετία του 1970 σατίρισαν σε ένα σκετς οι γνωστοί Βρετανοί κωμικοί “Monty Pythons”, παρουσιάζοντας ένα ζευγάρι που προσπαθεί να δώσει παραγγελία σε ένα εστιατόριο για να διαπιστώσει τελικά πως όλο το μενού του καταστήματος συνοδεύεται από SPAM. Ο κορεσμός της εποχής από το SPAM συσχετίστηκε με το σύγχρονο φαινόμενο του σπαμ και έτσι ο όρος υιοθετήθηκε σταδιακά για να αποδώσει την δυσαρέσκεια των χρηστών του Ίντερνετ όσον αφορά την υπερφόρτωση του ηλεκτρονικού τους ταχυδρομείου με απρόσκλητα μηνύματα. Στο μεταξύ ο συσχετισμός αυτός προκάλεσε την έντονη αντίδραση της εταιρίας Hormel, που εισήγαγε την κονσέρβα SPAM στην αγορά ήδη από το 1937. Κάθε προσπάθεια όμως για επιβολή απαγόρευσης χρήσης της λέξης απέβη άκαρπη και η εταιρία συμβιβάστηκε απλά με την ορθογραφική διάκριση μεταξύ “spam” με πεζούς χαρακτήρες για το χαρακτηρισμό του φαινόμενου και “SPAM” με κεφαλαίους χαρακτήρες όσον αφορά το προϊόν της. Τέλος, κάποιες μεμονωμένες απόψεις θεωρητικών του Διαδικτύου αναφέρονται στην ονομασία “spam” και ως ένωση των λέξεων “spill” (ρίχνω) και “cram” (παραγεμίζω) είτε ως αρκτικόλεξο του “Simultaneous Posting And Mailing” ή του “Send Phenomenal Amounts of Mail”.

Κύρια χαρακτηριστικά

Τα μηνύματα σπαμ διακρίνονται από κάποια βασικά γνωρίσματα. Αυτά αφορούν τόσο το περιεχόμενο και το σώμα του κειμένου όσο και την κεφαλίδα (Header) του μηνύματος. Το κείμενο, όπως ήδη αναφέρθηκε, έχει κατά κύριο λόγο διαφημιστικό περιεχόμενο, αποσκοπώντας στην προώθηση προϊόντων ή υπηρεσιών από εταιρίες, με τις οποίες ο παραλήπτης δεν έχει καμία συναλλαγή και συνηθέστερα αγνοεί εντελώς. Το μήνυμα περιλαμβάνει επίσης συνδέσμους (Links) που παραπέμπουν σε κάποια ιστοσελίδα για περισσότερες πληροφορίες ή υποτίθεται πως εξυπηρετούν τον παραλήπτη προκειμένου να δηλώσει την αντίθεσή του με την αποστολή τέτοιων μηνυμάτων στην ηλεκτρονική του θυρίδα. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, όμως, η επιλογή ενός τέτοιου συνδέσμου, όπως και η αποστολή ενός απαντητικού μηνύματος από το χρήστη, απλά επιβεβαιώνει ότι η συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση του χρήστη-θύματος είναι ενεργή και γίνεται μελλοντικά στόχος περισσότερου σπαμ. Στην ευρεία έννοια του σπαμ (σε αντίθεση με το στενό νομικό ορισμό, που αναφέρεται παρακάτω) δεν συγκαταλέγονται μόνο εμπορικά μηνύματα. Κατά συνέπεια πρέπει να ειπωθεί πως το περιεχόμενο των μαζικών οχληρών μηνυμάτων μπορεί να είναι πολιτικό, θρησκευτικό, ιδεολογικό κτλ. Συχνή περίπτωση αποτελούν ακόμη τα αλυσιδωτά μηνύματα, χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο, που προτρέπουν τον παραλήπτη να τα αποστείλει με τη σειρά του σε μεγάλο αριθμό προσώπων, με μοναδικό δέλεαρ κάποιο απροσδιόριστο οικονομικό όφελος ή μια απλή υπόσχεση καλοτυχίας.

Περαιτέρω, όσον αφορά την κεφαλίδα των μηνυμάτων, δηλαδή το τμήμα που δίνει κάποιες βασικές πληροφορίες σχετικά με τον αποστολέα, τον παραλήπτη αλλά και τη θεματική τους, παρατηρείται κυρίως, ότι στα μηνύματα σπαμ η ηλεκτρονική διεύθυνση του αποστολέα είναι είτε ανύπαρκτη και φανταστική είτε έχει δημιουργηθεί για αποκλειστική χρήση σε αποστολή σπαμ. Ενδεικτικό, επίσης, είναι το θέμα που αναφέρεται στην κεφαλίδα τέτοιων μηνυμάτων. Προκειμένου να προξενήσουν το ενδιαφέρον του παραλήπτη, οι σπάμερ καταφεύγουν σε φράσεις που υπόσχονται οικονομικά οφέλη, εύκολο κέρδος από τυχερά παιχνίδια, μοναδικές επιχειρηματικές ευκαιρίες, προτάσεις γνωριμίας, προσφορά πορνογραφικού υλικού κ.ά. Πολύ συχνά προστίθεται στη γραμμή του θέματος το πρόθεμα “Re:” που σηματοδοτεί ένα απαντητικό e-mail, προκειμένου να δοθεί στον παραλήπτη η εντύπωση ότι πρόκειται για απάντηση σε προηγούμενο δικό του μήνυμα. Άλλες ενδεικτικές φράσεις που χρησιμοποιούνται ως θέμα είναι π.χ. «Έκτακτη ειδοποίηση», «Έμαθες τι συνέβη στην/στον …;», «Επείγουσα ανακοίνωση», «Ακύρωση συνάντησης» κλπ. Τελικά, σύμφωνα με τα παραπάνω, γίνεται συνολικά εύκολα αντιληπτό πως οι σπάμερ στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στην αφέλεια ή επιπολαιότητα κάποιων χρηστών μεταξύ του μεγάλου αριθμού των παραληπτών απρόσκλητων μηνυμάτων.

Η διαδικασία του spamming

Η αποστολή σπαμ δεν προϋποθέτει αναγκαία ειδικές τεχνικές γνώσεις, αλλά απαιτεί τουλάχιστον τη χρήση συγκεκριμένων εργαλείων λογισμικού. Απαραίτητη καταρχήν είναι η ύπαρξη μεγάλου αριθμού διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των χρηστών-θυμάτων. Η συλλογή αυτών των διευθύνσεων γίνεται από τους επαγγελματίες σπάμερ με ειδικά προγράμματα (Spambots ή Spiders), τα οποία σαρώνουν τον κυβερνοχώρο, ανευρίσκοντας τις διευθύνσεις χρηστών που άφησαν τα ηλεκτρονικά τους ίχνη εκούσια ή ακούσια σε προσωπικές ιστοσελίδες ή ιστοχώρους που επισκέφθηκαν, ομάδες συζήτησης, δωμάτια συνομιλίας (chatrooms), λίστες e-mail κλπ. Πρόκειται για το λεγόμενο “Harvesting“, διαδικασία η οποία συσσωρεύει εκατομμύρια διευθύνσεων προς εκμετάλλευση με κάθε τρόπο. Αξίζει να σημειωθεί πως το σχετικό λογισμικό δεν κοστίζει παραπάνω από 100 δολάρια. Και οι λίστες ηλεκτρονικών διευθύνσεων έχουν επίσης τη δική τους αγοραστική αξία. Ενδεικτικά, ένα CD που περιλαμβάνει περίπου 100 εκατομμύρια διευθύνσεις e-mail κοστολογείται στην τιμή των 2.000 δολαρίων.

Μετά τη συγκομιδή ή την αγορά ηλεκτρονικών διευθύνσεων χρησιμοποιείται το βασικό λογισμικό για το σπαμ (Spamware), το οποίο αναλαμβάνει μια σειρά αυτοματοποιημένων εργασιών. Καταρχήν ανωνυμοποιεί ή παραλλάσσει τα στοιχεία του αποστολέα (Spoofing) αλλά και των σχετικών ιστοσελίδων, προκειμένου να αποφευχθεί η ταυτοποίηση των σπάμερ. Για τον ίδιο σκοπό εκμεταλλεύεται «ανοιχτούς», αθωράκιστους διακομιστές (Open Relay Servers και Proxy Servers) σε διάφορα μέρη του πλανήτη χρησιμοποιώντας την υπολογιστική τους ισχύ αλλά και το διαδικτυακό τους στίγμα (IP-Address). Στην πράξη ένα μήνυμα σπαμ μπορεί να συνταχθεί σε οποιοδήποτε υπολογιστή και με τη χρήση οποιουδήποτε προγράμματος επεξεργασίας e-mail. Στη συνέχεια αποστέλλεται σε μια διεύθυνση που αντιστοιχεί στο πρόγραμμα-αποστολέα, και αυτό με τη σειρά του αναλαμβάνει τη μαζική αποστολή του μηνύματος, αναμεταδίδοντάς το μέσω ξένων διακομιστών ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, καθιστώντας δυσχερέστατο έως και αδύνατο τον εντοπισμό του αρχικού αποστολέα-σπάμερ.

Στατιστικά στοιχεία

Προκειμένου να γίνει ευκρινέστερη η έκταση του προβλήματος αλλά και οι συνέπειές του, είναι μάλλον χρήσιμο να παρουσιαστούν κάποιες πρόσφατες μετρήσεις σχετικά με το σπαμ. Σύμφωνα, λοιπόν, με στοιχεία της εταιρίας λογισμικού ασφαλείας Symantec, το Δεκέμβριο του 2004 το ποσοστό του σπαμ που διακινήθηκε κάλυψε το 67% της συνολικής κίνησης e-mail. Το αντίστοιχο ποσοστό στις αρχές του ίδιου έτους δεν ξεπερνούσε το 60%, ενώ εντύπωση προκαλεί πως το 2001 η ανεπιθύμητη ηλεκτρονική αλληλογραφία άγγιζε μόλις το 8%. Περαιτέρω, σχετικά με την προέλευση του σπαμ, προκύπτει ότι το 65% περίπου πηγάζει από χώρες της Βόρειας και Νότιας Αμερικής, το 21% από ασιατικές χώρες και το 12,4% προέρχεται από την Ευρώπη. Όσον αφορά το περιεχόμενο των ανεπιθύμητων μηνυμάτων, επικρατεί η προσφορά προϊόντων (23%) και ακολουθούν μηνύματα με οικονομικό (16%) και πορνογραφικό (14%) περιεχόμενο.

Πηγή: Symantec

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης μία σχετική έρευνα του Πανεπιστημίου του Maryland, που διεξήχθη στην αμερικανική επικράτεια. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της, οι Αμερικανοί εργαζόμενοι αφιερώνουν περίπου 2,8 λεπτά ημερησίως προκειμένου να διαγράψουν τα -κατά μέσο όρο 18,5- μηνύματα σπαμ που λαμβάνουν καθημερινά. Η τελική εκτίμηση του ετήσιου κόστους από την απώλεια της παραγωγικότητας υπολογίζεται σε 22 δισεκατομμύρια δολάρια. Το ποσό αυτό μπορεί βέβαια να κριθεί ως υπερβολικό αλλά σε κάθε περίπτωση είναι τουλάχιστον ενδεικτικό των παρενεργειών του σπαμ. Πιο ανησυχητικό ποσοστό μάλιστα μπορεί να θεωρηθεί το 14% των παραληπτών ανεπιθύμητης ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, οι οποίοι δεν παραλείπουν να τη διαβάσουν, ενώ ένα 4% έχει προβεί και σε αγορά προϊόντων, που προωθούνται μέσω τέτοιων μηχανισμών.

Πρωτοβουλίες Αντισπάμ

Το φαινόμενο του σπαμ δεν αποτελεί αποκλειστικά πρόβλημα των χρηστών, αλλά πολύ περισσότερο των παροχέων διαδικτυακών υπηρεσιών (Internet Service Providers ή ISPs), οι οποίοι καλούνται να προστατεύσουν τους πελάτες τους αλλά και να θωρακίσουν τους διακομιστές τους (Servers) ώστε να μην καταλήξουν υποχείρια των σπάμερς. Η αναγκαιότητα αυτή ώθησε τις εταιρείες λογισμικού ασφαλείας να επιστρατεύσουν όλη τους την τεχνογνωσία προκειμένου να αναπτύξουν στεγανές ασπίδες προστασίας για τους διακομιστές αλλά κυρίως να δημιουργήσουν τις πιο αποτελεσματικές μεθόδους φιλτραρίσματος της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Οι σημαντικότερες μέθοδοι είναι η «ευρετική» (Heuristic filtering), που ελέγχει την κεφαλίδα και το σώμα του μηνύματος χρησιμοποιώντας λέξεις και φράσεις-κλειδιά και η «στατιστική» (Statistical filtering), η οποία «μαθαίνει» με το χρόνο τι συνιστά σπαμ. Παράλληλα χρησιμοποιείται ευρέως και η καταχώριση των ηλεκτρονικών διευθύνσεων των αποστολέων σε «άσπρες» και «μαύρες» λίστες, διακρίνοντας αντίστοιχα σε αποδεκτή και μη αλληλογραφία. Το πολύτιμο ζητούμενο κάθε μεθόδου εστιάζεται πάντως στην αποφυγή λαθών, ικανών να αποκλείσουν άδικα κάποιο μήνυμα, που μπορεί να αποτελεί σημαντική απώλεια για τον παραλήπτη.

Παρά την διαρκή εξέλιξη της τεχνολογίας αντισπάμ, οι σπάμερ καταφέρνουν διαρκώς να βρίσκουν λύσεις και να παρακάμπτουν τα εμπόδια προκαλώντας όλο και πιο ευφάνταστες αντιδράσεις εκ μέρους των παροχέων υπηρεσιών Ίντερνετ. Μεταξύ άλλων, στα τέλη του 2004 παρουσιάστηκε μια πρωτοβουλία της εταιρίας Lycos με τίτλο “Make Love, Not Spam”. Το σχέδιο της εταιρίας στηριζόταν σε μία «εκδικητική» μέθοδο, εφοδιάζοντας τους χρήστες με ένα ειδικό πρόγραμμα που θα απαντούσε στους αποστολείς σπαμ με τον ίδιο τρόπο, αποστέλλοντας, δηλαδή, μεγάλο όγκο δεδομένων προκειμένου να θέσει τους διακομιστές τους εκτός λειτουργίας. Τα αποτελέσματα αυτής της τακτικής, όμως, κρίθηκαν αβέβαια και πιθανώς επικίνδυνα, προκαλώντας εσπευσμένα την απόσυρση της πρότασης. Μία άλλη λύση που προτάθηκε από την Microsoft για τον περιορισμό της μαζικής αποστολής μηνυμάτων ήταν η επιβολή ενός είδους ψηφιακού γραμματόσημου (e-stamp), αλλά προσέκρουσε στη φιλοσοφία της εύκολης και ανέξοδης επικοινωνίας που χαρακτηρίζει τον κυβερνοχώρο. Για την αντιμετώπιση του σπαμ επιστρατεύθηκαν ακόμη και τα εργαλεία της βιοπληροφορικής, και συγκεκριμένα ο αλγόριθμος Chung-Kwei, που είχε αναπτυχθεί από την IBM για την έρευνα των αλληλουχιών του DΝΑ. Σύμφωνα με τις πρώτες δοκιμές η χρήση του αλγορίθμου σημείωσε σχεδόν 97% επιτυχία στο φιλτράρισμα των μηνυμάτων σπαμ.

Η πιο ελπιδοφόρα λύση την τελευταία περίοδο, προέρχεται από τη συνεργασία πέντε εκ των κυριότερων παροχέων των Η.Π.Α. (AOL, Yahoo!, Hotmail, Earthlink, Comcast), οι οποίοι έθεσαν σε ισχύ δύο νέα πρότυπα πιστοποίησης της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Πρόκειται για τις τεχνολογίες “SPF“ (Sender Policy Framework) και “Sender ID”, που χρησιμοποιούν τη λογική της αναγνώρισης καλούντος των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων. Ειδικότερα, η χρήση προηγμένων τεχνολογικών παραμέτρων, δίνει τη δυνατότητα πιστοποίησης της πηγής προέλευσης ενός εισερχόμενου e-mail. Σε περίπτωση που ένα μήνυμα δεν πληροί συγκεκριμένες τεχνικές απαιτήσεις, αποκλείεται ως σπαμ. Η πρωτοβουλία αυτή αναμένεται να επιφέρει άμεσα αποτελέσματα στην καταπολέμηση της ανεπιθύμητης ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Συγχρόνως όμως προβληματίζει το γεγονός ότι αποτελεί ένα δυναμικό μέτρο αστυνόμευσης, περιορίζοντας εν μέρει την ισχύουσα έννοια της ψηφιακής ελευθερίας.

Νομοθετικές πρωτοβουλίες αντιμετώπισης

Η αυξανόμενη ένταση του φαινομένου του σπαμ δεν άργησε να κινητοποιήσει την νομοθετική εξουσία, η οποία, όλο και συχνότερα, καλείται να ρυθμίσει την διαδικτυακή συμπεριφορά, ισορροπώντας μεταξύ προστασίας των χρηστών και διασφάλισης των θεμελιωδών ελευθεριών των πολιτών και ιδίως των δικτυοπολιτών (Netizens).

Η.Π.Α.

Οι Η.Π.Α. μπορούν να θεωρηθούν η πατρίδα του Διαδικτύου και ως εκ τούτου δικαιολογημένα αποτελούν και την βασική πηγή του σπαμ (αρκεί να αναλογιστεί κανείς πως από εκεί αποστέλλεται το 90% του σπαμ που παραλαμβάνει η Ευρώπη, πηγή: spamhaus.org). Αναμενόμενα, λοιπόν, ήδη από το 1996 ξεκίνησε μια σειρά αποφάσεων των αμερικανικών δικαστηρίων, που κλήθηκαν να κρίνουν υποθέσεις μεταξύ μεγάλων εταιριών του διαδικτύου και σπάμερ (America Online Inc. v. Cyber Promotions Inc.- E.D. Pa. 1996, CompuServe Inc. v. Cyber Promotions Inc.- S.D. Ohio 1997, Hotmail Corp. v. Van$ Money Pie Inc.- N.D. Cal. 1998, America Online Inc. v. LCGM Inc.- E.D. Va. 1998). Αντικείμενο της διαφοράς αποτελούσε κυρίως η εκμετάλλευση των διακομιστών των παροχέων για τη μαζική αποστολή μηνυμάτων ή η χρήση της επωνυμίας τους σε παραποιημένες κεφαλίδες e-mail. Σε κάθε περίπτωση, η υπερασπιστική γραμμή των σπάμερ βασιζόταν στην επίκληση της ελευθερίας διάδοσης των ιδεών, επιχείρημα που δεν έγινε δεκτό σε καμία δίκη. Από την άλλη πλευρά όμως, η αντιμετώπιση του σπαμ, ειδικά σε επίπεδο ποινικής δικαιοσύνης βάσει των υπαρκτών νομικών διατάξεων, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αναλογική ερμηνεία στην οποία κατέφυγαν οι δικαστές του Οχάιο, στην υπόθεση CompuServe Inc. v. Cyber Promotions Inc., προκειμένου να αιτιολογήσουν την παρείσδυση σε ξένη κινητή περιουσία (“trespass to chattels”). Συγκεκριμένα έκριναν τα δεδομένα που ανταλλάσσονται μεταξύ υπολογιστών ως «επαρκώς απτά υλικώς» (“sufficiently physically tangible”).

Εν όψει των εξελίξεων κατέστη σαφής η ανάγκη μιας ολοκληρωμένης δέσμης νομικών διατάξεων για το σπαμ. Από το 1999 έως το 2003 κατατέθηκαν αλλεπάλληλα σχέδια νόμων με το συγκεκριμένο αντικείμενο, προτείνοντας ρυθμίσεις αστικής και ποινικής φύσης. Ωστόσο μεσολάβησαν πολλές απορριφθείσες προτάσεις για να ψηφιστεί τελικά το 2003 το νομοθέτημα των Η.Π.Α. για την καταστολή του σπαμ, το ονομαζόμενο “Can Spam Act 2003”. Ο νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ από την 01.01.2004 και περιλαμβάνει τόσο μέτρα για την πρόληψη και τον περιορισμό του προβλήματος όσο και ποινές για τους επίδοξους σπάμερ. Ειδικότερα, προβλέπονται ποινές φυλάκισης έως 5 έτη ή/και υψηλές χρηματικές ποινές, ποινικοποιώντας πολλές δραστηριότητες των σπάμερ, όπως την παραποίηση των στοιχείων του αποστολέα, την συγκομιδή ηλεκτρονικών διευθύνσεων και την εκμετάλλευση ξένων υπολογιστών και διακομιστών (Sec. 4). Επιπλέον επιβάλλεται η υποχρέωση παροχής της δυνατότητας “Opt-out” σε κάθε διαφημιστικό e-mail (Sec. 5). Ο παραλήπτης, δηλαδή, απρόσκλητων ηλεκτρονικών μηνυμάτων πρέπει να έχει την επιλογή να δηλώσει σαφώς την επιθυμία του για μη περαιτέρω λήψη τέτοιου είδους αλληλογραφίας από τον συγκεκριμένο αποστολέα. Προωθείται, επίσης, η ετικετοποίηση των διαφημιστικών μηνυμάτων, μέσω της προσθήκης της συντομογραφίας “ADV” (Advertisement) στη γραμμή του θέματος, διευκολύνοντας την άμεση αναγνώρισή τους από τους χρήστες (Sec. 11). Τέλος, προβλέπεται η δημιουργία ενός μητρώου «μη λήψης ηλεκτρονικής αλληλογραφίας» (“Do-Not-E-Mail registry”, Sec. 9), όπου μπορούν να εγγράφονται όσοι χρήστες του διαδικτύου δεν επιθυμούν να λαμβάνουν καθόλου εμπορική ηλεκτρονική αλληλογραφία. Οι διαφημιζόμενοι οφείλουν θεωρητικά να λαμβάνουν υπόψη αυτή τη λίστα πριν ξεκινήσουν μια μαζική ηλεκτρονική διαφημιστική καμπάνια.

Ο νόμος “Can Spam Act” μετρά ένα χρόνο ισχύος και έχει ήδη αποτελέσει βάση για μαζικές μηνύσεις εκ μέρους τεσσάρων από τις μεγαλύτερες εταιρίες παροχής υπηρεσιών διαδικτύου. Οι America On Line, Earthlink, Microsoft και Yahoo! εκμεταλλεύθηκαν άμεσα τις νέες νομοθετικές δυνατότητες και στράφηκαν δικαστικά εναντίον μερικών από τους πιο δραστήριους σπάμερ. Από την άλλη πλευρά, ο νόμος δέχτηκε και κριτική από τις αντισπάμ-ακτιβιστικές οργανώσεις, καθώς δεν αποτρέπει την αποστολή όλων των παρενοχλητικών μηνυμάτων. Πράγματι, νομιμοποιείται η μαζική αποστολή διαφημιστικού υλικού υπό την τήρηση βασικών προϋποθέσεων, όπως η ύπαρξη των αληθινών στοιχείων του αποστολέα και η δυνατότητα “Opt-out”. Η πρόβλεψη αυτή, όμως, κρίθηκε μάλλον απαραίτητη από τον νομοθέτη για την τήρηση της ισορροπίας μεταξύ στήριξης της εμπορικής βιομηχανίας και προστασίας της ιδιωτικότητας των χρηστών.

Ε.Ε.

Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μιας ενιαίας αγοράς, δηλαδή, που προωθεί την ελευθερία διακίνησης αγαθών και παροχής υπηρεσιών, η νομοθετική παρέμβαση εις βάρος της εμπορικής προώθησης θα μπορούσε να ιδωθεί ως αντιφατική ή μη αναμενόμενη. Παρ’ όλα αυτά, η Ένωση απέδειξε πολύ νωρίς ότι βασική της προτεραιότητα αποτελεί η προστασία των ευρωπαίων καταναλωτών και των πολιτών εν γένει. Ήδη, λοιπόν, από το 1997, εκδόθηκε η Οδηγία 1997/7/ΕΚ «για την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις», περιέχοντας πρόβλεψη για τον περιορισμό χρήσης ορισμένων μέσων επικοινωνίας. Ειδικότερα, το άρθρο 10 εμποδίζει την εμπορική επικοινωνία με αυτοματοποιημένα συστήματα κλήσεων τηλεφώνου ή φαξ, χωρίς προηγούμενη συγκατάθεση του καταναλωτή.

Ύστερα από μια πενταετία και επιδεικνύοντας ετοιμότητα στις απαιτήσεις της σύγχρονης ηλεκτρονικής ζωής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εξέδωσαν την Οδηγία 2002/58/ΕΚ «για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες» προς αντικατάσταση της αντιστοίχου περιεχομένου Οδηγίας 1997/66/ΕΚ. Στο άρθρο 13 της νέας Οδηγίας υπάρχει πλέον σαφής αναφορά στα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης. Αυτού του είδους η επικοινωνία θεωρείται αποδεκτή μόνον μετά την εκ των προτέρων συγκατάθεση των καταναλωτών ή στη βάση μιας προηγούμενης συναλλακτικής σχέσης («πώλησης ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας»). Σε κάθε διαφημιστική αποστολή πρέπει, πάντως, να δίνεται η εύκολη και ανέξοδη δυνατότητα στον παραλήπτη να δηλώσει σαφώς την αντίθεσή του στη λήψη των συγκεκριμένων μηνυμάτων. Τέλος επιβάλλεται η απαγόρευση συγκάλυψης ή απόκρυψης της ταυτότητας του αποστολέα ή του διαφημιζομένου καθώς και η απαγόρευση χρήσης μη έγκυρης διεύθυνσης στην οποία ο αποδέκτης μπορεί να ζητεί τον τερματισμό της επικοινωνίας.

Αν και το περιεχόμενο της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ ομοιάζει σε κάποια σημεία με τις ρυθμίσεις του “Can Spam Act 2003”, μια δεύτερη ανάγνωση αποκαλύπτει ένα ισχυρότερο φίλτρο που υιοθετεί η Οδηγία. Επιλέγοντας τη μέθοδο “Opt in”, δηλαδή την απαραίτητη προηγούμενη συγκατάθεση εκ μέρους του παραλήπτη, ανακόπτονται ουσιαστικά a priori τα διαφημιστικά ηλεκτρονικά μηνύματα στο σύνολό τους. Δεν νομιμοποιείται δηλαδή ένα τμήμα του σπαμ, τηρουμένων κάποιων άλλων προϋποθέσεων· μοναδική προϋπόθεση αποτελεί η σύμφωνη ή μη γνώμη του παραλήπτη. Το πρόβλημα εδώ, όμως, εντοπίζεται στο αμφισβητούμενο περιεχόμενο της έννοιας του σπαμ. Η κοινοτική νομοθεσία εστιάζει συγκεκριμένα και αποκλειστικά πάνω στην απευθείας εμπορική προώθηση (“direct marketing”), δημιουργώντας ένα ρυθμιστικό κενό σχετικά με το μεγάλο αριθμό μηνυμάτων σπαμ, που ποικίλλουν σε μορφή και περιεχόμενο, παραμένοντας ανεπίκλητα αν και μη διαφημιστικά. Προς το παρόν, η κάλυψη του προβλήματος επαφίεται στην θέληση του εθνικού νομοθέτη, που καλείται να εντάξει την Οδηγία στην εσωτερική νομοθεσία κάθε κράτους-μέλους.

Ελλάδα

Η Ελλάδα είναι, δυστυχώς, μία από τις χώρες που έλαβαν την προειδοποίηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη μη έγκαιρη ενσωμάτωση (έως 31 Οκτωβρίου 2003) της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ στην εθνική νομοθεσία, αντιμετωπίζοντας ενδεχόμενο παραπομπής στο ΔΕΚ. Παρ’ όλα αυτά οι Έλληνες χρήστες του διαδικτύου δεν είναι απροστάτευτοι από την εγχώρια νομοθεσία όσον αφορά το σπαμ. Η έλλειψη των ρυθμίσεων της παραπάνω Οδηγίας αναπληρώνεται μέχρι σήμερα με τις διατάξεις του νόμου 2774/99, ο οποίος ενσωμάτωσε την προγενέστερη Οδηγία 1997/66/ΕΚ. Ειδικότερα το άρθρο 9 του νόμου, το οποίο αναφέρεται στις μη ζητηθείσες κλήσεις εφαρμόζεται και στην ηλεκτρονική αλληλογραφία, καθώς γίνεται ρητή αναφορά στη χρήση «οποιουδήποτε τηλεπικοινωνιακού μέσου». Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου υιοθετείται η πολιτική της «εκ των προτέρων ρητής συγκατάθεσης» (πολιτική “Opt in”) του καταναλωτή για αποδοχή εμπορικής επικοινωνίας, όπως ακριβώς προβλέπουν και οι δύο σχετικές κοινοτικές Οδηγίες. Επιπλέον, όμως, προβλέπεται και η δημιουργία ενός μητρώου, όπου μπορούν να καταχωρηθούν όσοι το επιθυμούν δηλώνοντας με μία αίτηση την αντίρρησή τους στη λήψη ηλεκτρονικής αλληλογραφίας διαφημιστικής μορφής.

Η τήρηση Μητρώου «προσώπων που δεν επιθυμούν να περιλαμβάνονται σε αρχεία, τα οποία έχουν ως σκοπό την προώθηση προμήθειας αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών εξ αποστάσεως» αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 4 περ. δ του νόμου 2472/97, αρμοδιότητα της Αρχής Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Σχετικό Μητρώο, πάντως, δεν έχει σχηματιστεί ακόμα και πιθανώς δε θα συνεισέφερε σημαντικά στην καταπολέμηση του σπαμ. Αντίθετα, θα μπορούσε να αποτελέσει σίγουρη πηγή αλίευσης έγκυρων ηλεκτρονικών διευθύνσεων καθώς η επίμαχη λίστα θα είναι ανά πάσα στιγμή προσπελάσιμη από τον καθένα και ειδικά από τους σπάμερ. Τέλος, στην αρμοδιότητα της Αρχής εμπίπτουν και κάθε είδους υποθέσεις που σχετίζονται με την ανεπιθύμητη ηλεκτρονική αλληλογραφία. Η συχνότητα και η ποσότητα των υποθέσεων, όμως, παραμένει αρκετά μικρή και σε μεγάλο βαθμό εκκρεμής, ώστε να εξαχθούν κάποια ασφαλή συμπεράσματα από τη διαχείριση τους.

Κίνδυνοι και τρόποι αυτοπροστασίας

Το σπαμ δεν αποτελεί απλά ένα παρενοχλητικό φαινόμενο, ικανό να καθυστερήσει ή και να εκνευρίσει το μέσο χρήστη του Ίντερνετ. Οι επιπτώσεις του γίνονται πολύ πιο κατανοητές όταν αποκτά περιεχόμενο ικανό να εξαπατήσει τον κοινό νου ή αρκετά επικίνδυνο για τη λειτουργία των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Πολύ συχνά, λοιπόν, η μαζικές αποστολές e-mail εξυπηρετούν έμπειρους χάκερ προκειμένου να μεταδώσουν καταστρεπτικούς ιούς (Virus), προγράμματα-κατασκόπους (Spyware), δούρειους ίππους (Trojans), προγράμματα αυτόματης κλήσης (Diallers) κτλ. Τον ίδιο τρόπο χρησιμοποιούν επίσης και πολλά κυκλώματα που οργανώνουν ευφάνταστες απάτες και απευθύνονται σε χιλιάδες ανθρώπους με τη βοήθεια του διαδικτύου, προκειμένου να εκμεταλλευτούν την αφέλεια έστω και ενός. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα έως σήμερα αποτελεί η λεγόμενη απάτη του «νιγηριανού συνδέσμου» (Nigerian connection). Όταν πάλι στο πρόσωπο ενός κυβερνοπειρατή δεν απαντάται μόνο η ανάγκη επίδειξης γνώσης και υπεροχής αλλά υπερτερεί η ηθική ενός κοινού απατεώνα, οι συνέπειες για τον ανυποψίαστο χρήστη μπορεί να είναι απρόβλεπτες. Η υποκλοπή κωδικών τραπεζικών συναλλαγών ή αριθμών πιστωτικών καρτών αποτελούν την πιο ενδεικτική έκφραση του οικονομικού εγκλήματος στο διαδικτυακό περιβάλλον. Οι διαφορετικές αυτές μορφές κινδύνου της ψηφιακής πραγματικότητας, που υποβοηθούνται όλο και περισσότερο από τους μηχανισμούς του σπάμινγκ, χρήζουν εκτενέστερης ανάλυσης και θα αποτελέσουν αυτόνομο αντικείμενο της στήλης, ώστε να αποσαφηνιστούν κατά το δυνατόν οι πραγματικές τους διαστάσεις και να προκριθεί μια ψύχραιμη αντιμετώπιση.

Κλείνοντας, είναι μάλλον χρήσιμη μια ανακεφαλαίωση, υπό μορφή πρακτικών οδηγιών για την αυτοπροστασία από το σπαμ.

  • Το σπαμ αφορά κάθε δικτυωμένο πολίτη. Δεν είναι πρόβλημα κάποιων άλλων.
  • Αναγνωρίστε το σπαμ σε μηνύματα από άγνωστους αποστολείς και «υπερβολικά ελκυστικά» θέματα.
  • Μην ανοίγετε τα μηνύματα σπαμ, απλά επιλέξτε διαγραφή.
  • Μην απαντάτε σε μηνύματα σπαμ.
  • Μην κάνετε κλικ σε ιστοσελίδες στις οποίες παραπέμπουν τα μηνύματα σπαμ.
  • Μην προσπαθείτε να κάνετε “unsubscribe” ή “Opt out”.
  • Προστατεύστε την ηλεκτρονική σας διεύθυνση από τη χρήση σε ύποπτους δικτυακούς τόπους, chat rooms, ομάδες συζήτησης κλπ.
  • Δημιουργήστε επιπλέον ηλεκτρονικές διευθύνσεις μόνο για χρήση σε ιστοχώρους και υπηρεσίες που απαιτούν εγγραφή.
  • Διαθέστε λίγο χρόνο για την επιλογή και τη ρύθμιση ενός φίλτρου ανεπιθύμητης αλληλογραφίας.

ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS:

Γενικές πληροφορίες:

http://spamcon.org/

http://www.spamcop.net/

http://www.spam.abuse.net/

http://www.sitemaker.gr/scriptwriter/page_GREEK_9.htm

http://www.csoonline.com/news/index.cfm?id=3302

http://www.nytimes.com/2003/05/01/technology/01SPAM.html

http://www.ftc.gov/os/2001/04/unsolicommemail.htm

Ορολογία και Καταγωγή:

http://www.templetons.com/brad/spamterm.html

http://www.spam.com/

Έρευνες και στατιστικές:

http://www.smith.umd.edu/ntrs/

http://www.spamhaus.org/

http://www.symantec.com

Μέθοδοι Αντισπάμ:

http://www.senderid.org/

http://www.spf.pobox.com/

http://www.makelovenotspam.com/

Νομοθεσία Αντισπάμ:

http://www.spamlaws.com/

http://www.dpa.gr/

http://www.safeline.gr/